Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020
Συνέντευξη στην πρωινή ενημερωτική εκπομπή του Ράδιο Πρώτο Κύπρου
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020
Οι αδυναμίες της Ρωσίας που εκμεταλλεύεται η Τουρκία στην Αρμενία
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020
Κυπριακές παραδοξότητες στον τρόπο πρόσληψης της τουρκικής επιθετικότητας
Κατάπληξη προκαλεί ο τρόπος που ένα σημαντικό τμήμα του κυπριακού ελληνισμού προσλαμβάνει την πλήρη αποκάλυψη των κατακτητικών νεο-οθωμανικών σχεδίων του Ερντογάν. Αντί, όπως θα ανέμενε κάποιος, ο σκοταδιστικός μεσαιωνικός τουρκικός λόγος και οι αλλεπάλληλες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της Άγκυρας να προκαλέσουν την αποτίναξη των χρόνιων ψευδαισθήσεων για το ημέρωμα του θηρίου, μέσω της εθελούσιας μερικής υποταγής, παρατηρείται το ακριβώς αντίστροφο.
Κατηγορείται, δηλαδή, η προτέρα μη αποδοχή εκ μέρους της πλειοψηφίας της κυπριακής κοινωνίας των ψευδαισθητικών προσδοκιών, όχι μόνον για το αδιέξοδο που βρίσκεται στην παρούσα φάση το κυπριακό αλλά, και γι’ αυτήν ακόμη την πρωτοφανή εξαχρείωση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Σε μια αποθέωση ενός μυωπικού επαρχιωτισμού, αποσιωπάται ότι η ισλαμιστική ηγεσία της Τουρκίας διατηρεί ενεργά ταυτοχρόνως "εξήμισι" στρατιωτικά μέτωπα -σε Ιράκ, Συρία, Λιβύη, Ναγκόρνο Καραμπάχ, Ελλάδα και Κύπρο, καθώς και την εσωτερική βίαιη καταστολή κατά των Κούρδων, η οποία συνεχίζεται με την ίδια πάντα ένταση- σε μια κολοσσιαία επιχείρηση αναθεωρητισμού, που παραπέμπει στην ναζιστική Γερμανία του μεσοπολέμου. Η ανάδυση, λόγω ωρίμανσης των εσωτερικών εθνοτικών και οικονομικών συνθηκών αλλά και των ευνοϊκών διεθνών συσχετισμών, των διαχρονικών παντουρκικών και πανισλαμικών οραμάτων της βαθέος Τουρκίας αντιμετωπίζεται ως μια συγκυριακή συνθήκη, αυθαίρετα ταυτισμένη αποκλειστικά με την προσωπικότητα του Ερντογάν. Βεβαίως, η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν είναι προνόμιο των Κυπρίων οπαδών της ‘όποιας λύσης’, αλλά και πολλών Ελλαδιτών διανοουμένων, που επίσης για χρόνια υπηρέτησαν και συνεχίζουν να υπηρετούν την σχολή του κατευνασμού και της “φιλανδοποίησης” της Ελλάδος, προφανώς ως προστάδιο πριν την μετατροπή της σε οθωμανικό βιλαέτι, κάτι που αιδημόνως επίσης αποσιωπούν. Είναι εμφανέστατη εδώ η άγνοια ακόμη και βασικών στοιχείων της βυζαντινής ιστορίας, ιδίως της ύστερης περιόδου της, που θα συνέβαλε στην αποφυγή των ανάλογων θεωρητικών λαθών που διαπράχθηκαν και τότε.
Στην Κύπρο, λοιπόν, κάθε νέα τουρκική επιθετική ενέργεια -όπως η de facto κατάληψη της κυπριακής ΑΟΖ ή το άνοιγμα της περίκλειστης Αμμοχώστου και η εξευτελιστική ανακοίνωση για πικ νικ του σουλτάνου εντός της κατεχόμενης πόλης- δεν πυροδοτεί σ’ αυτούς τους, καθόλου ευκαταφρόνητους σε αριθμητικό εύρος και κυρίως σε πολιτική και επικοινωνιακή ισχύ, κύκλους δημόσια αισθήματα αγανάκτησης κατά της τουρκικής ωμότητας. Αντιθέτως, τους ωθεί να καταγίνονται με κείμενα συλλογικής αυτομαστίγωσης για τις χαμένες ευκαιρίες του παρελθόντος, χολερικής κριτικής σε όσους, ζώντες και νεκρούς, εναντιώθηκαν στα διάφορα προτεινόμενα σχέδια λύσης και, κυρίως, σε παρακλήσεις και απειλές για την άμεση αποδοχή οποιουδήποτε επικείμενου σχεδίου.
Κι όμως, μια αρκούντως ορθολογική ανάλυση των νέων δεδομένων θα κατέληγε στο εύλογο συμπέρασμα ότι ο κυπριακός ελληνισμός, ενστικτωδώς ίσως, διεσώθη από την συντριβή του, διότι ακριβώς αρνήθηκε την κατάργηση της αυτοτέλειάς του, όπως αυτή κατοχυρώνεται από την, έστω και κολοβή αλλά ανεξάρτητη και κυρίαρχη, Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν πρέπει να μένει η παραμικρή αμφιβολία ότι ένα υβριδικό κρατικό μόρφωμα, στο οποίο η Τουρκία θα είχε επ’ αυτού ισχυρά παρεμβατικά δικαιώματα, θα είχε ήδη εισέλθει στον δρόμο της ολοκληρωτικής ισλαμοποίησης και τουρκοποίησης του, με την διοχέτευση εξαρτημένων ισλαμικών-τουρκογενών πληθυσμών και την πρόκληση διαρκών προβοκατόρικων δράσεων. Κάτι που συνέβη εξάλλου στην επαρχία της Αλεξανδρέττας-Χατάι μετά το 1937-39, στην κατεχόμενη Κύπρο μετά το 1974, στις ζώνες τουρκικής κατοχής στη Σύρια, μετά το 2016. Η εμπειρία αποδεικνύει επίσης ότι η Άγκυρα, εφόσον διέθετε τα απαραίτητα νομιμοποιητικά εργαλεία, κανένα τρίτο μέρος δεν θα την εμπόδιζε να ολοκληρώσει το στόχο της.
Οι ανωτέρω εύλογες σκέψεις, βασιζόμενες σε αναντίρρητα δεδομένα, απωθούνται, ωστόσο, μετά βδελυγμίας από τους οπαδούς της προσέγγισης με κάθε κόστος και ζημία. Ίσως οι αιτίες αυτής της παράδοξης άρνησης της πραγματικότητας, πέραν της στενής ξενικής εξάρτησης της κυπριακής ελίτ, που ετεροκαθορίζει τις επιλογές της, να εστιάζονται σε αφανείς ψυχολογικές λειτουργίες. Η αδυναμία αποδοχής της ήττας του 1974 κι, εν τέλει, της ύπαρξης ενός κόσμου που -απούσης της μητρός πατρίδος- επικρατεί το άδικο, χωρίς έναν Θεό, μια υπερδύναμη, έναν ΟΗΕ τέλος πάντων, να αποκαθιστά το δίκαιο, οδήγησε πολλούς στην επιλογή της αυτοενοχής, ή ορθότερα της εθνικής ενοχής, από την οποία οι ίδιοι πλέον αυτοεξαιρούνται. Έτσι το θύμα εξυψώνεται στο ίδιο επίπεδο με τον θύτη, και ελαφρύνεται το αβάσταχτο βάρος της συνείδησης της αδυναμίας του. Η συμπεριφορά αυτή επηρεάζεται, επίσης, και από την δυσκολία παραδοχής του λάθους, όχι μόνον απέναντι στο κοινωνικό περιβάλλον, που συνεπάγεται τη δυσάρεστη απώλεια κύρους, αλλά και απέναντι του ίδιου του εαυτού, που καταλήγει σε μοιραία εσωτερική συντριβή. Κάτι σπάνιο άλλωστε σε συνθήκες υπερευημερίας και ασύλληπτου, οικονομικού και αισθητικού, νεοπλουτισμού, δομημένου σε έναν λαβύρινθο παροχής νόμιμων και “ημινόμιμων” διεθνών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, η μόνη οδός υπέρβασης του προσωπικού αδιεξόδου απομένει η εμμονή στις παγιωμένες απόψεις, μέχρι ασφαλώς τη συντριβή τους από την ίδια την πραγματικότητα. Βεβαίως, ακόμη και σε μια τέτοια διαλυτική συνθήκη, εμφανίζονται μηχανισμοί απορρόφησης της ματαίωσης των προσδοκιών, μέσω οδυνηρών συμβιβασμών, τους οποίους ωστόσο έχει προετοιμάσει η σταδιακή διολίσθηση στην αποδοχή των αντιλήψεων του αντιπάλου και μελλοντικού εξουσιαστή. Εξάλλου, το ιδεολόγημα του νεοκυπριακού έθνους, έχει ήδη λειάνει το έδαφος προς αυτήν την κατεύθυνση, εξαφανίζοντας τους λόγους μιας ουσιαστικής αντιστάσεως.
