Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Το σύντομο «καλοκαίρι» των ελπίδων


Η μικρασιατική εκστρατεία στον κυπριακό Τύπο


Χρήστος Αλεξάνδρου, "Η Μικρασιατική Εκστρατεία στον Κυπριακό Τύπο Η μαρτυρία του «Νέου Έθνους» Νοέμβριος 1918-Σεπτέμβριος 1922", εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ





Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η συλλογική μνήμη στην Ελλάδα δέχθηκε μια διαρκή και συντονισμένη επίθεση. Με τη συνδρομή των θεσμών διαμόρφωσης της κοινωνικής συνείδησης –ΜΜΕ, Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, κ.λπ.- ομάδες με συγκεκριμένες ιδεολογικές πεποιθήσεις, επιχείρησαν να επιβάλλουν τις θέσεις τους ως τις μόνες επιστημονικές και έγκυρες. Παρά, όμως, τη σκανδαλώδη προβολή τους και την αναμφισβήτητη ζημιά που προκάλεσαν, ο στόχος τους τελικά δεν επετεύχθη.  Κι αυτό οφείλεται τόσο στις αυθόρμητες αντιστάσεις στην αλλοτρίωση, που ακόμη ευδοκιμούν στον ελληνικό λαό, όσο και στον αξιόπιστο επιστημονικό αντίλογο που ύψωσε πλήθος ερευνητών και διανοουμένων. Και σήμερα ακόμη, στους ζοφερούς καιρούς της κρίσης, συνεχίζουν να εμφανίζονται επιστημονικές εργασίες που οι συγγραφείς τους δεν έχουν υποκύψει στις σειρήνες του «πολιτικά ορθού».

Σε αυτή τη κατηγορία εντάσσω και το πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του Κύπριου ιστορικού ερευνητή Χρήστου Αλεξάνδρου, που έχει ως θέμα του την Μικρασιατική Εκστρατεία στον Κυπριακό Τύπο, και ειδικότερα το πως αυτή περιγράφεται στις σελίδες της εφημερίδας «Νέον Έθνος». Για την μελέτη του ο συγγραφέας εργάστηκε, κυρίως, στο πρωτογενές υλικό της εν λόγω εφημερίδας (που κυκλοφόρησε από το 1893 έως το 1934, φτάνοντας τα 2.102 φύλλα), για τα έτη 1918-1922.

Με την εύστοχη επιλογή γεγονότων και ειδήσεων και τη συνοπτική και μεστή παράθεσή τους ξετυλίγεται ένα πολύ ενδιαφέρον χρονικό της εκστρατείας. Σε αυτό σημαντικό μέρος αφορά στις διεθνείς διεργασίες για τη διευθέτηση του ανατολικού ζητήματος. Εκτενής αναφορά γίνεται επίσης στις πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ελλάδα, με αρκετή μετριοπάθεια εκ μέρους της εφημερίδας. Να σημειωθεί ότι αν και οι πολιτικές συμπάθειες του «Νέου Έθνους» είναι υπέρ του θρόνου και του Κωνσταντίνου, ταυτόχρονα δεν διάκειται εχθρικά προς τον Βενιζέλο, αναγνωρίζοντας τις ικανότητές του αλλά και το ειλικρινές ενδιαφέρον του για την Κύπρο. Το χρονικό συνοδεύεται από διαφωτιστικές πληροφορίες του συγγραφέα, τις οποίες έχει αντλήσει από ενδελεχή βιβλιογραφική αναδίφηση που αφορά στη συγκεκριμένη περίοδο.

Θεωρώ, όμως, ότι το δυνατό «σημείο» του βιβλίου είναι η προβολή της «κυπριακής» πλευράς. Το πώς δηλαδή αντιμετώπιζαν οι Κύπριοι τα συγκλονιστικά γεγονότα από την επαύριον του τέλους του Α΄ παγκοσμίου πολέμου έως και την καταστροφή της Σμύρνης. Και ιδιαίτερα πως οι επιτυχίες της Ελλάδος, έως το 1922, αναζωπύρωσαν τις ελπίδες και τις προσπάθειες για την Ένωση. Ο κυπριακός ελληνισμός βρισκόταν τότε σε άμεση επαφή με την Ελλάδα και τις διεργασίες που λάμβαναν χώρα εκεί, ενώ η ειδησεογραφία των αθηναϊκών εφημερίδων αναπαράγονταν στις κυπριακές. Ταυτόχρονα, η Μεγαλόνησος συνιστούσε κόμβο για τον ελληνισμό της ανατολής, ο οποίος παρουσίαζε πρωτόγνωρη άνθηση. Ο δυναμικός άξονας μεταξύ του ελληνισμού της Αιγύπτου, της Κύπρου και της Ιωνίας (η Σμύρνη συνδεόταν για δεκαετίες ακτοπλοϊκά με την Κερύνεια), περιλάμβανε αυξημένες εμπορικές και εν γένει οικονομικές δραστηριότητες αλλά και κοινές πνευματικές και πολιτικές κινήσεις (σελ. 35).   

