Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Σκηνικό πολέμου στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, που απειλεί τους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου


   


του Zulfugar Agayev 

Πιο κοντά σε ένα πόλεμο, για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του '90, βρίσκεται η περιοχή νοτίως της Ρωσσίας. 21 χρόνια έπειτα από την κατάπαυση του πυρός, σε μια σύγκρουση που εξερράγη κατά τις ύστατες ημέρες της Σοβιετικής Ένωσης, οι εχθροπραξίες μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας πολλαπλασιάζονται.
Όσο διαρκούσε η σχετική ηρεμία, εταιρείες, όπως η BP Plc, έριξαν δισεκατομμύρια δολλάρια στην εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου στο Αζερμπαϊτζάν και στην κατασκευή αγωγών για να συνδέσουν τη χώρα με την νότιο Ιταλία. Η αναζωπύρωση της βίας απειλεί να θέσει κάποιες από αυτές τις επενδύσεις σε κίνδυνο και να αποσταθεροποιήσει μια περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στη Ρωσσία, τη Τουρκία και το Ιράν.
Οι επικείμενες εκλογές, στις 3 Μαΐου, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, την περιοχή που οι Αρμένιοι κατέλαβαν κατά τον πόλεμο που διεξήχθη πριν από πάνω από μια εικοσαετία, μπορεί να πυροδοτήσει μια ευρύτερη αντιπαράθεση, όπως αναφέρει η Royal Bank of Scotland Plc. Η ψηφοφορία αυτή «θα μπορούσε να κλιμακώσει περαιτέρω τις εντάσεις, αυξάνοντας τους κινδύνους μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης επί των διαφιλονικούμενων εδαφών», τόνισε η Anna Tokar, αναλύτρια της RBS στο Λονδίνο. «Αυτοί οι κίνδυνοι βάζουν τους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου στον νότιο Καύκασο/Υπερκαυκασία σε κίνδυνο». Στο επίκεντρο της σύγκρουσης, η οποία «σιγόβραζε» με ανταλλαγές πυροβολισμών και άλλα επεισόδια σε όλο το διάστημα που μεσολάβησε από την εκεχειρία, είναι το Ναγκόρονο Καραμπάχ, στο οποίο η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Αρμένιοι, αλλά παραμένει αναγνωρισμένο διεθνώς ως τμήμα του Αζερμπαϊτζάν.

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Η τουρκική οικονομία στα πρόθυρα δεινής κρίσης



