Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Αλέξανδρου Ντούγκιν, Ο Χριστιανισμός και το στοιχείο της Ζωής (εκκλησιολογικό δοκίμιο)



Η σιωπηλή ζωή και η ανοικτή Εκκλησιολογία

Οι σύγχρονοι χριστιανοί είναι υποχρεωμένοι να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην άσκηση της πίστης τους. Όχι μόνον επειδή ζουν σε έναν αντι-χριστιανικό πολιτισμό. Αλλά και επειδή η πίστη τους είτε εμφανίζεται ως κάτι αποσπασματικό (για παράδειγμα, ως μια απάντηση στο υπαρξιακό ερώτημα), είτε ως εννοιολογική αφαίρεση. Ο χριστιανισμός στερείται ζωής. Δεν είναι ολότελα άψυχος, αλλά η ζωή του είναι αδύναμη. Η ζωή του χριστιανισμού είναι ωχρή. Ως εκ τούτου, οι εκκλησίες είναι μισοάδειες, και αν ακόμη είναι γεμάτες (στις εορτές) κάτι δεν είναι όπως πρέπει. Η χριστιανική ύπαρξη είναι υποτονική, σβησμένη, βυθισμένη. Σιγοκαίει, μάλλον, αντί να φλέγεται. Αυτό είναι δεδομένο. Υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά είναι εξαιρετικά σπάνιες και απαιτείται πάντοτε μια λεπτομερή ματιά σε κάθε περίπτωση – αυτό για το οποίο μιλούμε είναι άραγε ο χριστιανισμός ή πηγή εμπνεύσεώς του είναι κάτι συναφές, ή μπορεί και κάτι εντελώς διαφορετικό.
Ο Βλαδίμηρος Λόσσκυ, στην εποχή του, παρατήρησε ότι η δογματική θεολογία στον χριστιανισμό έκλεισε με τον «Αγιορείτικο Τόμο», στον οποίο παρουσιάστηκε η διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά (Ησυχαστική Θεολογία), και ανοικτή παρέμεινε μονάχα η Εκκλησιολογία, δηλαδή η ελεύθερη σκέψη για τις ιστορικές οδούς της Εκκλησίας επί της γης στη σχέση της με την εν ουρανώ Εκκλησία. Θεωρώ ότι γενικά είναι μια ορθή παρατήρηση. Συνεπώς, σήμερα η οδός (η κανονική –διότι εξαιρέσεις είναι πάντοτε δυνατές) προς τον Χριστό δεν μπορεί να διανυθεί εκτός της εκκλησιολογικής αναδόμησης των σταδίων (των κομβικών στιγμών) της ιστορίας της Εκκλησίας. Στη φιλοσοφία αυτή η λειτουργία αντιστοιχεί με την φαινομενολογική διάλυση/αποσυναρμολόγηση (Μ. Χάιντεγγερ) ή αποδόμηση (Ζ. Ντερριντά), δηλαδή της τοποθέτησης του σημασιολογικού (εννοιολογικού) συνόλου στο ιστορικό-πολιτισμικό πλαίσιο.
Ο χριστιανισμός είναι κάτι ενιαίο και συνεχές, αιώνιο. Είναι η Ουράνια Εκκλησία. Είναι αμετάβλητη και δεν εξαρτάται από τις ιστορικές προβολές στη διάσταση του χρόνου. Αλλά η επίγεια Εκκλησία βρίσκεται με τη μια πλευρά της στην ιστορία, και επομένως εξαρτάται από τις ιστορικές συγκυρίες – η ίδια πάντοτε αχτίδα φωτός πέφτει στη συνεχώς μεταβαλλόμενη επιφάνεια του ωκεανού, σχηματίζοντας κάθε φορά διαφορετικό μοτίβο, σχήμα, μορφή. Το σύνολο αυτών των μορφών αποτελεί το πεδίο της Εκκλησιολογίας. Αυτές οι μορφές (περίοδοι, εποχές, στάδια) εκτυλίσσονται κατά μήκος του άξονος, που εκκινεί από τη Γέννηση του Χριστού και ιδιαίτερα από την Πεντηκοστή (συμπεριλαμβανομένου του πρελούδιου της Παλαιάς Διαθήκης) έως σήμερα, έως τη δική μας διάταξη του κόσμου, και έως την Εκκλησία, η οποία σήμερα υφίσταται, και τμήμα της είμαστε και εμείς.