Επί της προκειμένης καταστάσεως, πάντως, η νεο-οθωμανική Τουρκία δεν προτίθεται σε καμία περίπτωση να εγκαταλείψει την από δεκαετίες εκπεφρασμένη επιδίωξη της για έλεγχο ολόκληρης της νήσου. Η σκλήρυνση της τακτικής της και οι ρητορικές απειλές για μια τελική διχοτόμηση με δύο κυρίαρχα κράτη, σχετίζονται με τη γενικότερη εκβιαστική πολιτική που ακολουθεί για την επίτευξη όσων περισσότερων στόχων μπορεί στην παρούσα ευνοϊκή για την ίδια συγκυρία. Πολλά, κατά τα φαινόμενα, θα κριθούν, όχι μόνον για την Κύπρο αλλά και για το σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, από τη συνέχιση της σταδιακής στροφής της Άγκυρας προς τη Δύση, όπως έχει αρχίσει να διαπιστώνεται από τη δράση της στην Υπερκαυκασία, όπου λειτουργεί μια άτυπη αντί-ρωσική και αντί-ιρανική ισραηλινο-τουρκική συμμαχία, και από την έκβαση του πολέμου στα βουνά του Ναγκόρνο Καραμπάχ.
Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020
Η σωτηρία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ είναι σημαντική για την ασφάλεια της Ρωσίας
του Dmitriy Bavyrin
Σε συνάντησή του με τον
Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών, ο Πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν έκανε λόγο για την
"απελευθέρωση" 200 οικισμών στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ (NKR), και υποσχέθηκε να συνεχίσει την επίθεση ώστε να αποκαταστήσει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας του. Η εξέλιξη των γεγονότων είναι, όμως, αντίθετη με τα στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας.
Ανεξάρτητα από το πώς αναπτύσσεται η εθνική σύγκρουση μεταξύ των Αρμενίων και
των Τούρκων-Αζέρων, είναι σημαντικό για εμάς να διατηρήσουμε το NKR, διαφορετικά το ΝΑΤΟ
θα έχει εύκολη πρόσβαση στην Κασπία.
Η σύγκρουση Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν θεωρείται από πολλούς στη Ρωσία ως ένας ξένος πόλεμος, στον οποίο δεν είναι απαραίτητο να λάβουμε μέρος. Πράγματι, η Αρμενία είναι στρατιωτικός σύμμαχος της Ρωσικής Ομοσπονδίας στον Οργανισμό της Συνθήκης Συλλογικής Ασφαλείας (CSTO) και η Μόσχα επιβεβαιώνει όλες τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από αυτό. Ωστόσο, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν είναι έδαφος της Αρμενίας. Ως εκ τούτου, η Ρωσία δεν πρέπει να παρεμβαίνει σε ό,τι συμβαίνει στην αρμενική πλευρά και έτσι να κινδυνεύσει να χαλάσει τις σχέσεις της με το Αζερμπαϊτζάν, γείτονα και σημαντικό εταίρο σε πολλούς τομείς.
Η αποστολή του διαμεσολαβητή και ειρηνοποιού, την οποία το Κρεμλίνο προσπαθεί να αναλάβει, αποδίδεται στην επιθυμία του να σταματήσει τις μάχες – μια κακή ειρήνη είναι σε κάθε περίπτωση καλύτερη από μια καλή διαμάχη, και πολύ περισσότερο που δεν υφίσταται τίποτε το καλό σε μια 'κρεατομηχανή' με ξεκάθαρο το εθνοτικό στοιχείο, η οποία εκτυλίσσεται τόσο κοντά στα σύνορά μας.
Αλλά το πώς ακριβώς θα
λήξει αυτός ο πόλεμος, φαίνεται να έχει δευτερεύουσα σημασία -
τελικά, είναι ξένος προς εμάς και κάθε πλευρά έχει τη δική της αλήθεια: οι Αζέροι
έχουν την αλήθεια της νομιμότητας (το έδαφος τους ανήκει) και οι Αρμένιοι έχουν την
αλήθεια της πραγματικότητας (η εθνοτική εικόνα της περιοχής που διαμορφώθηκε πριν
ξεσπάσει εκεί ο πόλεμος [το 1988]).
Δυστυχώς, αυτή είναι μια απλουστευτική
προσέγγιση του προβλήματος που δεν λαμβάνει υπόψη τα αντικειμενικά στρατηγικά
συμφέροντα της Ρωσίας. Κι αυτά συνίστανται στο γεγονός ότι το Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν
πρέπει να κατακτηθεί εντελώς από το στρατό του Αζερμπαϊτζάν αλλά να διατηρήσει την
οντότητά του, χωρίς να ελέγχεται από το Μπακού.
Στην πραγματικότητα, αυτό αντικατοπτρίζει και η επίσημη θέση της Μόσχας, την οποία υποστήριξε από τις πρώτες ώρες του νέου πολέμου: μια άμεση κατάπαυση του πυρός. Αυτό θα καθορίσει τώρα και τη σωτηρία του Αρτσάχ, καθώς η τακτική πρωτοβουλία ανήκει στους Αζέρους. Παρ’ όλο που η Αρμενία κατάφερε να αποφύγει μια τελική καταστροφή και την απώλεια του διαδρόμου Λατσίν, που τη συνδέει με τον Καραμπάχ, οι Αρμένιοι ουσιαστικά υποχωρούν και το έδαφος της μη αναγνωρισμένης δημοκρατίας, που έχουν υπό τον έλεγχό τους, συρρικνώνεται μέρα με τη μέρα. Ωστόσο, η τελική απορρόφηση από το Αζερμπαϊτζάν, όπως προαναφέρθηκε, έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους της Ρωσίας να διασφαλίσει τη δική της ασφάλεια.
Γιατί η Ρωσία χρειάζεται το Ναγκόρνο-Καραμπάχ
Σε γενικές γραμμές, το Αρτσάχ
είναι ένα πολύ όμορφο και ευχάριστο μέρος για έναν Ρώσο. Μάλιστα, ακόμα πιο
ευχάριστο από την Αρμενία, δεδομένου ότι οι ντόπιοι Αρμένιοι μιλούν καλύτερα
ρωσικά, είναι απόλυτα φιλορώσοι στις απόψεις τους και είναι πάντα φιλόξενοι με
τους ξένους επισκέπτες - η τοπική νεολαία στερείται εντελώς της αλλαζονείας που
είναι συχνό χαρακτηριστικό των συνομηλίκων της στο Ερεβάν.