του Zülfikar Doğan

Η εξωτερική πολιτική του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), η οποία είχε ξεκινήσει με την αρχή των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες», πριν στραφεί το 2011 σε νεο-οθωμανικά μονοπάτια, κατέληξε προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην οικονομία. Η τουρκική οικονομία σήμερα είναι εγκλωβισμένη σε σοβαρές δυσχέρειες, με την ανεργία να φθάνει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 57 μηνών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν από τη Τουρκική Στατιστική υπηρεσία (TUIK) την περασμένη εβδομάδα, το επίσημο ποσοστό της ανεργίας έχει σκαρφαλώσει στο 11,3%, με τις γυναίκες να έχουν δεχθεί το ισχυρότερο πλήγμα. Το ποσοστό μεταφράζεται σε 3.259.000 ανέργους, που περιλαμβάνει 2.117.000 άνδρες και 1.142.000 γυναίκες. Τα στοιχεία της TUIK, ωστόσο, παραβλέπουν έναν κρίσιμο παράγοντα που κάνει την ανεργία να εμφανίζεται χαμηλότερη από ό,τι πραγματικά είναι: την απελπισία. Οι άνεργοι που έχουν χάσει κάθε ελπίδα ανεύρεσης εργασίας και έπαψαν να αναζητούν δουλειά δεν συνυπολογίζονται. Ο αριθμός τους έχει φθάσει τους 2.535.000, οι οποίοι αν προστεθούν στα επίσημα νούμερα της TUIK φθάνουμε σε ένα σύνολο ανέργων της τάξης των 5.794.000.
Το προηγούμενο χρόνο οι εργοδότες απέλυσαν 227.000 γυναίκες, που αντιπροσωπεύει ένα μεγαλύτερο ποσοστό αναλογικά από τους άνδρες που έχασαν τις δουλειές τους. Το εργατικό δυναμικό της Τουρκίας, υπολογίζοντας από την ηλικία των 15 και άνω, αριθμεί 57.475.000- 28.385.000 άνδρες και 29.090.000 γυναίκες. Από τους άνδρες, 20 εκ. συμμετέχουν στην αγορά εργασίας και 18 εκ. εργάζονται. Τα ίδια στοιχεία για τις γυναίκες είναι 8,7 εκ. και 7,5 εκ. αντίστοιχα. Με άλλα λόγια 21 εκατομμύρια γυναίκες από τα 29 εκ. που θα μπορούσαν να εργάζονται δεν είναι στην αγορά εργασίας, δεν αναζητούν εργασία, και αν ακόμη το κάνουν δεν έχουν ελπίδα να βρουν. Πέρυσι, 228.000 από τα 18 εκ. εργαζομένους έχασαν τη δουλειά τους, συγκρινόμενοι με τις 227.000 από τα 7,5 εκ. γυναίκες. Αυτό σημαίνει ότι η ανεργία αυξήθηκε 0,8% μεταξύ των ανδρών και 1,5% μεταξύ των γυναικών φθάνοντας το 13,1%. Οι Τούρκοι εργοδότες είναι σαφώς πιο πρόθυμοι να απολύσουν γυναίκες.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Οι άστοχες κινήσεις της Τουρκίας στην κρίση της Υεμένης


 

Η αντιπαράθεση με το Ιράν, με τη τουρκική οικονομία σε κρίση

του Fehim Taştekin*

Από τη στιγμή που ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν πρόσφερε την υποστήριξή του στην, υπό την σαουδαραβική ηγεσία, στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των Χούτι στην Υεμένη, κάποιοι στη Τουρκία έσπευσαν να προβάλλουν το περίεργο επιχείρημα πως η Υεμένη ακόμη ανήκει στους Οθωμανούς. Αυτό, ωστόσο, δεν προκαλεί καμία έκπληξη, καθώς έχουμε εξοικειωθεί με την «νεο-οθωμανική» νοοτροπία, η οποία φαντασιώνεται ότι υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν την Τουρκία σε κάθε σημείο και γωνιά του μουσουλμανικού κόσμου. Ο Ερντογάν χαιρέτισε αυτήν την αντίληψη σε μια συνέντευξή του στο κανάλι «France 24»: «υποστηρίζουμε την επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας. Η Τουρκία μπορεί να εξετάσει την παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης μα βάση την εξέλιξη της κατάστασης». Παίρνοντας ανοιχτά θέση κατά του Ιράν, ο Ερντογάν είπε ότι «το Ιράν και οι τρομοκρατικές ομάδες πρέπει να αποσυρθούν» από την Υεμένη. «Το Ιράν προσπαθεί να εκδιώξει από την περιοχή το ‘‘Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και του Λεβάντε’’ μόνον για να πάρει τη θέση του» εκτόξευσε την κατηγορία, χρησιμοποιώντας τον αραβικό όρο για το Ισλαμικό Κράτος και υπονοώντας ότι και το Ιράν θα έπρεπε επίσης να αποσυρθεί από τη Συρία και το Ιράκ.