Ο Αλεξάνδρου, αφού μας εισάγει στην συγκεκριμένη περίοδο με την περιγραφή του πολιτικού κλίματος, όπως αποτυπώνεται στον κυπριακό τύπο, διαπιστώνει ότι το αίτημα της «Ένωσης» είναι καθολικό. Επισημαίνει, όμως, μια «διαφοροποίηση» τάσεων ως προς τον τρόπο και το χρόνο επίτευξης του στόχου. Από τη μια οι «αδιάλλακτοι» που πρόκριναν μετωπική αντιπαράθεση με τους Βρετανούς και από την άλλη οι «διαλλακτικοί» ή «μεταρρυθμιστές», που επιθυμούσαν τη σταδιακή πορεία προς την Ένωση (σελ. 16-17). Καθώς, όμως, η Ελλάδα θα βρεθεί με τους νικητές του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, διεκδικώντας, βάσιμα, εδάφη με αλύτρωτους ελληνικούς πληθυσμούς, στην Κύπρο κινητοποιήθηκαν «τα μέλη της ανώτερης τάξης των Ελλήνων Κυπρίων να διεκδικήσουν για το νησί τους την Ένωση με το ελληνικό κράτος. Η ιστορική συγκυρία κρίθηκε από την ελληνοκυπριακή ηγεσία ότι πρόσφερε για πρώτη φορά τη δυνατότητα το αίτημα της Ένωσης να ‘‘διεθνοποιηθεί’’ και έτσι να ικανοποιηθεί» (σελ. 29).

Όπως το διατύπωσε, το Δεκέμβριο του 1918, ο Φίλιος Ζανέττος (ιατρός, ιστορικός που είχε συγγράψει τη τρίτομη Ιστορία της Κύπρου, δύο φορές δήμαρχος Λάρνακας, δύο φορές μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου): «πάντες βλέπομεν, ότι η πολυπόθητος εθνική αποκατάστασις, η μέλλουσα να πληρώση τας ψυχάς ημών αρρήτου αγαλλιάσεως, είναι εγγύς και πάντες φερόμεθα ακατασχέτως όπως δραξόμεθα αυτής» (αναδημοσίευση από το «Νέον Έθνος» σελ. 295).

Σε κλίμα, λοιπόν, γενικού ενθουσιασμού, που επιτείνουν και οι διεθνείς διακηρύξεις περί δικαιοσύνης και ελευθερίας των λαών, η κυπριακή ηγεσία αποφάσισε να σταλεί αντιπροσωπεία «στο Παρίσι και το Λονδίνο, όπου θα πραγματοποιούνταν η Διάσκεψη της Ειρήνης και να προσπαθήσουν να ‘‘σπρώξουν’’ τα πράγματα προς την επιθυμητή κατάληξη» (σελ. 297). Στο βιβλίο αφιερώνεται ειδικό κεφάλαιο σε αυτό το γεγονός, με τον τίτλο «Η αποστολή κυπριακής πρεσβείας στο Λονδίνο και το Παρίσι». Την επιτροπή, που αποτελείτο από τον Αρχιεπίσκοπο Κύριλλο και τα εννέα μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου, αποχαιρέτησαν στο λιμάνι της Αμμοχώστου χιλιάδες λαού, με την ευχή για ευόδωση του εγχειρήματος. Η πρεσβεία θα μείνει για ένα χρόνο(!) στο Λονδίνο, ενώ λίγους μήνες μετά την επιστροφή της με «αδεια χέρια», νέα αποστολή, θα κάνει μια τελευταία απέλπιδα προσπάθεια. Τα όσα περιγράφονται γι’ αυτό το διάστημα –όπως οι συζητήσεις της κυπριακής επιτροπής με τον Βενιζέλο, και, πρωτίστως, η στάση των Βρετανών- είναι ιδιαίτερα χρήσιμα όχι μόνο για την ιστορική τους αξία αλλά και για την επικαιρότητά τους.

Οι Βρετανοί θα παραμείνουν σταθερά αρνητικοί σε κάθε αίτημα των Κυπρίων για Ένωση με τον εθνικό κορμό. Οι αποφάσεις τους δεν άφηναν άλλωστε καμία αμφιβολία, ακόμη κι όταν αφορούσαν απλά τη σημειολογία. Όπως, στην περίπτωση κατά την οποία ο Βενιζέλος προτίθετο να αποστείλει στην Κύπρο μια επιτροπή «σοφών» για να μελετήσει το υπάρχον βρετανικό σύστημα διοίκησης. Το ταξίδι δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ λόγω της αντίδρασης των Βρετανών, που δεν επιθυμούσαν να δημιουργηθούν ανεπιθύμητοι συνειρμοί (σελ. 81). Επίσης, όταν η Ελλάδα φυγάδευε τους Έλληνες και τους Αρμένιους της Κιλικίας για να τους σώσει από τις σφαγές των Κεμαλικών, το Λονδίνο δεν επέτρεψε την εγκατάστασή τους στην Κύπρο, καθώς δεν ήθελε να ανατραπεί η αναλογία με τους Τουρκοκύπριους (σελ. 225).