Αυτή δεν είναι η μόνη
διαφορά μεταξύ του Αρτσάχ και της Αρμενίας, που θέλουν οι ίδιοι οι κάτοικοι του
Καραμπάχ να τονίζουν. Η Δημοκρατία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ (NKR) έχει μια σταθερή δημοκρατία, με
τακτική αλλαγή κυβέρνησης και δεν υπάρχει εγκληματικότητα - εξάλλου, όλοι γνωρίζονται
μεταξύ τους, είναι δεμένοι με δεσμούς αίματος και ενωμένοι για ένα σκοπό.
Για τον ίδιο λόγο, σχεδόν δεν υφίσταται διαφθορά, η οποία την ίδια ώρα διαβρώνει τη «μεγάλη» Αρμενία. Ως αποτέλεσμα, ένα σημαντικό μέρος των ντόπιων πολιτικών, καθώς και των ψηφοφόρων τους, είναι σκεπτικοί σχετικά με την ιδέα της ένωσης με την Αρμενία σε μια ενιαία χώρα. Αυτό μπορεί να φαίνεται απροσδόκητο, αλλά είναι αλήθεια: στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, είναι ευγνώμονες στο Ερεβάν για ό,τι κάνει για αυτούς, θεωρούν τον εαυτό τους αναπόσπαστο μέρος του αρμενικού λαού, αλλά θα ήθελαν να παραμείνουν μια πολιτικά ανεξάρτητη δημοκρατία - το δεύτερο Αρμενικό κράτος, που δεν έχει μια σειρά από προβλήματα και «εγγενή τραύματα» του πρώτου.
Όταν ο σημερινός Πρόεδρος
του Καραμπάχ Arayik
Harutyunyan ήταν
πρωθυπουργός της δημοκρατίας, είχε πει στον ανταποκριτή της εφημερίδας VZGLYAD, σε ιδιωτική συνομιλία τους, ότι
θεωρεί τον Ναγκόρνο-Καραμπάχ τον πιο ειλικρινή φίλο της Ρωσίας - αυτόν που
απλώς την υποστηρίζει, χωρίς να λαμβάνει τίποτα σε αντάλλαγμα.
Η καλοσύνη ωστόσο δεν φθάνει:
παρ’ όλο που το Αρτσάχ είναι ένα ευχάριστο μέρος, η Ρωσία δεν έχει κάποιο
κέρδος. Δεν υπάρχουν αγωγοί πετρελαίου, φυσικού αερίου ή εμπορικές οδοί.
Δεν υπάρχει τίποτα σε αυτά τα βουνά που να είναι στρατηγικής σημασίας για εμάς.
Ωστόσο, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ είναι σημαντικό για τη Ρωσική Ομοσπονδία απλώς από
το γεγονός της ύπαρξής του.
Για να το καταλάβουμε, αρκεί
να φανταστεί κανείς τη συμπεριφορά του Αζερμπαϊτζάν, αφού ανακτήσει τον έλεγχο
της περιοχής. Πιθανότατα, θα ενεργήσει με τον ίδιο τρόπο που ενήργησε κάποτε και η Τουρκία - ο κύριος προστάτης και εμπνευστής του δεύτερου πολέμου
στο Καραμπάχ. Δηλαδή, θα πραγματοποιήσει εθνοκάθαρση των Αρμενίων και θα
ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.
Είναι γενικά αποδεκτό στη
Ρωσία ότι η ύπαρξη αυτονομιστικών σχηματισμών στο ένα ή στο άλλο κράτος
μπλοκάρει το δρόμο τους προς τη Βόρεια Ατλαντική Συμμαχία, βάσει του καταστατικού
χάρτη του ΝΑΤΟ. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι απολύτως αληθές: δεν
υπάρχει τίποτα τέτοιο στη συνθήκη του ΝΑΤΟ, αλλά η απαίτηση για επίλυση όλων
των εδαφικών διαφορών με τους γείτονες περιλαμβάνεται στο MAP (The Membership Action Plan), ένα σχέδιο δράσης για την ένταξη,
που εισήχθη το 1999.
Αυτή η προϋπόθεση, φυσικά,
οφείλεται στο περίφημο 5ο άρθρο της συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο μια επίθεση
στο έδαφος μιας χώρας θεωρείται επίθεση σε ολόκληρη τη συμμαχία. Υπ' αυτήν την έννοια οι υποψήφιες
χώρες που δεν ελέγχουν ολόκληρη την επικράτειά τους, είναι
ένα δυνητικά επικίνδυνο στοιχείο που προσπαθεί να λύσει τα προβλήματά του με
την βοήθεια των υπολοίπων μελών. Επισήμως, αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο, στην
πράξη, όμως, είναι το μεγαλύτερο και μάλιστα το πλέον αξιόπιστο.
Στον μετα-σοβιετικό χώρο,
υπάρχουν πολλά παραδείγματα τέτοιων εμποδίων: η Μολδαβία δεν εισέρχεται στο
ΝΑΤΟ λόγω της Υπερδνειστερίας, η Γεωργία λόγω της Αμπχαζίας και της Νότιας
Οσετίας, η Ουκρανία λόγω της Κριμαίας και του Ντονμπάς. Είναι αλήθεια, ότι το
βορειοατλαντικό φως δεν θα ανάψει σύντομα για το Κίεβο και με οποιοδήποτε
σενάριο, αλλά στην περίπτωση της Γεωργίας, η σημασία του αυτονομιστικού θύλακα
είναι αντιληπτή απ’ όλες τις πλευρές. Δεν είναι τυχαίο ότι, μόλις λίγους μήνες
μετά την άρνηση της ενταξιακής διαδικασίας για την Τιφλίδα, ο Σαακασβίλι
προσπάθησε να ξεκινήσει τον τυχοδιωκτισμό του στη Νότια Οσετία.
Για το Αζερμπαϊτζάν, το
Ναγκόρνο-Καραμπάχ είναι ακριβώς το ίδιο εμπόδιο, ασφαλιστική δικλείδα και
άγκυρα. Λίγα λέγονται γι’ αυτό, δεδομένου ότι επίσημα το Μπακού, σε αντίθεση με
τη Γεωργία και την Ουκρανία, δεν έχει ακόμη δηλώσει την επιθυμία του να
ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Αλλά σε περίπτωση που το κράτος του Αζερμπαϊτζάν
πραγματοποιήσει το εθνικό του όνειρο και αποκαταστήσει την εδαφική του ακεραιότητα,
η ένταξη στην Βόρεια Ατλαντική Συμμαχία θα γίνει ένα προφανές βήμα γι’ αυτό - με
αυτόν τον τρόπο θα εξασφαλίσει το απαραβίαστο των νεοαποκτηθέντων συνόρων με
στρατιωτικές εγγυήσεις από τις Βρυξέλλες.
Δεν υπάρχει αμφιβολία: το
ΝΑΤΟ όχι απλώς θα δεχθεί το Μπακού - θα το αρπάξει κυριολεκτικά. Η ένταξη του
Αζερμπαϊτζάν στις Βρυξέλλες είναι πολύ πιο πολύτιμη από όλα τα κομμάτια της
πρώην Γιουγκοσλαβίας ταυτόχρονα (εντάσσονται αμέσως στη συμμαχία μόνο λόγω της
επιθυμίας να εξαλείψουν τη ρωσική επιρροή). Θα παρέχει στους Νατοϊκούς αυτό που δεν
έχουν τώρα - πρόσβαση στην Κασπία Θάλασσα, καθώς και πρόσβαση στη στρατιωτική
υποδομή στα σύνορα δύο πιθανών αντιπάλων: στο νότο της Ρωσίας και στα βόρια του Ιράν.
Βασικός λομπίστας για την
λήψη αυτής της απόφασης θα είναι η Τουρκία. Αλλά και όλοι οι άλλοι,
συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, θα υπογράψουν χωρίς πολλή συζήτηση,
μεταξύ άλλων, προκειμένου να εξισορροπηθεί ο ρόλος της Άγκυρας στην περιοχή.
Τώρα ουσιαστικά έχει το μονοπώλιο όσον αφορά την επιρροή στο
Αζερμπαϊτζάν, αλλά, στο πλαίσιο της συμμαχίας, θα πρέπει να μοιραστεί την
επιρροή της, τουλάχιστον, με τους Αμερικανούς.
Το Μπακού έχει ήδη διαβεί
ένα μέρος του δρόμου προς το ΝΑΤΟ - είναι πρώην μέλος του προγράμματος ‘Συνεργασία
για την Ειρήνη’, το οποίο έχει ήδη αλλάξει σε ένα μεμονωμένο σχέδιο εταιρικής
σχέσης (όπως και η Αρμενία, παρεμπιπτόντως). Τα επόμενα βήματα είναι ο
λεγόμενος εντατικός διάλογος (η Ουκρανία και η Γεωργία έχουν αυτό το καθεστώς),
και ακολουθείται από το MAP, την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται
σε αυτό - και φθάσαμε: εάν εξαλειφθεί ο αρμενικός αυτονομισμός, η εμφάνιση
μιας στρατιωτικής βάσης του ΝΑΤΟ στην Κασπία είναι πιά θέμα χρόνου.
Σε αυτήν την περίπτωση το
μόνο πράγμα που μπορεί να εμποδίσει την είσοδο του Αζερμπαϊτζάν στο ΝΑΤΟ, είναι
η ασυμβατότητα με μια προϋπόθεση που διατυπώνεται στη συνθήκη: στο ΝΑΤΟ
γίνονται δεκτές μόνο δημοκρατικές χώρες, ενώ στο Μπακού έχει εγκαθιδρυθεί ένας
τυπικός ανατολικός δεσποτισμός. Αλλά δεν πρέπει να βασιζόμαστε σε αυτόν τον περιορισμό
- η δυτική δημοκρατία είναι κερδοφόρα επιχείρηση και ο Αλίεφ δεν είναι αιώνιος.
Άλλωστε και η ίδια η
Τουρκία ήταν μια τυπική δικτατορία μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του
1940, αλλά κατάφερε να αναγεννηθεί ως δημοκρατία και, κατά την πρώτη επέκταση
της συμμαχίας, το 1952, εισήχθε επισήμως στο ΝΑΤΟ.
Αφενός ήταν η ίδια η
Ουάσιγκτον που ώθησε ενεργά τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση. Αφετέρου, οι
αλλαγές ήταν σύμφωνες με τις φιλοδοξίες της ίδιας της τουρκικής ελίτ. Οι
κληρονόμοι του Κεμάλ τόλμησαν να διακινδυνεύσουν τη εξουσία τους (την
οποία, παρεμπιπτόντως, έχασαν πολύ σύντομα), με σκοπό να εξασφαλιστούν από
πιθανή επέμβαση της ΕΣΣΔ.
Στην Άγκυρα δεν
εμπιστεύονταν τον Στάλιν και πίστευαν ότι αυτός, έχοντας χάσει την ελπίδα της σοβιετικοποίησης
της Τουρκίας, θα προσπαθούσε να επεκτείνει τις σοβιετικές σοσιαλιστικές
δημοκρατίας της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν σε βάρος των εδαφών που κατείχε η
Τουρκία στο Βαν, στο Ερζερούμ και την Τραπεζούντα, τα οποία έπρεπε να ενταχθούν
στην Αρμενία βάσει της Συνθήκης της Ειρήνης των Σεβρών, που αναγνωρίστηκε από
τον Σουλτάνο, αλλά όχι από τον Κεμάλ. Για να αποτρέψουν δια παντός αυτήν την
απειλή, οι Τούρκοι τέθηκαν υπό την ομπρέλα της συμμαχίας, θυσιάζοντας την
εσωτερική πολιτική σταθερότητα.
Το Αζερμπαϊτζάν, αν
ανακτήσει τον έλεγχο του Αρτσάχ, θα επιδιώξει έναν παρόμοιο στόχο, την τελική
απορρόφηση των αρμενικών εδαφών. Είναι απίθανο να υποβληθεί αίτηση εισόδου στο
ΝΑΤΟ από τον Αλίεφ, αλλά, αναπόφευκτα αυτό θα γίνει μετά από αυτόν. Κι αυτό το
«μετά», σε περίπτωση καταστροφής του NKR, μπορεί να έρθει πολύ νωρίτερα απ' ό,τι
όταν η σύγκρουση παρέμενε «παγωμένη». Έχοντας το Αζερμπαϊτζάν απαλλαχθεί των
εδαφικών του προβλημάτων, που είναι ένα λαχταριστό κομμάτι για το ΝΑΤΟ, οι
Ατλαντικοί θα έχουν έναν πολύ καλό λόγο να ενθαρρύνουν εκεί τις «δημοκρατικές
μεταρρυθμίσεις», οργανώνοντας ακόμη μια «έγχρωμη επανάσταση».
Εάν το Αρτσάχ παραμείνει αρμενικό,
αυτό θα αποτρέψει το Αζερμπαϊτζάν από το να ενταχθεί στη Βόρεια Ατλαντική
Συμμαχία, ανεξάρτητα από το ποιος έχει την εξουσία στο Μπακού - κανείς δεν
μπορεί να παραιτηθεί οικειοθελώς από το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, αυτό είναι θέμα
αρχής.
Έτσι, η σωτηρία του μη
αναγνωρισμένου αρμενικού κράτους μετατρέπεται σε πολιτικό καθήκον για τη Ρωσική
Ομοσπονδία. Ποια θα είναι τα μεταπολεμικά του σύνορα είναι σημαντικό για τους
Αρμένιους, αλλά για τους Ρώσους είναι κάτι δευτερεύον - αυτό το ζήτημα θα
πρέπει να καθοριστεί κατά τη διάρκεια του «έργου».
Το κυριότερο είναι να
καταλάβουμε ότι αυτή η σφαγή δεν έχει πισωγύρισμα. Είναι πλέον υπαρκτός ο
κίνδυνος αν καθυστερήσουμε να βρεθούμε στο σημείο που η πτώση του NKR θα
γίνει μη αναστρέψιμη. Και τον ρυθμό των τωρινών εξελίξεων, το τέλος μπορεί
να μην χρειαστεί καν εβδομάδες, αλλά μέρες.
Πηγή: https://vz.ru/politics/2020/11/2/1068468.html
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020
Η Αρμενία κατάφερε με “πονηριά” να αποφύγει τη στρατηγική καταστροφή
Για πρώτη φορά, εδώ και πολύ καιρό, ο αρμενικός στρατός κέρδισε μια σημαντική νίκη στο Καραμπάχ. Κατάφερε να απωθήσει τα στρατεύματα του Αζερμπαϊτζάν από τον λεγόμενο διάδρομο του Λατσίν, έναν στρατηγικής σημασίας δρόμο που συνδέει την Αρμενία με το Καραμπάχ. Σε τι θα οδηγούσε την Αρμενία η απώλεια αυτής της θέσης και γιατί το Αζερμπαϊτζάν αποτυγχάνει και σε άλλους τομείς του μετώπου;
Στο τέλος της περασμένης εβδομάδας, η κατάσταση για την Αρμενία και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ (NKR) ήταν πραγματικά κοντά σε μια στρατηγική καταστροφή.