Δομές εκκλησιολογικών εποχών

Δυνάμεθα να κατηγοριοποιήσουμε τις εκκλησιολογικές εποχές ως εξής:
·  Η Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης (από τον Αδάμ έως τη Γέννηση του Χριστού), συμπεριλαμβανομένων των υποπεριόδων
·   Τα 33 έτη της ζωής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
·   Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους στο λόφο της Σιών, κατά την Πεντηκοστή
·  Η Αποστολική Περίοδος (περίπου έως το τέλος του 1ου αι.)
·  Οι κατακόμβες, η εποχή των μαρτυρίων (τέλη 1ου- 4ος αι./313)
·   Εποχή των Οικονομικών Συνόδων, η διαμόρφωση του Δόγματος, οι θεολογικές έριδες, η ελληνο-ρωμαϊκή Πατερική Θεολογία.
· Αυτοκρατορία, ενότητα του ορθοδοξο-καθολικού κόσμου (4ος αιώνας έως το 800, στέψη του Καρλομάγνου).
Από εκείνη τη στιγμή το έτος 800 οι δρόμοι της Ανατολής και της Δύσης στο εσωτερικό της χριστιανικής Οικουμένης αποκλίνουν όλο και περισσότερο έως και το 1054 και το Μεγάλο Σχίσμα. Τυπικώς, κατά την περίοδο 800-1054 η Εκκλησία παραμένει ενωμένη, αλλά από την άποψη του θεολογικού-εκκλησιολογικού περιεχομένου είναι ήδη δύο διαφορετικά ρεύματα. Στη Δύση από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα, η περίοδος του σχολαστικισμού είναι ουσιαστικά διαφορετική από την ελληνο-ρωμαϊκή πατερική και θα περάσει ομαλά στον δυτικο-ευρωπαϊκό Μεσαίωνα έως τον 15ο αιώνα. Στην Ανατολή, ο πολιτισμός της ελληνο-ρωμαϊκής πατερικής δεν διακόπτεται ούτε κατά τον 9ο ούτε κατά τον 11ο αιώνα, αλλά διαρκεί έως το τέλος του Βυζαντίου, το 1453. Ο Ανατολικός χριστιανισμός παραμένει στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής περιόδου, που αποτελεί ένα χιλιόχρονο κύκλο: 325-1453. Ο Δυτικός χριστιανισμός τον 9ο αιώνα αποκλίνει από την ελληνο-ρωμαϊκή αυτοκρατορική παράδοση και ακολουθεί άλλο δρόμο έως την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση.
Η Αναγέννηση σηματοδοτεί το τέλος του Μεσαίωνα και την απώλεια της ηγεμονίας του λατινικού σχολαστικισμού. Η Μεταρρύθμιση μετατρέπει το δυτικό χριστιανισμό (ευρωπαϊκός βορράς) σε πεδίο ενός εντελώς νέου εκκλησιολογικού και θεολογικού πολιτισμού. Την ίδια στιγμή, ο καθολικισμός παραμένει σε γενικές γραμμές πιστός στο μεσαιωνικό τυπικό, και ο προτεσταντισμός θέτει τις βάσεις ενός ριζικά νέου χριστιανισμού. Η κατάσταση επαναλαμβάνει την ιστορία στην Ορθοδοξία: ο Καθολικισμός αποκόπτεται από την ελληνο-ρωμαϊκή πατερική, κάνοντας ένα ανεπίστρεπτο βήμα προς τον σχολαστικισμό όπου παγιώνεται, και η Ορθοδοξία  που παγιώνεται νωρίτερα –στην αυτοκρατορική ελληνο-ρωμαϊκή πατερική περίοδο- συνυπάρχουν παράλληλα. Ομοίως, ο Προτεσταντισμός αποκόπτεται τον 16ο αιώνα από τον Καθολικισμό, ο οποίος συνεχίζει να παραμένει γενικά ο ίδιος όπως ήταν και πριν την Μεταρρύθμιση.     
Στους νεώτερους χρόνους, στη Δυτική Ευρώπη, ο χριστιανισμός χάνει γενικά τον κυρίαρχο πολιτισμικό του ρόλο. Ξεκινά η εκκοσμίκευση. Αρχικά κάνει τον χριστιανισμό καθαρά εννοιολογικό (αν και οι προϋποθέσεις γι’ αυτό είχαν τεθεί, μερικώς, ήδη στην σχολαστική περίοδο), αυτόν που αντιστοιχεί στον ντεϊσμό. Και στη συνέχεια ανώδυνα καταργεί ήδη και τον Θεό ως έννοια, σχετικοποιεί τον ντεϊσμό και περνά στον ανθρωπισμό και στον αθεϊσμό, που καθίστανται επιστημολογικά κυρίαρχα στη Νεωτερικότητα. Στη Δύση η Εκκλησία από κεντρική μήτρα του πολιτισμού μετατρέπεται σε έναν από τους κοινωνικούς θεσμούς, παράλληλα με άλλους, έχοντας επιπλέον χάσει την πολιτική της διάσταση, μετατοπιζόμενη στον ιδιωτικό χώρο. Εν συνεχεία, η Εκκλησία εισέρχεται σε εντατικό διάλογο με την εκκοσμίκευση, παραχωρώντας ολοένα και περισσότερες θέσεις, έως το «Βατικανό ΙΙ», το 1962-1965, όπου ο συμβιβασμός με την Νεωτερικότητα φθάνει στο αποκορύφωμά του και ο Καθολικισμός χάνει οριστικά και τη μορφή και το περιεχόμενό του, ερχόμενος αμετάκλητα σε ρήξη με το Μεσαίωνα και τον Σχολαστικισμό.
Η ιστορία της Ορθοδοξίας εξελίσσεται σε διαφορετική λογική. Η αυτοκρατορική εποχή διαρκεί στην Ανατολή έως την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, και αποκτά ιστορική παράταση στον μεταβυζαντινό κόσμο –ιδιαιτέρως στο Ορθόδοξο βασίλειο της Μοσκοβίας (Τρίτη Ρώμη). Αυτή η αυτοκρατορική επέκταση ολοκληρώνεται με το ρωσσικό σχίσμα (1654) και οριστικά διακόπτεται με τις δυτικόστροφες και εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις του Μ. Πέτρου. Η ελληνική Ορθοδοξία χάνει την αυτοκρατορική της ουσία, εγκλωβισμένη ως περιθωριακός θρησκευτικός θεσμός στο πλαίσιο της ισλαμικής κοινωνίας του οθωμανικού χαλιφάτου. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις και η φαναριώτικη Ορθοδοξία των Ελλήνων και η συνοδική ρωσσική Ορθοδοξία, και οι άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες, διατηρούν δογματικά και στις νέες μετα-αυτοκρατορικές συνθήκες παγιωμένες τις δομές της πατερικής θεολογίας, που καλύπτει την περίοδο της θεολογικής δημιουργίας των Επτά Οικουμενικών Συνόδων και του Αγιορείτικου Τόμου, που έθεσε τέλος στις παλαμικές αντιπαραθέσεις. Η συνοδική περίοδος στη Ρωσσία ολοκληρώνεται με τον μπολσεβικισμό, με τον οποίο η Εκκλησία ακόμη περισσότερο περιθωριοποιείται, και ο αθεϊσμός και η επιστημονική κοσμοαντίληψη αποκτούν χαρακτήρα δόγματος. Μετά το τέλος της ΕΣΣΔ οι διώξεις στην Εκκλησία σταματούν, αλλά η θέση της στην κοινωνία παραμένει σχετικά περιθωριακή, αντιγράφοντας, αυτή τη φορά, δυτικο-ευρωπαϊκά εκκοσμικευμένα πρότυπα.