Η απόρριψη του αιτήματος για την Ένωση από την Μ. Βρετανία δημιούργησε, όπως ήταν φυσκό, αισθήματα αγανάκτησης στους Κυπρίους. Αναπτύχθηκε έτσι ένα πλατύ κίνημα κατά της αποικιοκρατίας,. Όλοι οι Ελληνοκύπριοι-μέλη του προβληματικού Νομοθετικού Συμβουλίου παραιτούνται και συγκροτείται το πρώτο κυπριακό κόμμα. Όπως επισημαίνει ο Αλεξάνδρου «αν και η προσπάθεια για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα δεν ευοδώθηκε κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης της Ειρήνης, η όλη διαδικασία (επιτροπές, συναντήσεις, υπομνήματα, ακροάσεις κ.λπ.) με την κυπριακή πρεσβεία που ταξίδεψε σε Παρίσι και Λονδίνο σε συνδυασμό με την απορριπτική στάση της Βρετανίας συντέλεσε στην επιτάχυνση της διαδικασίας πολιτικοποίησης στην Κύπρο. Αποτέλεσμα του πιο πάνω γεγονότος ήταν η συγκρότηση του πρώτου πολιτικού κόμματος, της Πολιτικής Οργάνωσης Κύπρου που αναπτύχθηκε σε όλο το νησί με ιεραρχική δομή και δεκάδες τοπικές επιτροπές ώστε Ελληνοκύπριος να μπορεί να συμμετέχει άμεσα στα πολιτικά δρώμενα».(σελ. 353)

Η αντιπαράθεση με τους Βρετανούς πήρε και βίαιο χαρακτήρα, όταν στις 25 Μαρτίου 1921 οι αρχές απαγόρευσαν κάθε συγκέντρωση σε ανοιχτό χώρο για να τιμηθεί η επέτειος. Η απαγόρευση, όμως, αγνοήθηκε και στη Λευκωσία το πλήθος που επιχείρησε να πορευθεί στο τάφο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, απαγχονισμένου από τους Τούρκους το 1821, εμποδίστηκε βιαίως από τις δυνάμεις ασφαλείας (σελ. 315).

Εν συνεχεία, το Λονδίνο, με τις ψήφους των Βρετανών και των Τουρκοκυπρίων στο Νομοθετικό Συμβούλιο, προώθησε νομοθεσία που προέβλεπε την εξορία σε όσους «ανυπότακτους» είχαν υπηκοότητα άλλου κράτους, στην ουσία δηλαδή την ελληνική. Έτσι απελάθηκαν ο Φίλιος Ζανέττος, ο Νικόλαος Καταλάνος, εκδότης της εφημερίδας «Κυπριακός Φύλαξ», και ο Νίκος Γιαβόπουλος, Κύπριος κομμουνιστής, ιδρυτής του Εργατικού Κέντρου Λεμεσού και εκδότης της εφημερίδας «Νέος Άνθρωπος». Οι αληθινές προθέσεις των Βρετανών είχαν αποκαλυφθεί. Και θα παραμείνουν οι ίδιες για όλες τις επόμενες δεκαετίες, μέχρι και …σήμερα!
Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή παρουσίαση του βιβλίου του Χρήστου Αλεξάνδρου, που καταθέτει με αυτό τη δική του συνεισφορά στην ιστορική έρευνα για αυτή την επώδυνη για τον ελληνισμό περίοδο, με μια επισήμανση. Η επιστημονική «λεοντή», ακόμη και με μαρξιστικό ή κοσμοπολίτικο «καλλωπισμό», δεν δύναται επί μακρόν να κρύψει τα κυνικά γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα που επιβάλλουν τις βολικές «αλήθειες». Κι αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις θεωρίες περί του «συνωστισμού» στην προκυμαία της Σμύρνης, του λαμπρού οθωμανικού παρελθόντος στη Θεσσαλονίκη, της μη ελληνικής καταγωγής των Κυπρίων. Άλλωστε, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι είναι συχνά αρκούντως κυνικοί ώστε να προηγούνται κι αυτών ακόμη των ειδημόνων. Όπως για παράδειγμα ο Leopold Armery, υφυπουργός Αποικιών της Μ. Βρετανίας,  το 1921, ο οποίος αμφισβήτησε, στη βουλή των κοινοτήτων, «την ελληνικότητα των Κυπρίων», προφανώς πολύ πριν τους εγχώριους, Ελλαδίτες και Κυπρίους, οπαδούς της ίδιας άποψης. 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άρδην, τεύχος 93, Ιούνιος-Ιούλιος 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου