Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Το τηλεφώνημα Τραμπ στον Ερντογάν αλλάζει το σκηνικό με την Τουρκία και τους Κούρδους;



http://img.zeit.de/politik/ausland/2017-05/trump-erdogan-treffen-washington/wide__820x461__desktop 
Μπορεί το «Ισλαμικό Κράτος» να αποχωρεί από το τελευταίο προπύργιό του στη Συρία, το Αμπου Καμάλ, αλλά οι ΗΠΑ ετοιμάζονται για μακρά παραμονή στη χώρα. Κι αν οι αμερικανικές δυνάμεις πρόκειται να αντιμετωπίσουν την ιρανική και τη ρωσική επιρροή, τη στιγμή που η Συρία αγωνίζεται να ξεφύγει από τον εμφύλιο πόλεμο, χρειάζονται την βοήθεια της Τουρκίας. Οι σχέσεις, ωστόσο, της Ουάσιγκτον με την πολιτική του Ερντογάν τελευταίως είναι τεταμένες, θέτοντας επομένως μια διπλωματική πρόκληση. Έτσι, όταν ο Τραμπ κάλεσε τον ομόλογό του την Παρασκευή, χρειαζόταν να κάνει μια σημαντική χειρονομία και φαίνεται ότι την έκανε.
Οι εντάσεις παραμένουν ισχυρές, αλλά η προφανής υπόσχεση του Τραμπ να μην αποστείλει περισσότερα όπλα στη συριακή κουρδική πολιτοφυλακή του YPG, ήταν μια καταλυτική υποχώρηση προς την Άγκυρα. Χωρίς αυτή, ένας μεγάλος σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, θα μπορούσε να κινηθεί ακόμη εγγύτερα προς το Ιράν και τη Ρωσία, που αγωνίζονται να διασώσουν το καθεστώς του Άσσαντ. Κάποιοι στην Ουάσιγκτον και στην περιοχή μπορεί αυτό να το βλέπουν ως προδοσία προς ένα σύμμαχο στον πόλεμο, που είχε τον κύριο ρόλο στην κατάληψη της πρωτεύουσας του ΙΚ, τη Ράκκα. Αλλά οι Κούρδοι έχουν τώρα τη δύναμη να κρατηθούν από μόνοι τους στην βορειοανατολική Συρία, και η Ουάσιγκτον να στραφεί πλέον στην μεγάλη εικόνα.
«Δεν μπορούμε να επιχειρούμε για μεγάλο διάστημα στη Συρία χωρίς τις τουρκικές βάσεις, τον τουρκικό εναέριο χώρο και, σε κάποιο βαθμό, την τουρκική διπλωματική στήριξη», είπε ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ James Jeffrey. «Εδώ είναι και όλο το ζήτημα», υποστήριξε στο AFP, ο πρώην ανώτατος σύμβουλος εθνικής ασφαλείας και απεσταλμένος στην Άγκυρα και στην Βαγδάτη.

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Το σχέδιο του 1986 για ανατροπή του Άσαντ και τα διλήμματα της αμερικανικής πολιτικής στη Συρία



της Ekaterina Blinova

Η αμφιλεγόμενη στρατηγική των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και στην Βόρειο Αφρική προκαλεί δύο θεμελιώδη ερωτήματα: «Ποιος έχει τον έλεγχο των πραγμάτων στην Ουάσιγκτον, και τι είναι αυτό που θέλει». Ο πρώην αναλυτής ζητημάτων άμυνας στο Καναδικό Τμήμα Εθνικής Άμυνας για την ΕΣΣΔ και τη Ρωσία και Σύμβουλος στην Πρεσβεία του Καναδά στην Μόσχα από το 1993 έως το 1996, Patrick Armstrong μίλησε στο “Sputnik”, αποκαλύπτοντας τους τρεις τρόπους που οι ΗΠΑ ολοκληρώνουν συνήθως τους πολέμους τους.
«Όποιο και να ήταν το κίνητρο της ανάμειξης της Ουάσιγκτον στη Συρία – οι αγωγοί, η αποδυνάμωση της Ρωσία ή του Ιράν, η πρόκληση χάους ή οτιδήποτε άλλο- έχει αποτύχει» είπε ο Armstrong. «Η δυναμική των πραγμάτων έχει αλλάξει και είναι κοντά η ήττα κι εδώ και στις άλλες επεμβάσεις των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική (ΜΕΝΑ)»

Η στρατηγική των ΗΠΑ στη Συρία: Ένας Γρίφος, τυλιγμένος σε ένα Μυστήριο, εντός ενός Αινίγματος

Η κατάσταση στη Συρία, αρχίζοντας από τις αναφορές για την πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ που, σύμφωνα με τη φημολογία, διενήργησε στοχευμένες μεταφορές στρατιωτικών στελεχών του «Ισλαμικού Κράτους», έως τις δηλώσεις παρατηρητών ότι η απελευθέρωση της Ράκκα δεν ήταν παρά μια «παράσταση με μαριονέτες», εγείρει πολλά ερωτηματικά.
·         Θα συνεχίσουν οι ΗΠΑ να υποστηρίζουν στη Ράκκα τις «Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις» (SDF), στις οποίες κυριαρχούν οι Κούρδοι, σύμφωνα με το «σχέδιο διακυβέρνησης» που περιεγράφηκε από τις ΗΠΑ- και τη συμμαχική πολιτοφυλακή, τον Απρίλιο του 2017;
·         Θα βοηθήσει το Πεντάγωνο τους Κούρδους να διατηρήσουν τον έλεγχο στα κοιτάσματα πετρελαίου στην επαρχία Ντέιρ εζ Ζορ, που ανακατέκτησαν πρόσφατα από το ΙΚ;
Από την άλλη πλευρά, η απροθυμία της Ουάσιγκτον να υποστηρίξει την αξίωση των σύμμαχών της Κούρδων στο Ιράκ για ανεξαρτησία, έχει οδηγήσει κάποιους σχολιαστές να υποθέσουν ότι η Τεχεράνη, που βοήθησε τη Βαγδάτη να ανακαταλάβει την πλούσια σε πετρέλαιο περιοχή του Κιρκούκ από τους Πεσμεργκά, έχει καταφέρει να υπερκεράσει τη διοίκηση Τραμπ στην περιοχή και να εμποδίσει τις ΗΠΑ να δημιουργήσουν ένα φιλικό τους έρεισμα στο Ιρακινό Κουρδιστάν εναντίον του Ιράν.
Ωστόσο, αυτές και άλλες ερωτήσεις που αφορούν την ανάμειξη των ΗΠΑ στην περιοχή «δεν μπορούν να απαντηθούν», λέει ο Armstrong «επειδή κανείς δεν γνωρίζει τις απαντήσεις σε δύο θεμελιώδη ερωτήματα: ποιος αποφασίζει στην Ουάσιγκτον και τι θέλει».