Η Ζωή ως κριτήριον

Έτσι λάβαμε μια αλληλουχία μορφών-προβολών της Ουράνιας Εκκλησίας επί του ιστού της ιστορίας. Αυτά τα στάδια (μορφές) έχουν, όπως είδαμε, ένα σύνθετο χρονικό μοτίβο. Κάπου οι χρονικές διαδικασίες εξελίσσονται ως σύνολο, κάπου παράλληλα, κάπου αποκλίνουν, κάπου ο εκκλησιολογικός χρόνος σταματά, κάπου προκύπτουν χάσματα, κάπου το παρελθόν συνεχίζει να συνυπάρχει με τις νέες τάσεις, κάπου αλλάζει περιεχόμενο διατηρώντας τις μορφές κ.λπ. Η Εκκλησία εν Ουρανώ είναι αμετάβλητη, οι αντανακλάσεις της στην ιστορία αλλάζουν με τον πλέον ιδιαίτερο τρόπο. Έτσι καθώς ο άνθρωπος έρχεται στον Χριστό μέσω της Εκκλησίας, όπως πιστεύουν οι καθολικοί και οι ορθόδοξοι (αν και πολλοί προτεστάντες αυτό το αρνούνται, θεωρώντας, ότι έρχεται στον Χριστό απ’ ευθείας), αυτή η οδός πηγαίνει μέσω της Επίγειας Εκκλησίας και μέσω αυτής στην Ουράνια. Κατά συνέπεια, σε κάθε εποχή ο άνθρωπος γίνεται χριστιανός με διαφορετικό τρόπο, συμμετέχοντας σε διαφορετικές μορφές με μια κοινή (ενιαία) πηγή. Στην ουράνια διάσταση η Εκκλησία είναι ενωμένη, είναι μία. Στην επίγεια σαφώς δεν είναι έτσι, διαφέρει, και αυτή η διαφορά εξαρτάται από το ιστορικό στάδιο. Σε αυτό συνίσταται και η ουσία της Εκκλησιολογίας: να προσδιορίζει επακριβώς τις παραμέτρους της κάθε μορφής της επίγειας Εκκλησίας, να αποκαλύπτει τις ιδιαιτερότητές της, τις σχέσεις της με άλλες μορφές (περιόδους, στιγμές, στάδια). Σύμφωνα με τον Λόσσκυ, εμείς δεν μπορούμε να συζητούμε σημεία της Θεολογίας, εμείς μπορούμε μόνον να τα δεχθούμε και να τα κατανοήσουμε. Αλλά υπέροχα μπορούμε και, προφανώς, πρέπει να συζητούμε και να κατανοούμε και, ως εκ τούτου, να διαμορφώνουμε άποψη σχετικά με την Εκκλησιολογία, καθιστώντας ακριβώς αυτόν τον τομέα πεδίο των πρωτευόντων και των πλέον σημαντικών θεολογούμενων, «ιδιωτικών θεολογικών απόψεων».
Αρχίσαμε να γράφουμε το κείμενο αυτό με την παρατήρηση ότι στη σύγχρονη με εμάς Εκκλησία, και εννοούμε κυρίως την κατάσταση της σύγχρονης ρωσσικής Ορθοδοξίας (αν και αυτό ισχύει και για άλλες εκκλησίες ακόμη περισσότερο) υπάρχει σαφής έλλειψη ζωτικότητας. Εξ ου και η υποτονικότητα της πίστης, την οποία διαπιστώνουμε. Μπορούμε να λάβουμε αυτή την παρατήρηση ως βάση για τον χαρακτηρισμό της τελευταίας μορφής, την οποία εξετάζουμε ως κατάσταση της σύγχρονης μετα-σοβιετικής Ορθοδοξίας. Δεδομένου ότι η Εκκλησία στην Ορθοδοξία εννοείται ως το σύνολο όλων των βαπτισμένων χριστιανών (η Καθολική εκκλησία αντιλαμβάνεται τον εαυτόν της ως το σύνολο του κλήρου, ενώ εξαιρούνται οι λαϊκοί) η υποτονικότητα της πίστης ισχύει σε εμάς τους ίδιους, και όχι σε κάποιους αποκομμένους από εμάς, σε ξεχωριστές ομάδες, ανθρώπους ή θεσμούς. Συνεπώς, η κρίση αυτή στην πίστη μας ισχύει και για εμάς, και δεν συνιστά κατηγορία σε κάποιον άλλον. Είναι παρατήρηση προς τον εαυτόν μας, όντες ορθόδοξοι χριστιανοί. Δηλαδή είναι αυτοκριτική και όχι κριτική.