Την περασμένη Παρασκευή, το νότιο σώμα του στρατού του Αζερμπαϊτζάν, έχοντας νικήσει τους Αρμένιους στην κοιλάδα του ποταμού Άραξη και στη στέπα Geyan, προωθήθηκε πολύ προς τα αρμενικά σύνορα, καταλαμβάνοντας και την πόλη Qubadlı. Οι μονάδες του Αζερμπαϊτζάν βρέθηκαν σε απόσταση 10 έως 15 χιλιομέτρων από την πόλη Λατσίν του Καραμπάχ. Αυτό έθεσε σε άμεση απειλή την επικοινωνία του NKR με την Αρμενία, επειδή ο διάδρομος Λατσίν άρχισε να βάλλεται με πυρά από τον στρατό του Αζερμπαϊτζάν.
Ο διάδρομος Λατσίν είναι κρίσιμος για ολόκληρη την άμυνα του Καραμπάχ (μαζί με τον έλεγχο του εναλλακτικού δρόμου από τον Βαρντενίς προς τον Μαρντακέρ) και η απώλειά του θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφικές συνέπειες τόσο την Αρμενία όσο και το NKR. Εάν χανόταν αυτός ο δρόμος, τότε, ουσιαστικά, θα κατέρρεε και η άμυνα του Καραμπάχ. Ο διάδρομος Λατσίν έχει τεράστια σημασία για τον εφοδιασμό ολόκληρου του Καραμπάχ, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών προμηθειών, καθώς τον συνδέει με την Αρμενία.
Την Παρασκευή, ο Αρμένιος υπουργός Άμυνας Δαυίδ Τονογιάν έφτασε στην πρωτεύουσα του ΝΚΡ, το Στεπανακέρτ, και ανέλαβε τη διοίκηση των στρατευμάτων του Καραμπάχ. Όχι ότι το γεγονός αυτό επηρέασε την εξέλιξη των γεγονότων. Πιθανότατα, οι Αρμένιοι κατάφεραν να συγκεντρώσουν επαρκείς δυνάμεις για να κόψουν την επαφή του προπορευόμενου αζερικού στρατιωτικού τμήματος με τα μετόπισθεν, και το Σάββατο, 24 Οκτωβρίου, να το βομβαρδίσουν ανηλεώς με MLRS. Ως αποτέλεσμα, το αζερικό προπορευόμενο τακτικό τάγμα (BTG) καταστράφηκε και οι δυνάμεις που το υποστήριζαν υποχώρησαν στο Qubadlı.
Αυτή ήταν η πρώτη σοβαρή τακτική νίκη των Αρμενίων στο νότιο τμήμα του μετώπου, έπειτα από την εγκατάλειψη ουσιαστικά ολόκληρης της «ζώνης ασφαλείας» και της απώλειας πρόσβασης στα σύνορα του Ιράν. Επιπλέον, η ανεπιτυχής υπεράσπιση του Zangilan οδήγησε σε μια χαοτική υποχώρηση των αρμενικών δυνάμεων βόρεια ,προς το Λατσίν, κάτι που συνιστούσε σχεδόν μια στρατηγική ήττα.
Άλλο τώρα αν τα στρατεύματα του Αζερμπαϊτζάν, συνηθισμένα να επιτίθενται στις συνθήκες της στέπας, δεν μπορούν επαρκώς να πραγματοποιήσουν έφοδο στα υψώματα και στα βουνά. Μεταξύ του Qubadlı και του Λατσίν υπάρχουν όρη ύψους περίπου 1.700 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, και τα στρατεύματα του Αζερμπαϊτζάν δεν μπορούν να συνεχίσουν την επίθεση με τον ίδιο ρυθμό. Ήλθαν αντιμέτωπα με την υπεράσπιση του «ορεινού φρουρίου» του Καραμπάχ, το οποίο δεν είναι έτοιμα να το καταλάβουν με εφοδο. Σε τέτοια γεωμορφολογία δεν μπορούν να δράσουν ούτε η αζέρικη αεροπορία ούτε τα drones, που σε σημαντικό βαθμό συνετέλεσαν στον ρυθμό προώθησης των Αζέρων στην στέπα.
Οι Αρμένιοι τράβηξαν τους Αζέρους στην ίδια παγίδα που είχαν ήδη πέσει αρκετές φορές: η εμπροσθοφυλακή πηγαίνει σαν σε παρέλαση, αλλά στη συνέχεια πέφτει στη ζώνη πυρός των αρμενικών πυραυλικών αμυντικών συστημάτων και, υποχωρώντας, βρίσκει ναρκοπέδια που έχουν απομείνει εκεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Η οργάνωση αυτής της επιχείρησης απαίτησε μια σοβαρή συγκέντρωση δυνάμεων και ειδικές προσπάθειες από τους Αρμένιους. Αλλά δεν είχαν άλλη επιλογή, δεδομένης της κολοσσιαίας σημασίας του διαδρόμου Λατσίν.
Προηγούμενες προσπάθειες να περικυκλώσουν τις ομάδες της εμπροσθοφυλακής του στρατού του Αζερμπαϊτζάν σε έναν κλασικό κλοιό δεν πέτυχαν, λόγω της υπεροχής του αζερικού πυροβολικού σε αυτήν την περιοχή. Η ευρέως διαφημιζόμενη (και προσωπικά από τον πρωθυπουργό Νικόλ Πασινιάν) προσπάθεια να επανέλθουν οι Αρμένιοι στα ιρανικά σύνορα, μέσω της ανοιχτής και πρακτικά χωρίς φύλαξη πλευράς των Αζέρων σκόνταψε στο «ελαφρύ ιππικό» του Αζερμπαϊτζάν- το ρυμουλκούμενο πυροβολικό και το τσέχικο τροχοφόρο αυτοκινούμενο πυροβολικό DANA.
Στους άλλους τομείς του μετώπου, δούλεψε η αρχή του «ορεινού φρουρίου». Μόλις οι μονάδες του Αζερμπαϊτζάν πλησίασαν τα βουνά, η επίθεσή τους κατέρρευσε. Από αυτή την άποψη, η κατάσταση στο βόρειο τμήμα του μετώπου είναι πολύ ενδεικτική. Οι αλπινιστές και οι ειδικές δυνάμεις μπόρεσαν να σκαρφαλώσουν μόνο σε μία βουνοκορφή στην οροσειρά του Murovdag (αυτό είναι το φυσικό βόρειο σύνορο του Καραμπάχ και της περιοχής Kelbajar, που συνδέει το Καραμπάχ με την Αρμενία). Σε αυτό το σημείο σταμάτησε και η επίθεση των Αζέρων από τον βορρά. Πριν από μερικές ημέρες, μια προσπάθεια προώθησης κοντά στο όρος Άγκερ τελείωσε με την εξόντωση ενός λόχου ειδικών δυνάμεων, έπειτα από την οποία το Μπακού έπαυσε κάθε απόπειρα επίθεσης στη βόρεια ζώνη.
Στον βορειοανατολικό τομέα, η επίθεση του Αζερμπαϊτζάν στην αρχή εξελίχθηκε, φαινομενικώς, με επιτυχία, αν και εξαιρετικά αργά. Οι Αζέροι προωθήθηκαν με κόστος πολύ μεγάλων απωλειών, κατά μήκος της κοιλάδας του ποταμού Τέρτερ, και κατέλαβαν αρκετά μεγάλες κατοικημένες περιοχές, αλλά και εκεί κόλλησαν. Ο στρατηγικός στόχος αυτού του μετώπου ήταν η κατάληψη της πόλης Mardakert, απ’ όπου περνά ο δεύτερος δρόμος από την Αρμενία (η εναλλακτική επιλογή προς το Λατσίν, αλλά με λιγότερες δυνατότητες μεταφοράς). Ο στόχος απέτυχε, και οι Αρμένιοι τώρα κρατούν με επιτυχία αυτό το μέτωπο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πλευρά του Αζερμπαϊτζάν δεν επέδειξε τακτική ευελιξία. Ακόμη και τα εκπαιδευμένα τμήματα του πεζικού, όπως οι αλπινιστές και οι ειδικές δυνάμεις, απλώς επιτέθηκαν μετωπικά στις ορεινές αρμενικές θέσεις, αναρριχήθηκαν στις πλαγιές, υπέστησαν μεγάλες απώλειες και σταμάτησαν.