Δημιουργώντας αντιπαράθεση με το Ιράν
Σύροντας τη Τουρκία σε έναν θρησκευτικό πόλεμο, ως στήριγμα στην απόπειρα του βασιλιά Σαούντ Σαλμάν για τη δημιουργία ενός «σουνιτικού στρατοπέδου» στην περιοχή, ο Ερντογάν οδεύει προς μια οξεία αντιπαράθεση με το Ιράν, που δεν έχει προηγούμενο ούτε στην εποχή των κοσμικών-κεμαλικών κυβερνήσεων. Σε αυτόν το συνασπισμό που ηγείται η Σαουδική Αραβία, κανείς άλλος δεν εξέφρασε ανοιχτά εχθρικά αισθήματα προς το Ιράν, όπως έκανε ο Ερντογάν. Ο Σαουδάραβας βασιλιάς δείχνει να ηγείται του πραγματικού πολέμου και ο Ερντογάν του πολέμου των λέξεων.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Η Γεωπολιτική πίσω από τον πόλεμο στην Υεμένη: η απαρχή ενός νέου μετώπου ενάντια στο Ιράν


 

του Mahdi Darius Nazemroaya

Οι ΗΠΑ και το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας ανησύχησαν πολύ όταν το κίνημα των Χούτι, ή Ανσαραλλάχ (Υποστηρικτές του Θεού) κέρδισε, το Σεπτέμβριο του 2014, τον έλεγχο της πρωτεύουσας της Υεμένης Σαναά. Στον υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ πρόεδρο Αμπντ Ραμπούχ Μανσούρ Αλ-Χάντι επεβλήθη η ταπεινωτική μοιρασιά της εξουσίας με τους Χούτι και το συνασπισμό των φυλών της βόρειας Υεμένης που τους βοήθησε να εισέλθουν στη Σαναά. Ο Αλ-Χάντι έκανε λόγο για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας ενώ οι σύμμαχοί του, ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία, επεδίωξαν να χρησιμοποιήσουν τον νέο εθνικό διάλογο και τις διαμεσολαβητικές συνομιλίες για να προσεταιριστούν και να εξευμενίσουν τους Χούτι.

Η αλήθεια για τον πόλεμο στην Υεμένη έχει διαστρεβλωθεί
Ο πόλεμος και η αποπομπή του Προέδρου Αλ-Χάντι στην Υεμένη δεν είναι αποτέλεσμα ενός πραξικοπήματος των Χούτι στην Υεμένη. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο Αλ-Χάντι αποπέμφθηκε διότι, με τους Σαούντ και τη στήριξη των ΗΠΑ, προσπάθησε να αναστείλει τις συμφωνίες για κατανομή εξουσίας που είχε κάνει και να επιστρέψει στην αυταρχική διακυβέρνηση. Η αποπομπή του πρόεδρου Αλ-Χάντι, από τους Χούτι και τους συμμάχους τους, ήταν μια αναπάντεχη αντίδραση στην ανάληψη της απόλυτης εξουσίας από τον Αλ-Χάντι, που σχεδίαζε με την Ουάσιγκτον και τους Σαούντ.     
Οι Χούτι και οι σύμμαχοί τους αντιπροσωπεύουν πολλά στρώματα της κοινωνίας της Υεμένης και την πλειοψηφία των κατοίκων της Υεμένης. Οι εσωτερικοί σύμμαχοι του κινήματος των Χούτι εναντίον του Αλ-Χάντι περιλαμβάνει και σιίτες και σουνίτες. Οι ΗΠΑ και οι Σαούντ δεν ανέμεναν ποτέ ότι οι Χούτι θα δοκίμαζαν να απομακρύνουν τον Αλ-Χάντι από την εξουσία, αλλά αυτή η αντίδραση είχε προετοιμαστεί εδώ και μια δεκαετία. Με τους Σαούντ, ο Αλ-Χάντι είχε εμπλακεί στην δίωξη των Χούτι και στην πολιτική χειραγώγηση των φυλών ακόμη και πριν γίνει πρόεδρος. Όταν έγινε πρόεδρος της Υεμένης εργάστηκε ενάντια στην εφαρμογή των συμφωνιών που είχαν επιτευχθεί κατά τον εθνικό διάλογο, που συγκλήθηκε αφού ο Αλί Αμπντουλλάχ Σαλέχ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τη προεδρία το 2011.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Ο Άσαντ καλεί τη Ρωσσία να δημιουργήσει στρατιωτική βάση στη Συρία



