Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Η Τουρκία σε κρίσιμο ιστορικό σταυροδρόμι



http://kurdistan24.blob.core.windows.net/filemanager/resources/files/2017/12/YPGYPJTw.jpg
Μάχη του YPG με τον τουρκικό στρατό

Η Τουρκία βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της, καθώς οι βασικοί άξονες επί των οποίων λειτουργούσε από την ίδρυσή της φαίνεται να ακυρώνονται. Το γεγονός αυτό την καθιστά εντελώς απρόβλεπτη, και, ως εκ τούτου, το επόμενο διάστημα είναι ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα, κάτι που ο ελληνισμός, σε Ελλάδα και Κύπρο, οφείλει να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν του.
Η Τουρκία συγκροτείται επί των ερειπίων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μετά την, σχεδόν ολοκληρωτική, εξάλειψη του χριστιανικού στοιχείου εντός της επικράτειάς της (η τελευταία πράξη έλαβε χώρα το 1955, με τα Σεπτεμβριανά στην Πόλη). Αφότου ο κοινός εχθρός εξολοθρεύθηκε, η νεαρή Τουρκική Δημοκρατία κατέστη το πεδίο ενός αδυσώπητου εσωτερικού ανταγωνισμού τριών, διαφορετικών εθνολογικών στον πυρήνα τους, συνισταμένων:
α. των δυτικόστροφων κεμαλικών, κατοίκων, επί το πλείστον, των αστικών κέντρων του δυτικού τμήματος, στους οποίους είχαν προσχωρήσει και μη σουνιτικοί πληθυσμοί, οι οποίοι επέλεξαν την κοσμική ανοχή από την ισλαμιστική καταπίεση της ούμμας.
β. των, πλέον καθυστερημένων πολιτισμικά, σουνιτών της Ανατολίας, και
γ. των Κούρδων, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εκκαθάριση των Χριστιανών, κυρίως των Αρμενίων, με τους οποίους διεκδικούσαν την κυριότητα των ίδιων εδαφών.
Η διαμάχη μεταξύ αυτών των ομάδων ήταν αδιάπτωτη επί δεκαετίες. Η ισορροπία των αντιθέσεων διατηρείτο με:
·         την στρατοκρατική δομή της κοινωνίας, δια της οποίας οι κεμαλικοί-κοσμικοί ασκούσαν ακραία καταστολή,
·         την από τα πάνω επιβολή μιας ενιαίας τουρκικής συνείδησης,
·         τη συντήρηση του σωβινισμού εναντίον των «εχθρών» του τουρκισμού, ως ενοποιητικό στοιχείο, και
·         την ενεργό συμμετοχή στους δυτικούς θεσμούς.
Η Τουρκία επέπρωτο, για δεκαετίες, να εκπληρώσει δύο βασικές αποστολές προς όφελος των δυτικών συμφερόντων:
α. να παραμείνει ως τείχος αναχαίτισης της σοβιετικής καθόδου στην Μέση Ανατολή και στις «θερμές θάλασσες», και
β. να στηρίξει την ύπαρξη του Ισραήλ σε ένα εχθρικό περιβάλλον στην ανατολική Μεσόγειο.
Ως εκ τούτου, το κεμαλικό κατεστημένο ήταν απόλυτα ελεγχόμενο από τις ΗΠΑ. Η στρατιωτική ελίτ, και όχι μόνον, εκπαιδευόταν και καθοδηγείτο από την ατλαντική υπερδύναμη.
Στις δεκαετίες αυτές, όμως, οι πληθυσμιακές ισορροπίες θα αλλάξουν ραγδαία. Η Ανατολία και οι Κούρδοι θα έχουν πολύ μεγαλύτερα ποσοστά γεννήσεων[1]. Οι συσχετισμοί μεταβλήθηκαν, και μάλιστα η εσωτερική μετανάστευση, που είχε ως σκοπό και την αποδυνάμωση των αποσχιστικών κινημάτων, μετέφεραν το πρόβλημα στα κεμαλικά κοσμικά αστικά κέντρα, όπως η Κωνσταντινούπολη. Στους δε Κούρδους, το επαναστατικό πνεύμα, με τη αναμφίβολη «βοήθεια» και της Μόσχας, πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Ο κεμαλισμός ως ιδεολογία είχε αρχίσει ήδη από την δεκαετία του 1980 να μην δύναται να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες – χούντα του Εβρέν. Έκτοτε ξεκίνησε η προώθηση του Ισλάμ ως ενοποιητικής ιδεολογίας, που θα έβαζε τους Κούρδους υπό την νέα εθνική ομπρέλα, αλλά και ως όχημα επιρροής στους ισλαμικούς πληθυσμούς των αραβικών κρατών, όπου είχαν επικρατήσει μπααθικά αντιδυτικά καθεστώτα, όπως και του σοβιετικού υπογαστρίου. Να υπενθυμίσουμε ότι ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 είχε πέσει το «ισλαμικό χαρτί» στο σοβιετοκρατούμενο Αφγανιστάν -αντιστρόφως στο Ιράν, το επαναστατημένο σιιτικό Ισλάμ είχε αντιαμερικανικό προσανατολισμό, και ανέκυπτε η ανάγκη για μια εναλλακτική απάντηση. Η τακτική της ενίσχυσης του Ισλάμ εκ μέρους της Δύσης δεν ήταν καινούργια, αλλά είχε εφαρμοστεί κατά κόρον και με μεγάλη επιτυχία από τη βρετανική πολιτική στο «Μεγάλο Παιχνίδι» ήδη από το 1830, όταν υποδαύλισε τις εξεγέρσεις των Τσερκέζων στον άρτι κατακτηθέντα από τη Ρωσία βόρειο Καύκασο, ώστε να κλείσει η συγκεκριμένη οδός προς την Ινδία[2].