Το αποτέλεσμα της επιτυχούς άμυνας των Αρμενίων στα βόρεια, βορειοανατολικά (τα δύο αυτά μέτωπα σχετίζονται μεταξύ τους, αν και χωρίζονται λόγω της γεωμορφολογίας του εδάφους), και ακόμη περισσότερο στο νότο, ήταν η κατάρρευση ολόκληρου του στρατηγικού σχεδίου του Μπακού. Προβλεπόταν επίθεση από βορρά και νότο και προώθηση έως και στις δύο διαδρομές εφοδιασμού από την Αρμενία. Η καθήλωση του στρατού στο βόρειο μέτωπο έθαψε αυτήν τη στρατηγική.
Η ήττα της αζερικής εμπροσθοφυλακής στα περίχωρα του Λατσίν κατέστησε δυνατή τη διάσωση του NKR από την «ατμόσφαιρα καταστροφής» - τουλάχιστον προσωρινά. Μέχρι στιγμής, οι Αρμένιοι έχουν καταφέρει να αποφύγουν μια στρατηγική ήττα, αλλά το πόσο μπορούν να παγιώσουν αυτήν την επιτυχία είναι ένα άλλο ζήτημα. Η επιχειρησιακή πρωτοβουλία, πάντως, παραμένει στους Αζέρους, παρ’ όλο ότι δεν έχουν επιτύχει τους στρατηγικούς στόχους τους. Πίσω από το Qubadlı, παραμένει μια μικρή αρμενική επιχειρησιακή ομάδα που αντιστέκεται λυσσασμένα, χωρίς να δίνει την ευκαιρία στον εχθρό να συνδεθεί με το Ναχιτσεβάν, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να της παρασχεθούν εφόδια.
Ο στρατηγικός στόχος της προώθησης του στρατού του Αζερμπαϊτζάν επί του παρόντος αναφέρεται ότι είναι η Σούσα, αλλά, μετά τη διακοπή της επίθεσης στο Λατσίν, αυτό μοιάζει με όνειρο.
Το νότιο σώμα, το οποίο, το τελευταίο διάστημα, προωθείτο δραστήρια, τώρα βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση και χρειάζεται ενισχύσεις. Μια μετωπική επίθεση στο "ορεινό φρούριο" πλέον αποκλείεται. Η ανακωχή θα επιτρέψει στην πλευρά του Αζερμπαϊτζάν να εξοπλίσει σταδιακά το νότιο Σώμα και, ενδεχομένως, να αφαιρέσει κάποιες μονάδες από αυτό για να οργανώσει μια πίεση στο κεντρικό μέτωπο. Η πιθανότητα μιας επίθεσης στον Λατσίν αυτή τη στιγμή τουλάχιστον έχει στην πραγματικότητα απαλειφθεί.
Η νίκη στο Λατσίν θα δώσει στους Αρμένιους την ευκαιρία να επανεξετάσουν τα σχέδια δράσης τους και να αρχίσουν να συγκροτούν ένα νέο αμυντικό σύστημα. Υπάρχει επίσης και η πτυχή του ηθικού: η άμυνα του Zangilan δεν λειτούργησε από την αρχή και, για πρώτη φορά από το 1988, μπορούσαμε να μιλάμε για μια χαοτική υποχώρηση των αρμενικών στρατευμάτων, παρ’ όλες τις πατριωτικές εκκλήσεις. Τώρα η πατριωτική διάθεση επιστρέφει.
Από την άποψη του μαχητικού πνεύματος, η Αρμενία και το NKR χρειάζονταν τουλάχιστον μία τέτοια νίκη, αν και τοπική, για να επιστρέψουν τα στρατεύματα στην απαιτούμενη κατάσταση μάχης. Τα κατάφεραν, και μάλιστα στον πιο σημαντικό στρατηγικό τομέα.
Πηγή: https://vz.ru/world/2020/10/26/1067229.html
Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020
Ο Ερντογάν προσπαθεί να ανοίξει διάδρομο προς την Κασπία
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020
Εισήγηση στο Θ’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος -200 έτη από την Επανάσταση του 1821
Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό, η έναρξη της επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες με εφαλτήριο την Βεσσαραβία και η, καταλυτική για την έκρηξη της επανάστασης, σχεδόν καθολική πεποίθηση των Ελλήνων ότι ο τσάρος θα την στήριζε, υπήρξαν αποτελέσματα των μακροχρόνιων σχέσεων που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στον ελληνισμό και στη Ρωσία.
Η ίδια προσμονή, ωστόσο,
δεν εκπορευόταν μόνον από την ελληνική πλευρά, αλλά, αντιστοίχως, και από την
ρωσική. Ανεξαρτήτως των κινήτρων της κεντρικής εξουσίας, που, οπωσδήποτε,
εξέφραζε βασικές οικονομικές και γεωστρατηγικές επιδιώξεις των ηγεμονικών στρωμάτων
της χώρας, η πεποίθηση για την αναγκαιότητα στρατιωτικής συνδρομής στους
καταπιεζόμενους χριστιανούς των Βαλκανίων ήταν απόλυτα εδραιωμένη στη ρωσική
κοινωνία. Ιδιαίτερη, όμως, ήταν η σχέση των μελών της μυστικής οργάνωσης των
αξιωματικών του ρωσικού στρατού, που έμελλε να γίνουν γνωστοί ως «Δεκεμβριστές»,
με τους Έλληνες που συμμετείχαν στην εκστρατεία στις παραδουνάβιες ηγεμονίες,
και, πρωτίστως, με τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Η εμπειρία από την
εκστρατεία στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια του 6ου αντιναπολεόντειου συνασπισμού,
το 1813-14, υπήρξε καταλυτική για τις αντιλήψεις πολλών αξιωματικών του ρωσικού
στρατού. Η επιρροή από την
επαφή με μια άλλη πραγματικότητα, τους έστρεψε προς τη διεκδίκηση ριζικών
κοινωνικών και πολιτικών φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στην ίδια τη Ρωσία.
Βασικοί στόχοι των μυστικών εταιρειών που συγκρότησαν, ήταν η κατάργηση της
απάνθρωπης δουλοπαροικίας και η μεταβολή του πολιτεύματος είτε σε συνταγματική
μοναρχία, που υποστήριζε η «Εταιρεία του Βορρά», είτε σε δημοκρατία, που με
σθένος διεκδίκησε αυτή του Νότου. Ταυτόχρονα, ενισχύθηκε η αντίληψη για τον
μεσσιανικό ρόλο που καλείτο να παίξει η Ρωσία στην απελευθέρωση των λαών της
Ευρώπης, και ειδικότερα των ομοδόξων λαών των Βαλκανίων, Ελλήνων και Σλάβων. Τα
βασικά στελέχη της «Εταιρείας του Νότου», όπως ήταν ο Μιχαήλ Ορλώφ και ο Πάβελ
Πέστελ, έβλεπαν το ελληνικό ζήτημα ως μέσο για την κήρυξη μιας πανευρωπαϊκής
επανάστασης, που θα είχε ως στόχο, με την βοήθεια και της εξέγερσης των Σλάβων
της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, την κατάρρευση της Ιεράς Συμμαχίας και, τελικά,
την ανατροπή του τσαρικού καθεστώτος. Όπως έγραψε ο Δεκεμβριστής ποιητής
Βλαντίμηρ Ραγιέφσκι η εξέγερση των Ελλήνων θα «αφυπνίσει τον λαό από τον
ύπνο και την ύδρα της μισοκοιμισμένης ελευθερίας».
Το σχέδιο του Ορλώφ ήταν
να ενισχύσει στρατιωτικά την ελληνική επανάσταση, πυροδοτώντας έτσι έναν ρωσο-τουρκικό
πόλεμο, που θα κατέληγε και σε μια ένοπλη εσωτερική εξέγερση. Αναμφισβήτητο
γεγονός είναι επίσης ότι οι διεργασίες για την ελληνική επανάσταση και την
εσωτερική ρωσική εξέγερση, κατά τους μήνες αυτούς μεταξύ 1820-21, λάμβαναν χώρα
στον ίδιο τόπο και ίσως συζητούνταν από κοινού, κυρίως στο Κισινιόφ. Η
συνεργασία αυτή με τους Έλληνες Φιλικούς επηρέασε, όμως, και τους Ρώσους συνωμότες
αξιωματικούς. Συγκεκριμένα, η γνωριμία του Ορλώφ με τις αρχές συγκρότησης της
«Φιλικής Εταιρείας» είχε αντίκτυπο στην πρότασή του για την νέα δομή της
ρωσικής μυστικής οργάνωσης, όπως προκύπτει και από την τοποθέτηση που κάνει στη
τελευταία συνεδρίαση της «Ένωσης Ευημερίας», που πραγματοποιείται στην Μόσχα
τον Ιανουάριο του 1821.
Το ελληνικό ζήτημα
απασχόλησε και τον σημαντικότερο πολιτικό νου των Δεκεμβριστών και ηγέτη της
«Εταιρείας του Νότου», Πάβελ Ιβάνοβιτς Πέστελ. Ο Πέστελ στο συνταγματικό σχέδιο που παρουσίασε με την
ονομασία «Ρωσική Αλήθεια» συμπεριέλαβε και το σχέδιο δημιουργίας του «Ελληνικού
Βασιλείου». Όπως
υπογράμμισε ο διακεκριμένος Δεκεμβριστής, ιταλικής καταγωγής, αντισυνταγματάρχης
Αλεξάντερ Πόντζιο, το σχέδιο ήταν «να κηρυχθεί πόλεμος κατά των Τούρκων και
να αποκατασταθεί μια ανατολική δημοκρατία υπέρ των Ελλήνων. Και κατ’ αυτόν τον
τρόπο στο πολιτικό πεδίο θα εμφανιστεί (η επαναστατική ρωσική κυβέρνηση) με τις
πιο αξιόπιστες προθέσεις για τους άλλους λαούς της Ευρώπης». Επίσης, ο Σεργκέι Τουργκιένεφ, που βρισκόταν
κοντά στους Δεκεμβριστές και εργαζόταν στη ρωσική πρεσβεία στην
Κωνσταντινούπολη, σημείωσε ότι «το έμβρυο της επανάστασης είναι παντού όπου
υπάρχει δυσαρέσκεια για την εξουσία… και δεν είναι μακριά η ώρα που θα λήξει η
αναμονή του λαού και θα αρχίσει η πανευρωπαϊκή επανάσταση».
Αναμφίβολα, η έκρηξη της
επανάστασης προκάλεσε τεράστια εντύπωση στη ρωσική κοινή γνώμη. Όταν έφθασαν τα
νέα «σχεδόν όλη η ρωσική κοινωνία, άνθρωποι με τις πιο διαφορετικές
πεποιθήσεις εκδήλωσαν την θερμή τους συμπάθειά στους μαχητές της ελευθερίας,
και ζωηρό ενδιαφέρον για την παροχή από τη Ρωσία πραγματικής και άμεσης
βοήθειας προς τους Έλληνες».
Στις τάξεις του ρωσικού
στρατού επικράτησε αναστάτωση. Όλοι ανέμεναν από στιγμή σε στιγμή την έφοδο
στην Μολδαβία προς βοήθεια του Υψηλάντη. «Θεωρώντας τον πόλεμο με την
Τουρκία αναπόφευκτο, ο [αρχηγός του Επιτελείου της 2ας στρατιάς Πάβελ]
Κισελιόφ ξεκίνησε να προετοιμάζει καλά την στρατιά που διοικούσε, η οποία θα
είχε και την ευθύνη να διεξάγει αυτόν τον πόλεμο». Ο ίδιος θα γράψει στις
14.3.1821 για την εκστρατεία του Υψηλάντη: «Ας τον βοηθήσει ο Θεός στην ιερή
υπόθεση! Θα ήθελα να προσθέσω και η Ρωσσία!».
Στις 13 Μαρτίου ο
διοικητής του 7ου Σώματος της 2ης στρατιάς, στρατηγός
Α.Β. Ρούντζεβιτς έγραφε στον Κισελιόφ: «δεν θα πάμε για βοήθεια των ομοδόξων
μας; από καιρό έπρεπε να αδράξουμε τ’ άρματα -να πάρουμε μέρος στην αναγέννηση
του ελληνικού βασιλείου».
Ο Δεκεμβριστής
Νικολάι Λόρερ στις «Σημειώσεις» του έγραφε ότι «πολλοί αξιωματικοί της
φρουράς άρχισαν να ζητούν να καταταχθούν σε συντάγματα του στρατού, σκεφτόμενοι
ότι πλησιάζει η εκστρατεία που είχαν υπ’ όψιν τους για βοήθεια προς τους
Έλληνες».
Ο ποιητής
Αλεξάντερ Πούσκιν, εξόριστος στο Κισινιόφ, θα γράψει σε επιστολή του: «Έφθασα
στο Κισινιόφ πριν από σχετικά λίγο καιρό και σύντομα θα εγκαταλείψω την
ευλογημένη Βεσσαραβία: υπάρχουν χώρες ακόμη πιο ευλογημένες», υπονοώντας
ότι θα πάει να πολεμήσει για την ελευθερία της Ελλάδας.
Ο Ντμίτρι Ζαβαλίσιν, αξιωματικός του ναυτικού, γιός του αρχηγού των
Κοζάκων του Αστραχάν, γράφει ότι «επισκεπτόμουν το σπίτι του Όστερμαν για το
λόγο, εκτός της συμπάθειας που του είχα, και η περίσταση, ότι εκεί έκανα
πρακτική στα ελληνικά, για την περίπτωση της πιθανότητας εκστρατείας μαζί του
για την απελευθέρωση της Ελλάδας. […] Πρέπει να πούμε ότι τότε προοριζόταν για
αρχηγός του στρατού για την απελευθέρωση της Ελλάδος, αυτός, αν και
προχωρημένης ηλικίας, σκέφθηκε να μάθει ελληνικά και πήρε γι’ αυτό υπασπιστή
Έλληνα, και το σπίτι του γέμισε με Έλληνες εμιγκρέδες. Όλοι αυτοί οι
Υψηλάντηδες, οι Μαυροκορδάτοι, οι Νέγρηδες και οι άλλοι ήταν συχνοί επισκέπτες
του μέχρι την εξέγερση των Ελλήνων».
Η αποκήρυξη από τον Αλέξανδρο Α΄ του διαβήματος του Υψηλάντη, από το Laibach, έπεσε
σαν κεραυνός στην Ρωσία, καθώς θεωρήθηκε ακατανόητη, αν και ο τσάρος είχε από
χρόνια στραφεί σε συντηρητικότερες αντιλήψεις. Για τη στάση του αυτή, που φαίνεται να πλήττει
ακόμη και τα ίδια τα συμφέροντα της χώρας του, δίδονται διάφορες εξηγήσεις, με
κυριότερη την πεποίθηση του τσάρου ότι όλα τα επαναστατικά κινήματα ήταν
οργανωμένα από ένα συγκεκριμένο κέντρο, με έδρα το Παρίσι, που σκόπευε να
ανατρέψει την «ιερή» τάξη των πραγμάτων της οποίας πίστευε ότι ήταν ο
θεματοφύλακας.
Σε κάθε περίπτωση, η
απόφαση του Αλέξανδρου, που επέτρεψε στους Τούρκους να συντρίψουν τον
επαναστατικό στρατό του Υψηλάντη, και στη συνέχεια η απροθυμία για αποφασιστική
απάντηση στις τουρκικές ενέργειες, θα προκαλέσει αγανάκτηση. Οι αντιδράσεις θα
εντείνονται από τα νέα για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, η σορός
του οποίου θα καταλήξει στην Οδησσό, τα πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Πόλης, τις
σφαγές των Τούρκων και την έλευση χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων στη Ρωσία, αλλά
και των επιζώντων μαχητών της καταστροφικής εκστρατείας στις παραδουνάβιες
ηγεμονίες.
Ο διπλωμάτης και
συγγραφέας Σεργκέι Μπουλγκάκωφ έγραφε στον αδελφό του Κωνσταντίνο: «Είναι
κρίμα που στον φωτισμένο αιώνα μας στην Ευρώπη οι βάρβαροι είναι ανεκτοί
και καταπιέζουν τους ομόδοξους και φίλους μας. Αν δεν είχα οικογένεια και
εσένα, θα πήγαινα να υπηρετήσω και να απελευθερώσω την πατρίδα μου, την
Κωνσταντινούπολη. Τι λέει η αυλή μας γι’ αυτό; Άραγε θα αφήσουμε να πέσουν
θύματα οι φτωχοί Έλληνες; Αυτό δεν είναι ιστορία του Ναπολέοντα, αυτό δεν είναι
ραδιουργία, αλλά είναι πόθος ενός ολόκληρου λαού.
Ο Ζαβαλίσιν θα γράψει ότι «η εξωτερική μας πολιτική, ντροπιάζει το
λαϊκό αίσθημα με την ταπείνωση της Ρωσίας να γίνεται ασυνείδητα όργανο του
Μέττερνιχ».
Ο αντιστράτηγος, οπαδός
του ουτοπικού σοσιαλισμού και μέλος των Δεκεμβριστών, Μιχαήλ Φονβίζιν έγραφε
για τη «γενική αγανάκτηση των Ρώσων ενάντια στον Αλέξανδρο Α΄ για την
απάνθρωπη αδιαφορία του προς τους ομόδοξους Έλληνες που έπασχαν, οι οποίοι
δικαιωματικά περίμεναν απ’ αυτόν όχι μόνον εκδήλωση συμπάθειας, αλλά και
κρατική βοήθεια, πολύ περισσότερο που από τα παλιά χρόνια η Ρωσία ξεσήκωσε τους
Έλληνες ενάντια στους καταπιεστές τους και τους υποσχέθηκε την ανεξαρτησία».
Αργότερα, ο πρώην
υπολοχαγός Πιότρ Καχόβσκι θα γράφει από τα μπουντρούμια του φρουρίου
Πετροπάβλοβσκ «… ολόκληρο έθνος [οι Έλληνες] εξολοθρεύεται και η φιλάνθρωπος
Συμμαχία παρακολουθεί αδιάφορα[…]!».
Ο Δεκεμβριστής υπολοχαγός
Νικολάι Μπασαργκίν θα γράψει ότι «η δυσαρέσκεια του Φιλελεύθερου Κόμματος
αυξήθηκε και οι μυστικές εταιρείες άρχισαν να ενεργούν αποφασιστικότερα. Η
εξέγερση των Ελλήνων σύγχισε περαιτέρω τις υποθέσεις της Ευρώπης. Σε γενικές
γραμμές, ήταν δικαιολογημένη και ενέπνευσε γενική συμπάθεια».
Το ίδιο διάστημα οι Ρώσοι
ποιητές, σε ύφος ρομαντικό, επηρεασμένοι φανερά και από τον Μπάιρον, θα γράφουν
έργα εμπνευσμένα από τον αγώνα των Ελλήνων, διαμορφώνοντας κλίμα προσμονής ενός
επικείμενου ρωσο-τουρκικού πολέμου.
Ο Πούσκιν θα γράψει σειρά
από φιλελληνικά ποιήματα και το ημιτελές διήγημα «Ο Κιρτζαλί», για τα
γεγονότα της επανάστασης στην Μολδοβλαχία. Ποιήματα θα γράψουν ακόμη οι ποιητές
Βίλχελμ Κιουχελμπέκερ, Βασίλι Καπνίστ, με καταγωγή από την Ζάκυνθο, Ραγιέφσκι,
Βασίλι Τουμάνσκι, Φιόντορ Γκλίνκα, Κόνρατ Ριλέγιεφ, ο Ουκρανός Όρεστ Σόμοφ, Βασίλι Γκριγκόριεφ, Ιβάν Κοζλόφ.
Το πλήθος τόσο
σημαντικών ποιητών που ύμνησαν με πάθος τον αγώνα ανεξαρτησίας των Ελλήνων
καταδεικνύει το εύρος των φιλελληνικών διαθέσεων που αναπτύχθηκε στην ρωσική
κοινωνία.
Ο Αλέξανδρος, υπό την
πίεση της κοινής γνώμης, καθώς και από την ενεργότερη βρετανική ανάμειξη στα
ελληνικά πράγματα και την τεράστια οικονομική ζημία για το ρωσικό εμπόριο από
τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο αναγκάστηκε να κινηθεί ενεργότερα. Το 1825, ίσως,
και να ήταν έτοιμος να προχωρήσει σε κήρυξη πολέμου. Σε κάθε περίπτωση τον
πρόλαβε ο θάνατος. Η μετάβαση της εξουσίας στον αδελφό του Νικόλαο, μετά την
παραίτηση του δευτερότοκου Κωνσταντίνου, αποτέλεσε και την αφορμή της αποτυχημένης,
εξέγερσης των Δεκεμβριστών.
Ο Νικόλαος, αν και ο
ίδιος σφοδρός πολέμιος κάθε επαναστατικής κίνησης, κι ενώ ακόμη συνεχιζόταν η
αναστάτωση και η αβεβαιότητα για το εύρος του κινήματος των δεκεμβριστών, πήρε
αμέσως πρωτοβουλία για ενεργότερη εμπλοκή της Ρωσίας στην ελληνική υπόθεση. Τη δεύτερη κιόλας ημέρα από την ενθρόνισή του έδωσε τη συγκατάθεσή
του για διαπραγματεύσεις με την Αγγλία σχετικά με το ανατολικό ζήτημα. Στις 17
Μαρτίου 1826, επιδόθηκε στην Πύλη τελεσίγραφο με τις ρωσικές αξιώσεις και εν
συνεχεία υπογράφηκε το «πρωτόκολλο της Πετρούπολης». Αναμφίβολα, η
αποφασιστικότητα του τσάρου, που τον οδήγησε στην αποστολή της ναυτικής μοίρας
στην Ελλάδα, και εν συνεχεία στην κήρυξη του, καταλυτικού για την ανεξαρτησία
του ελληνικού κράτους, ρωσο-τουρκικού πολέμου του 1828-1829, εκπορεύθηκε και
από την επιθυμία εκτόνωσης της έντονης εσωτερικής πίεσης, με μια επιχείρηση που
είχε καθολική αποδοχή από την ρωσική κοινωνία και πρωτίστως από το στράτευμα, και
ως εκ τούτου θα του στερέωνε το κύρος της εξουσίας του.