Χριστός: άμεσα και έμμεσα

Εάν κοιτάξουμε στο άλλο άκρο της ιστορίας στην Καινή Διαθήκη, στις ρίζες της Εκκλησιολογίας μας, θα δούμε τα 33 έτη ζωής του ζώντος Θεού, του Ιησού Χριστού. Σ’ αυτήν την αρχική περίοδο, ο Θεός ζει μαζί μας. Συνεπώς, είναι η πλέον ζωντανή, η πλέον ζωτική περίοδος της ιστορίας μας, όπου σαρκώθηκε ο ίδιος ο Λόγος, ενανθρωπίστηκε, και ήταν μαζί μας και ήταν μεταξύ ημών. Η προφητική ρήση του Ησαΐα «μεθ’ μν Θεός» (ελλ. στο πρωτότυπο) πραγματοποιήθηκε στην κυριολεξία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λάβαμε μια πολύ σημαντική διττή συμμετρία: η πρώτη εκκλησιολογική μορφή αποτελεί τον ίδιο τον ζώντα Θεό, δηλαδή την υπέρτατη δυνατή ζωτικότητα – και μάλιστα εντός της επίγειας ιστορίας, στην Ενσάρκωση, στην επί της γης και όχι μόνον στην ουράνια διάστασή της.
Η τελευταία, όμως, μορφή, αντιθέτως, συνιστά πόλο εξάντλησης αυτής της ζωτικότητας, την ασαφή και απόμακρη αντίληψή της. Σχεδόν μόνον η ανάμνηση, ένα σημάδι, μια ένδειξη για κάτι, κάτι συμβατικό και απόμακρο. Την ίδια στιγμή, κατά το Μυστήριο της Ευχαριστίας η απόσταση εκμηδενίζεται, και εμείς μεταλαβαίνουμε τον ίδιο το Χριστό (αν δεν το αναγνωρίζουμε αυτό, τότε δεν έχουμε πίστη), ωστόσο, αυτό δεν αλλάζει το βαθμό της παρουσίας της ζωτικότητας∙ παραμένει στιγμιαία λάμψη. Υπό αυτή τη λογική, η αλληλουχία των διαδοχικών εκκλησιολογικών μορφών μπορεί να κατηγοριοποιηθεί από το επίπεδο της ζωτικότητας. Τότε αντιλαμβανόμαστε τη σημασιολογία της χριστιανικής εποχής∙ η χριστιανική ιστορία αποκτά νόημα και μέτρο.
Το πρώτο στάδιο των 33 ετών της επίγειας ζωής του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού. Το υπεροντολογικό μέγιστον της ζωής. Κέντρο της προσοχής μας και του περιεχομένου των πλέον σημαντικών κειμένων για τον χριστιανισμό –τα Ιερά Ευαγγέλια. 
Δεύτερη περίοδος είναι η Αποστολική. Εδώ βασική είναι η προσωπικότητα του Απόστολου Παύλου. Δεν είδε και δεν γνώριζε τον Χριστό, όσο ζούσε επί της γης, αλλά γνώρισε τον Χριστό αναστημένο εκ νεκρών. Δεν είχε δει, αλλά είχε πιστεύσει. Αποκορύφωμα της αποστολικής περιόδου υπήρξε η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος επί των Αποστόλων. Έτσι η επίγεια Εκκλησία συγχωνεύθηκε με την Εκκλησία την εν Ουρανοίς. Τα Μυστήρια, η Βάπτιση και η Χειροτονία μεταδίδουν τη Χάρη της Ζωής. Είναι μια απολύτως ζωντανή Εκκλησία, αλλά κατά κάποιο τρόπο υποχωρεί σε σχέση με τα ευλογημένα 33 έτη, όταν ο ίδιος ο Χριστός Θεός ήταν μεταξύ των ανθρώπων.
Στη συνέχεια ξεκινά η περίοδος του μαρτυρίου, οι κατακόμβες. Οι χριστιανοί πεθαίνουν και υποφέρουν για τον Χριστό, ο οποίος τους αποκαλύφθηκε όχι όπως σε όσους ήταν παρόντες και Τον είδαν και όχι όπως στους πρώτους Αποστόλους. Αποκαλύφθηκε στη ζωντανή πίστη, και μάλιστα τόσο διαπεραστικά, που η πίστη προς τον Χριστό και ο θάνατος γι’ αυτόν γίνονται αποφασιστικά κίνητρα ζωής. Οι μάρτυρες αποδεικνύουν ότι πρόκειται για πίστη τόσο ζωντανή, που είναι πολύ πιο σημαντική και από την ίδια τη ζωή. Το μαρτύριο είναι στην ουσία το θεμέλιο της Πίστης, άμεση μαρτυρία (μάρτυς [ελλ. στο πρωτότυπο] στα ελληνικά σημαίνει ταυτόχρονα και όποιον βασανίζεται για την πίστη του και τον έχοντα ιδία γνώση του γεγονότος) της ζωντανής ύπαρξης του Χριστού.

Αυτοκρατορία και Θεολογία  

Η επόμενη μορφή είναι η καθιέρωση του χριστιανισμού ως πνευματικού θεμελίου της ορθόδοξης αυτοκρατορίας. Είναι μια σημαντική στροφή. Η εποχή του μαρτυρίου γενικά ολοκληρώνεται, η χριστιανική ζωή μεταφέρεται στην ιερή πολιτική του βασιλέα-κατέχοντα. Τώρα η ζωή της Εκκλησίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ζωή της Αυτοκρατορίας, και οι θυσίες στο όνομα της Αυτοκρατορίας, του Αυτοκράτορα, αντικαθιστούν τις πιο άμεσες και ευθείς μαρτυρίες των πρώτων μαρτύρων. Τώρα η ζωή προσφέρεται για τον Αυτοκράτορα, ως κεχρισμένου του Θεού, ξεκινά η εποχή του αυτοκρατορικού μαρτυρίου, της αυτοκρατορικής μαρτυρίας.
Παράλληλα, εξελίσσεται η Θεολογία. Αυτή έχει ρίζες στην Αποστολική εποχή, ωριμάζει την εποχή των κατακομβών και ανθίζει στην Αυτοκρατορία (εποχή των Οικουμενικών Συνόδων). Η Θεολογία και η Αυτοκρατορία πηγαίνουν χέρι-χέρι∙ στην Αυτοκρατορία υπάρχει κάτι το θεολογικό, και στη Θεολογία κάτι το αυτοκρατορικό. Εδώ η ζωτικότητα της Εκκλησίας διαμεσολαβείται, οικοδομημένη σε δύο κατευθύνσεις –στη σφαίρα της εσωτερικής ενατένισης, των θεϊκών λόγων, και στο χώρο της πολιτικής, ως πεδίο συγκεκριμένης ενσάρκωσης του χριστιανισμού. Πολιτική και Θεολογία, Αυτοκρατορία και ενατένιση καθίστανται εκφράσεις της χριστιανικής ζωής. Είναι μια άλλη διάθλαση της αρχής της ζωής της Εκκλησίας, σαφώς διαφορετική από το επίπεδο έντασης και εστίασης των προηγούμενων σταδίων. Παρατηρούμε τη μείωση του επιπέδου της αμεσότητας και την ενίσχυση της διαμεσολάβησης. Αλλά όλη αυτή η περίοδος –της ελληνο-ρωμαϊκής πατερικής- που διαπνέεται από το θεολογικο-αυτοκρατορικό χριστιανισμό, σφύζει από ζωή.
Έως το 800 αυτή η αυτοκρατορικο-θεολογική ζωή του χριστιανικού κόσμου επηρεάζει και τα δύο μισά της Οικουμένης –και τη Δύση και την Ανατολή. Ωστόσο έπειτα από το 800, και ιδιαίτερα μετά το 1054, ο Δυτικός χριστιανισμός έθεσε ως πρωτεύουσα τη Θεολογία, και η Αυτοκρατορία (ή μάλλον το καρολίγγειο ομοίωμά της) αποκτά δευτερεύουσα σημασία, ενώ στο Βυζάντιο και τα δύο συστατικά της ελληνο-ρωμαϊκής περιόδου -και η Αυτοκρατορία και η Θεολογία- συνεχίζουν να πορεύονται μαζί, διατηρώντας την ζωτικότητα. Η Δύση κινείται προς την κατεύθυνση του παπισμού και του σχολαστικισμού, όπου η διαμεσολάβηση μέσω της Θεολογίας αυτονομείται από την διαμεσολάβηση μέσω της Αυτοκρατορίας. Το επόμενο στάδιο είναι το τέλος της θεολογικο-αυτοκρατορικής ζωτικότητας. Στο Βυζάντιο, αυτό εκφράζεται από τον ρυθμό των γεγονότων –στην ησυχαστική έριδα του 14ου αιώνα, που ολοκλήρωσε τη θεολογική περίοδο και έπειτα από εκατό έτη στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως (τέλος της Αυτοκρατορίας).
Η Αυτοκρατορία θα υφίσταται για δύο ακόμη αιώνες αλλά με πολύ υποτονική Θεολογία, στη Μοσκοβία, μέχρι και τα τέλη του 17ου αιώνα, όταν ο ορθόδοξος κόσμος θα χάσει αυτή την ιδιαίτερη μορφή της χριστιανικής ζωής, ριζωμένης σε μια υπερχιλιετή περίοδο, η οποία συνολικά μπορεί να ονομαστεί βυζαντινή. Η κυριαρχία της σχολαστικής Θεολογίας στη Δύση τελειώνει την εποχή της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, δηλαδή περίπου τότε που πέφτει το Βυζάντιο. Η Θεολογία καθίσταται άψυχη, χάνει τον μαγευτικό της χαρακτήρα. Με αυτό τελειώνει και η κυριαρχία της εποχής της χριστιανικής ζωτικότητας, δια της μεσολάβησης της Θεολογίας και της Αυτοκρατορίας.