Η Ρωσσία μπορεί να δημιουργήσει μια ισχυρή στρατιωτική βάση στη Συρία – αυτό δήλωσε ο πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ Άσαντ, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του, στη Δαμασκό, στον δημοσιογράφο του τηλεοπτικού σταθμού «Ζβεζντά» Φιοντόρ Ιβάνιτς (26.3.15). Σύμφωνα με τον Άσαντ στη Συρία αναμένουν τέτοιο αίτημα και εάν γίνει, η Δαμασκός οπωσδήποτε θα το ικανοποιήσει.  
«Σε ότι αφορά τη ρωσσική παρουσία σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, μεταξύ αυτών και στην ανατολική Μεσόγειο, στο συριακό λιμάνι Ταρτούς, είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ισορροπίας που χάθηκε έπειτα από τη διάλυση της ΕΣΣΔ πάνω από 20 χρόνια πριν. Για εμάς όσο περισσότερο δυναμώνει η παρουσία της Ρωσσίας στην περιοχή μας, τόσο πιο σταθερή γίνεται, καθώς η Ρωσσία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ενδυνάμωση της σταθερότητας παγκοσμίως. Σε σχέση με αυτό μπορώ να πω ότι, εμείς χαιρετίζουμε την επέκταση της ρωσσικής παρουσίας στην ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα στις δικές μας ακτές, στα δικά μας λιμάνια», δήλωσε ο Άσαντ στην αποκλειστική του συνέντευξη, απαντώντας στην ερώτηση του δημοσιογράφου για τη δυνατότητα επέκτασης του υφιστάμενου σταθμού υλικο-τεχνικής εξυπηρέτησης στη Ταρτούς σε μια πλήρως αναπτυγμένη βάση του πολεμικού ναυτικού.
Ο ηγέτης της Συρίας προέβη επίσης σε ευθύ παραλληλισμό μεταξύ των γεγονότων της Μέσης Ανατολής με αυτά της Ουκρανίας: «Εγώ σταθερά επιμένω στο ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της συριακής κρίσης και στα όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία. Πρώτον, επειδή και οι δύο χώρες έχουν σημασία για τη Ρωσσία, δεύτερον επειδή και στις δύο περιπτώσεις ο στόχος είναι να αποδυναμωθεί η Ρωσσία και να δημιουργηθούν κράτη-μαριονέτες».

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Το ιστορικό βάθος και οι προοπτικές των σινο-ρωσσικών σχέσεων


Η «ανατολική στροφή» του Πούτιν, που εκδηλώθηκε έπειτα από την ανοιχτή πλέον αντιπαράθεσή του με τις ΗΠΑ και με αφορμή τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία, έχει ως βασικό πυρήνα και προϋπόθεση της επιτυχίας της την επίτευξη του άξονα Ρωσσίας-Κίνας. Από την επιτυχία αυτού του στρατηγικού στόχου της Μόσχας θα εξαρτηθεί, εν πολλοίς, η δυνατότητά της να παραμείνει παγκόσμιος ανταγωνιστικός  πόλος, ποιοι θα είναι οι νέοι διεθνείς συσχετισμοί δυνάμεων αλλά και η τύχη της ίδιας της παγκοσμιοποίησης με τη μορφή που αναπτύχθηκε ως σήμερα.
Ως εκ τούτου, η σινο-ρωσσική συνεργασία, οι πρόσφατες ενεργειακές και εμπορικές συμφωνίες-μαμούθ, η στήριξη της Κίνας στις κινήσεις της Μόσχας σε Κριμαία και ανατολική Ουκρανία, έχουν μπει στο μικροσκόπιο της διεθνούς κοινότητας. Το βασικό ερώτημα που τίθεται από όλους είναι, εάν τελικά η αναθέρμανση της σχέσης των δύο γιγάντων μπορεί να έχει συνέχεια και ως που.
Στους δυτικούς αναλυτές επικρατεί η άποψη ότι εδώ πρόκειται για μια «λυκοφιλία» -το περιοδικό «Economist» χρησιμοποίησε τον όρο «frenemies», δηλαδή φίλοι-εχθροί- που δεν μπορεί να αντέξει στο χρόνο. Και αυτό διότι τα συμφέροντα τους είναι σε μεγάλο βαθμό αποκλίνοντα. Άλλωστε, το Πεκίνο ακολουθεί ανέκαθεν μια εξωτερική πολιτική που δεν το ταυτίζει με καμία άλλη δύναμη. Στη Δύση θεωρούν ότι, αργά ή γρήγορα, οι δύο χώρες θα έλθουν σε αντιπαράθεση, όπως συνέβη και στο παρελθόν. Μια τέτοια ανάγνωση ασφαλώς δεν είναι άτοπη καθώς έχει ψήγματα αλήθειας. Η πραγματικότητα, όμως, είναι περισσότερο σύνθετη, καθώς οι σχέσεις μεταξύ των δύο λαών δεν είναι πρόσφατες και δεύτερον η συνεργασία τους έχει ως υπόβαθρο πολλά κοινά ζωτικά συμφέροντα τόσο στο οικονομικό πεδίο όσο και σε αυτό της γεωστρατηγικής τους ισχύος.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Μπορεί ο στρατός του Ιράκ να εκδιώξει το Ισλαμικό Κράτος;


 


του Michael Knights*

"Η ενίσχυση της επιρροής του Ιράν, μέσω των σιιτικών πληθυσμών της Μέσης Ανατολής και της Αραβικής Χερσονήσου, αναδεικνύεται και στις πρόσφατες εξελίξεις στο Ιράκ και στην αντεπίθεση που πραγματοποιούν οι ιρακινές δυνάμεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, στη Τικρίτ και σε άλλα μέτωπα. Η νέα κατάσταση, όπως διαμορφώνεται, προκαλεί έντονο προβληματισμό στις ΗΠΑ και στον διεθνή συνασπισμό που επιχειρεί εναντίον θέσεων του ΙΚ, ενόψει και της σχεδιαζόμενης επίθεσης για την ανακατάληψη της Μοσούλης. Ο προβληματισμός αυτός αναλύεται και στο άρθρο που ακολουθεί (στμ)"

Την 1η Μαρτίου, περίπου 27 χιλιάδες Ιρακινοί στρατιώτες άρχισαν την επίθεσή τους στην Τικρίτ, μια πόλη 150 χλμ. βορείως της Βαγδάτης η οποία έχει καταληφθεί από το Ισλαμικό Κράτος από τον Ιούνιο του 2014. Η επίθεση συνιστά την πρώτη απόπειρα να εκδιωχθεί το ΙΚ από ένα μεγάλο αστικό κέντρο, το οποίο ελέγχει και έχει οχυρώσει, μια δοκιμή για τη σχεδιαζόμενη επιχείρηση να ανακαταληφθεί η Μοσούλη –η ιρακινή πρωτεύουσα του χαλιφάτου του ΙΚ. Η επιχείρηση στο Τικρίτ θα εξετασθεί ώστε να χυθεί φως σε δύο ασαφή στοιχεία. Μπορούν οι κατεξοχήν εθελοντικές δυνάμεις των Σιιτών να παίξουν ένα παραγωγικό ηγετικό ρόλο στις επιχειρήσεις ανάμεσα στις κοινότητες των σουνιτών; Και μπορεί ο ιρακινός στρατός να εκτοπίσει τους υπερασπιστές του ΙΚ από τις οχυρωμένες αστικές περιοχές;