Νεωτερικότητα: εννοιολογικός Χριστιανισμός

Στη συνέχεια ακολουθεί ένα πολύ σημαντικό σημείο καμπής. Αυτό που ήταν πριν ζωντανό καθίσταται δείγμα, υπόδειγμα υποθετικό, προαιρετικό. Στη θέση της ζωντανής Θεολογίας τίθενται οι έννοιες. Η σχολαστική σκέψη ακόμη γνωρίζει γι’ αυτόν τον υψηλό ορίζοντα, όπου η σκέψη εισέρχεται στο χώρο του αγγελικού ουράνιου φωτός, και η μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, ιδιαίτερα ο ησυχασμός, έχει εν γένει οικοδομηθεί επί αυτής της μεταμορφωτικής εμπειρίας. Ο ντεϊσμός όμως του Ντεκάρτ και των άλλων φιλοσόφων των Νεώτερων Χρόνων απαλείφει από τη Θεολογία όλες τις μορφές εμπειρίας –ακόμη και της ενατένισης. Στη θέση τους έρχεται ο ρασιοναλισμός, η κυριαρχία των εννοιών. Η ίδια η Θεολογία εκτίθεται αυτή τη φορά στο ρασιοναλισμό, και για τον λόγο αυτό χάνει τελειωτικά τη ζωτικότητά της. Ποιά είναι εδώ η αιτία, και ποιο το αποτέλεσμα; Εκφυλίζεται και ψύχεται ο σχολαστικισμός έως το ντεϊσμό; Ή ο ντεϊσμός υπονομεύει τον σχολαστικισμό, στερώντας του τεχνητά τους χυμούς της ενατενίζουσας ζωής; Αυτό το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.
Σε κάθε περίπτωση η Δυτική Εκκλησιολογία στους Νεώτερους χρόνους αλλάζει ποιοτικά. Αν και ένας συγκεκριμένος πυρήνας του Καθολικισμού παραμένει «θωμιστικός», στο σύνολο η δυτικο-χριστιανική κουλτούρα συμβιβάζεται με την Νεωτερικότητα, μη αντιστεκόμενη ενεργητικά στον ντεϊσμό και, ενσωματωμένους σε αυτόν, στην  εκκοσμίκευση και στον υποκειμενισμό. Γινόμενη εννοιολογική (ντεϊσμός) η Θεολογία χάνει τη ζωτικότητά της. Ο Θεός μετατρέπεται σε έννοια. Τα θαύματα τίθενται σε αμφισβήτηση. Αυτό πλέον δεν είναι ο ζωντανός Θεός και η ζωντανή Εκκλησία. Ο Προτεσταντισμός γενικά καταστρέφει την αντίληψη για την Εκκλησία και την παράδοση, μετατρέποντας τη θρησκεία σε ιδιωτική υπόθεση, στερώντας της την κανονιστική ιδιότητα. Τα δόγματα και αλήθειες καθίστανται εντελώς υποκειμενικά και σχετικά φαινόμενα, που κάνει στην ουσία τις σχέσεις του ατόμου με το Θεό ιδιωτική υπόθεση, που δεν υπόκειται σε κανένα μέτρο. Στον Προτεσταντισμό ο Θεός δεν γίνεται απλώς έννοια, αλλά υποκειμενική, ιδιωτική έννοια. Και εάν ακόμη από αδράνεια ονομάζεται «Χριστός», κανένα ζωντανό περιεχόμενο δεν διαθέτει αυτή η έννοια: δεν εκπλήσσει ότι η Μεταρρύθμιση οδηγεί ευθέως στην εκκοσμίκευση, στην οποία, από τη δική του πλευρά οδηγεί και ο ντεϊσμός. Ως αποτέλεσμα στην Νεώτερη Εποχή ο χριστιανικός κόσμος γενικά τελειώνει, χάνοντας ολότελα τη ζωτικότητά του. Η θρησκεία γίνεται ένας θεσμός ανάμεσα στους άλλους, και μάλιστα ιδιωτικός. Και το περιεχόμενό της, η εμπειρία της μετατρέπονται σε συμβατικότητα, έννοια, ψυχολογική επιλογή του υποκειμένου.
Παράλληλα, αποσυναρμολογούνται τελειωτικά και τα τελευταία υπολείμματα της Αυτοκρατορίας. Η Αυτοκρατορία ως συγκεκριμένο στοιχείο της χριστιανικής Οικουμένης, ενσαρκωμένης στην πολιτική, αντικαθίσταται από το εθνικό Κράτος, το οποίο είναι ακόμη μια έννοια. Η Αυτοκρατορία είναι Ιερή, το Κράτος όχι, είναι υπό αίρεση και συνιστά προϊόν ανθρώπινων χεριών. Η κεφαλή του Κράτους δεν είναι Ιερό πρόσωπο, αλλά ένας κοσμικός διαχειριστής. Η ζωή της Αυτοκρατορίας πλήρως και τελειωτικά σβήνει στο εθνικό Κράτος.
Έτσι την εποχή της Νεωτερικότητας εισερχόμαστε στο επόμενο εκκλησιολογικό στάδιο, όπου η ζωτικότητα της χριστιανικής πίστης χάνεται ακόμη περισσότερο. Είναι η περίοδος μετατροπής της ζωντανής χριστιανικής εμπειρίας σε έννοια. Ο ίδιος ο χριστιανισμός καθίσταται εννοιολογικός, και όχι απλώς σχετικοποιεί αλλά αποκλείει γενικά τη ζωή. Η θρησκεία απομακρύνει από μέσα της κάθε εμπειρία του ιερού – και άμεση (όπως την εποχή της ζωής του Χριστού, των Αποστόλων ή της περιόδου των κατακομβών) και έμμεση (θεολογικο-αυτοκρατορική). Και από αυτή απομένει μονάχα το εννοιολογικό πεδίο –φιλοσοφικό, κοινωνικό, θεσμικό κ.λ.π.
Στη Δύση αυτό οδηγεί στο θρίαμβο της «επιστημονικής» κοσμοθεωρίας, στον υλισμό, στον αθεϊσμό και στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Ακριβώς αυτός ο πλήρης εκφυλισμός του δυτικού χριστιανισμού έως του επιπέδου της καθαρής έννοιας, και η οριστική απώλεια της ζωτικότητας, κάνει τον Φρειδερίκο Νίτσε να προφέρει τη περίφημη διάγνωσή του: ο Θεός είναι νεκρός∙ ο Θεός είναι νεκρός, έτσι καθώς έπαψε στη δυτική κοινωνία να είναι βιωματική εμπειρία. Ο Χριστιανισμός έπαψε να εκλαμβάνεται ως ζωντανή και ζωοδότρα δύναμη. Και η σύγχρονη δυτική Εκκλησία δεν είναι τίποτε περισσότερο από μουσείο, μια ανάμνηση, ένα πολιτισμικό έκθεμα, που αναφέρεται μόνον στο παρελθόν –σε αυτό που ήταν κάποτε ο χριστιανισμός. Είναι απολύτως νεκρή «εκκλησία». Ως εκ τούτου, σχεδόν κανέναν δεν εμπνέει και εάν διασώζεται αυτό το οφείλει στην «πολιτισμική κληρονομιά». Μετά τον σχολαστικισμό και το τέλος της Αυτοκρατορίας ακολουθεί ο εννοιολογικός χριστιανισμός, που αποτελεί το τελευταίο στάδιο της απώλειας της ζωής. Τη στιγμή του «Βατικανού II» ο Καθολικισμός κάνει τις τελευταίες του υποχωρήσεις προς την εκκοσμίκευση, έπειτα από τις οποίες ο Δυτικός χριστιανισμός καθίσταται εντελώς άψυχος – καθαρή ανάμνηση, στερημένη από οποιαδήποτε ζωτική δύναμη.

Ο ρωσσικός χριστιανισμός: στάδια

Η μοίρα της Ορθοδοξίας εξελίσσεται κάπως διαφορετικά. Η Αυτοκρατορία ως ιερή μορφή της χριστιανικής ύπαρξης διατηρείται στην Ανατολή για πολύ περισσότερο από τη Δύση, και σε συνδυασμό με την ενεργό Θεολογία. Στη Ρωσσία το ορθόδοξο Βασίλειο υπάρχει έως τις αρχές του 18ου αιώνα, και μόνο κάτω από την επίδραση της ήδη αποϊεροποιημένης και αποχριστιανισμένης Δύσης αρχίζει να χάνει το βυζαντινό του περιεχόμενο. Το σχίσμα, η διόρθωση των βιβλίων, οι μεταρρυθμίσεις του Νίκωνος και οι δυτικόστροφοι νεωτερισμοί του Μ. Πέτρου επέφεραν κολοσσιαίο πλήγμα στην ορθόδοξη παράδοση. Η ζωτικότητα του ρωσσικού χριστιανισμού πέφτει αισθητά. Η Αυτοκρατορία μετατρέπεται σε εθνικό Κράτος, και οι φιλοκαθολικές και φιλοπροτεσταντικές τάσεις στη Θεολογία μετατρέπουν σταδιακά τη θρησκεία σε κάτι εννοιολογικό (μιμούμενη τη Δύση). Η συνοδική περίοδος της ρωσσικής Εκκλησίας συνοδεύεται από την απότομη απώλεια της εσωτερικής ζωτικής δύναμης. Αυτό δεν είναι το απόγειο της Θεολογίας, αλλά η παρακμή της, καθώς στην εκκλησιαστική σκέψη δεν ζει το βυζαντινό ελληνο-ρωμαϊκό πατερικό πνεύμα, αλλά η αντιγραφή των νεωτερικών θεωριών και προσεγγίσεων, που προσιδιάζουν στη Δυτική Ευρώπη.
Η Ορθοδοξία, - όπως επανειλημμένως τονίσαμε, μόνο στο γήινο επίπεδο, στο επίπεδο των ιστορικών προκαθορισμένων σχημάτων, εποχών- παραμένει Ορθόδοξη μόνον κατ’ όνομα∙ χάνει το περιεχόμενό της, τη ζωτικότητά της, το βυζαντινό της πνεύμα, την ίδια τη δυνατότητα της βιωματικής ενατένισης. Τον 19ο αιώνα, ακόμη και ο αγιορείτικος ησυχασμός αντιμετωπίζεται με μεγάλη υποψία και θεωρείται σχεδόν ως «αίρεση». Οι βίοι των Αγίων υφίστανται ρασιοναλιστική κριτική, τα πιο «φανταστικά» θαύματα γενικά «διορθώνονται» σε αναλογία με τους καθολικούς και τους προτεσταντικούς καταλόγους.
Τις παραμονές της μπολσεβίκικης επανάστασης ο ρωσσικός χριστιανισμός αποτελεί μια ιδιαίτερη ιστορική μορφή, στην οποία η πραγματική χριστιανική ζωή μάλλον σιγοκαίει παρά φλέγεται. Αυτό έκανε δυνατό και το επόμενο απότομο άλμα στον αθεϊσμό και στον υλισμό. Σε πολλούς αυτό έγινε αντιληπτό ως μια αλλαγή της μιας εννοίας με μια άλλη. Αυτό θα ήταν αδύνατο και αδιανόητο, εάν η πίστη στον Χριστό ήταν πλήρης και ζωντανή. Αλλά, όντας σχετική, χάριν της παραδόσεως, ως συνήθεια, έγινε κάτι το συμβατικό. Ως εκ τούτου, οι μπολσεβίκοι μπόρεσαν να εγκαθιδρύσουν μια αθεϊστική δικτατορία. Οι διώξεις κατά της Εκκλησίας, μετά την επανάσταση, προκάλεσαν το κύμα μιας νέας Ομολογίας, όπου πολλοί χριστιανοί ενώπιον της άμεσης επίθεσης των αθεϊστών έμειναν πιστοί στη θρησκευτικότητά τους και στην πολιτισμική τους ταυτότητα. Ωστόσο, το νέφος των νέο-μαρτύρων δεν οδήγησε σε μεγάλης κλίμακας αναγέννηση της Εκκλησίας. Οι Ιεράρχες βρήκαν τρόπο να συνυπάρχουν ακόμη και με την αντι-χριστιανική εξουσία, όπως πριν είχαν συνυπάρξει και με εκκοσμικευμένους δυτικόφιλους Τσάρους της Ρωσσικής Αυτοκρατορίας, την μετά τον Μ. Πέτρο εποχή. Όλα αυτά θα ήσαν απλώς αδιανόητα, εάν η Εκκλησία ήταν πραγματικά ζωντανή, εάν διαπερνιόταν ολοκληρωτικά από την εμπειρία της ύπαρξης του Χριστού –στους ανθρώπους και στον κόσμο.
Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ οδήγησε στην ακύρωση όλων των αθεϊστικών απαγορεύσεων για την Εκκλησία. Αλλά μεγάλο όφελος για τους πιστούς δεν υπήρξε. Γενικά, κανένα όφελος δεν υπήρξε. Οι φορείς της Νεωτερικότητας στην κομμουνιστική της εκδοχή παρέδωσαν την εξουσία στους φορείς της Νεωτερικότητας στην φιλελεύθερη εκδοχή της, και οι χριστιανοί εκμεταλλεύτηκαν μόνον την κατάσταση, ώστε να ενισχύσουν τις θέσεις τους, αρπάζοντας την ευκαιρία. Αυτό είναι σημαντικό: Η Εκκλησία τη δεκαετία του ’90 δεν έγινε πιο ζωντανή από όσο ήταν τη δεκαετία του 1980. Η έλλειψη πίεσης και καταστολής και το ιδεολογικό κενό δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για τη τυπική αποκατάστασή της, αλλά ριζικές αλλαγές στο πνεύμα δεν προκάλεσε, και δεν μπορούσε να προκαλέσει, καθώς ο ρόλος του χριστιανισμού στα τέλη του κομμουνισμού και στις αρχές των δυτικών φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων ήταν παθητικός.
Σε γενικές γραμμές, η θέση της σημερινής ρωσσικής Ορθοδοξίας δεν είναι πολύ διαφορετική από τη θέση της δυτικών χριστιανικών εκκλησιών: πρόκειται για περιθωριακό κοινωνικό θεσμό, που δεν έχει άμεση επιρροή ούτε στην πολιτική, η οποία εξ ολοκλήρου οικοδομείται σε κοσμικά δυτικά θεμέλια, ούτε στην εκπαίδευση, ούτε στον πολιτισμό. Γενικά, η δομή της σύγχρονης ρωσσικής κοινωνίας είναι πιο αρχαϊκή απ’ ότι στη Δύση, και αυτό προσφέρει μια ευκαιρία στην Εκκλησία και το χριστιανισμό, αλλά και πάλι γίνεται λόγος για αδράνεια και όχι για αναγέννηση, για περιστασιακή συνθήκη της πραγματικότητας, και όχι για το αποτέλεσμα συνεπούς πνευματικού αγώνα. Βεβαίως, εξαιτίας της μεγαλύτερης αρχαϊκότητας της Ρωσσίας και του πιο αδύναμου εκσυγχρονισμού της, ο ρόλος της θρησκείας στη ρωσσική κοινωνία είναι πιο ενισχυμένος απ’ ότι στη Δύση, και η σύνδεση του πληθυσμού με την παράδοση βαθύτερη. Ωστόσο, άμεσα με τη ζωτικότητα ακριβώς του χριστιανικού πνεύματος, με την διαπεραστική βιωματική εμπειρία με τον Χριστό και στον Χριστό, σχέση δεν έχουν.
Και έτσι, συνοψίζοντας τα προηγούμενα, βλέπουμε ότι η εκκλησιολογική αλληλουχία των εποχών (οι μορφές της επίγειας Εκκλησίας) είναι τέτοια, που εκτυλίσσεται στο μέτρο της κλίμακας της απώλειας της ζωτικής αρχής –από το μέγιστο στο ελάχιστο, το οποίο συμβαίνει ακριβώς τώρα. Η πρώτη Εκκλησία είναι πλήρης εν Ζωή, είναι η ίδια η Ζωή, και περισσότερο από τη Ζωή. Η τελευταία Εκκλησία είναι εγγύτερα στη μορφή της εκκλησίας της Λαοδικείας, «οτε ψυχρς εσαι οτε ζεστός»(Αποκάλυψις 3.14), δεν καίει, δεν σβήνει. Δεν μπορεί να μην υπάρχει, καθώς η Ουράνια Εκκλησία είναι αιώνια, αλλά αυτή είναι η πλέον παραμορφωμένη από τις δυνατές αντανακλάσεις∙ αντίγραφο που σχεδόν έχει εντελώς απολέσει τη σχέση με το πρωτότυπο. Ο υποκειμενικός, εκσυγχρονισμένος, εκκοσμικευμένος, χλιαρός, ιδιωτικός, εννοιολογικός χριστιανισμός ήδη, δεν είναι σχεδόν καν χριστιανισμός.

Προς το αυτοκρατορικό μαρτύριο 

Έπειτα από όλα αυτά, μπορούμε να εξάγουμε το ακόλουθο συμπέρασμα: για να έλθουμε στον Χριστό, πρέπει να κάνουμε την εκκλησιολογική διαδρομή προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η σημερινή μορφή της Εκκλησίας είναι το ελάχιστο της ζωής. Το ποιοτικό άλμα θα ήταν προς την κατεύθυνση του Βυζαντίου –δηλαδή στην κατεύθυνση της Αγίας Αυτοκρατορίας, της ορθόδοξης Μοναρχίας και της πλήρους αξιών ελληνο-ρωμαϊκή πατερική Θεολογία στο σύνολό της. Ο Βασιλεύς-Αυτοκράτωρ και οι γιοι Πατέρες της Καππαδοκίας, τα κείμενα του Αρεοπαγίτη και ο ησυχασμός, ιδού τα ορόσημα. Το επόμενο επίπεδο ζωής (σχετικά με αυτό το οποίο βρισκόμαστε) είναι η ορμητικά ενεργητική αυτοκρατορική Ορθοδοξία, θεολογικο-πολιτική. Είναι η ζωή για τον βασιλέα, η μαρτυρία για την Αυτοκρατορία, η εμπειρία της άμεσης και καθαρής ενατένισης. Είναι η πλήρης αποκατάσταση του κόσμου των Αγγέλων.
Για την εποχή της Νεωτερικότητας η πίστη στο Θεό (στη ντεϊστική του, εννοιολογική, αντίληψη) είναι ακόμη επιτρεπτή, αλλά η πίστη στους Αγγέλους είναι καθαρή ψυχοπάθεια. Η Νεωτερικότητα απαγορεύει αυτήν τη πίστη, όπως και την πολιτικοποίηση της θρησκείας, την Αυτοκρατορία. Για εμάς είναι το αντίθετο: η πίστη στους Αγγέλους, στα θαύματα και σε όλα γενικά που βεβαιώνει η Αγία Γραφή, είναι το πιο φυσικό και πιο ζωντανό, είναι η αλήθεια, μέχρι την οποία θα πρέπει να φθάσουμε, και να μην τη μειώσουμε στο επίπεδο της δικής μας άγνοιας. Ομοίως, ο ζωντανός χριστιανισμός δεν μπορεί να δεχθεί ησύχως την κριτική της Αυτοκρατορίας. Οι εχθροί του Χριστού μπορούν να λένε ό,τι θέλουν, η Αυτοκρατορία με επικεφαλής βασιλέα-κραταιό έχει το απόλυτο πλεονέκτημα, εφόσον βεβαίως ο βασιλεάς είναι Ορθόδοξος και αν είναι αυτή η πίστη μας. Και εάν είναι αλήθεια, τότε ακριβώς πρέπει να γίνει ο κανόνας. Αυτό δεν είναι σύμβαση και δεν είναι συμφωνία, είναι τάξη δοσμένη από το Θεό. Αν κινηθούμε επί αυτής της γραμμής, τότε το επόμενο επίπεδο θα είναι η μαρτυρία, οι νέες κατακόμβες, η θυσία της ζωής στο όνομα του Χριστού, του ζώντος Θεού, του Θεού, πάντα και όχι μόνον στο παρελθόν! Του Ευρισκόμενου μαζί μας και σε εμάς τους ίδιους. Αυτή η αναζωογόνηση της μαρτυρίας είναι ευθεία και αμερόληπτη επιβεβαίωση ότι Υπάρχει, Υπήρχε και θα Υπάρχει. Ο ζωντανός χριστιανισμός δεν είναι πρόθυμος ούτε κατά ένα ιώτα να υποχωρήσει από το Πνεύμα και το Γράμμα της Αγίας Γραφής προς χάριν κάποιου ή για κάτι. Δεν είναι ο Χριστός που πρέπει να προσαρμοστεί στην σύγχρονη εποχή, αλλά η σύγχρονη εποχή να υπαχθεί στην αλήθεια του Χριστού, και εάν δεν θέλει, τότε πρέπει να πολεμήσουμε με αυτήν μέχρι θανάτου. Στη Δύση ο χριστιανισμός είναι νεκρός. Σε εμάς σχεδόν νεκρός. Αλλά ποτέ δεν μπορεί να είναι εντελώς νεκρός, όσο υπάρχουν έστω δύο ή τρεις πιστοί συνηγμένοι εις το όνομα του Χριστού. Και αυτό σημαίνει ότι η αναγέννηση, η αφύπνιση, η είσοδος στην Ουράνια Εκκλησία είναι πάντοτε δυνατές, έως τις έσχατες ημέρες. Γι’ αυτό εμείς δεν έχουμε απλώς την ευκαιρία να το πράξουμε αλλά το καθήκον. Και θα το εκπληρώσουμε.             



Απόδοση στα ελληνικά: Σ.Δημόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου