Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ισλάμ και Εθνικά Κινήματα στο Βόρειο Καύκασο (Κιρκάσιοι, Αμπχάζιοι, Μπαλκάριοι, Καρατσάι)

Χάρτης του "Εμιράτου του Καυκάσου"
Η αναμφισβήτητη οικονομική και πολιτική επανάκαμψη της Ρωσσίας και το τέλος του πολέμου στην Τσετσενία δημιούργησαν νέα δεδομένα στις εθνοτικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της ρωσσικής ομοσπονδίας. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι οι αντιθέσεις αυτές έπαψαν να υφίστανται. Ιδιαιτέρως στην ευαίσθητη περιφέρεια του Καυκάσου το τοπίο παραμένει ομιχλώδες και σε πρόσφατη έρευνα καταδεικνύεται ότι το 57% των Ρώσσων θεωρεί την κατάσταση ακόμη τεταμένη, ενώ το 10% κρίσιμη.
Ο Καύκασος αποτελεί για αιώνες έναν κομβικό γεωπολιτικό και πολιτισμικό χώρο. Οι ορεινοί όγκοι του προσέφεραν καταφύγιο σε δεκάδες καταδιωκόμενα φύλα, που προέρχονταν είτε από τις στέπες του βορρά είτε από την Μεσοποταμία και την ανατολική Μ. Ασία. Έτσι εξηγείται και η πανσπερμία εθνοτήτων που διαβιούν ακόμη εκεί. Οι ιδιαιτερότητες του μωσαϊκού αυτού δεν επέτρεψαν την ανάδυση μιας δυνάμεως που να συνενώσει το σύνολο των λαών του Καυκάσου και ως αποτέλεσμα η περιοχή ήταν μόνιμα στόχος εκτεταμένων επεκτατικών διαδικασιών από συγκροτημένες εξωκαυκασιανές εθνικές ομάδες: Σκύθες, Μογγόλοι, Χαζάροι, Πέρσες, Οθωμανοί, Ρώσσοι.
Ταυτοχρόνως, η σχετική γεωγραφική απομόνωση σε δυσπρόσιτους για μαζικές εκστρατείες χώρους, που παρείχαν την δυνατότητα ενός διαρκούς ανταρτοπόλεμου, εξέθρεψε παραδόσεις αυτονομίας που επέδρασαν καθοριστικά στη ψυχοσύνθεση και στη συμπεριφορά των λαών αυτών, προσδίδοντας στις κοινωνίες τους συντηρητικά χαρακτηριστικά, επιτρέποντας την επιλεκτική πρόσληψη των εξωτερικών επιδράσεων και την προσκόλληση στο εθιμικό τους δίκαιο.
Στους τελευταίους αιώνες, ο Καύκασος θα αποτελεί ένα πεδίο αλληλοκάλυψης του «Ανατολικού Ζητήματος» (δηλ. της αποσύνθεσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας) και του «Μεγάλου Παιχνιδιού» (του ανταγωνισμού για τον έλεγχο της κεντρικής Ασίας –στον άξονα της μιας από τις αρχαίες οδούς του μεταξιού-  μεταξύ της Ρωσσίας και της Βρετανίας), του οποίου παρακολουθούμε και σήμερα την συνέχεια ως ανταγωνισμό για τις πηγές και τις διαδρομές του ενεργειακού πλούτου.
Η ρωσσική επικράτηση στον Καύκασο δημιούργησε αντιφατικά αποτελέσματα, τα οποία συνεχίζουν να εκδηλώνονται. Αφενός διαμόρφωσε ισχυρούς πολιτισμικούς δεσμούς με τους λαούς της περιοχής, διοχετεύοντας τον πλούτο της πνευματικής της ικμάδας. Αφετέρου, όμως, επέφερε ως πράξη αντι-ιμπεριαλιστικής αντίδρασης την ενίσχυση του Ισλάμ. Έως και το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα πολλοί από τους σημερινούς μουσουλμανικούς λαούς είχαν διατηρήσει τις δικές τους «παγανιστικές» παραδόσεις. Ακραίες, όμως, ενέργειες επιβολής της ρωσικής επικυριαρχίας, που κατακρίθηκαν από προσωπικότητες όπως οι Τολστόι, Πούσκιν, Λέρμοντοφ κ.ά., κληρονόμησαν ευρύτερα αισθήματα εθνοτικού-θρησκευτικού μίσους, που μεταφέρθηκαν έως και τα Βαλκάνια για να επηρεάσουν εν μέρει τις εξελίξεις στην ίδια την οθωμανική αυτοκρατορία και στην συνέχεια την Τουρκία.
Μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ, ο Καύκασος αποτελεί τον γεω-πολιτισμικό χώρο, που το ρωσσικό κράτος αναμετράται με την ικανότητά του στην διατήρηση της εδαφικής του ακεραιότητας στην διαδικασία επανάκτησης ενός αναβαθμισμένου ρόλου στην νέα παγκόσμια κατανομή ισχύος.
Η δοκιμασμένη ρωσσική πολιτική που στηρίζεται στις παραδοσιακές δομές των λαών αυτών, με τα γένη και τις ισχυρές οικογένειες, με κομματική ή κρατική νομιμοποίηση, δεν αποδίδει απόλυτα σε μια εποχή που οι ξενικές επιρροές διαπερνούν με άνεση ακόμη και τις κάποτε απρόσιτες πλαγιές του Καυκάσου.
Τα συσσωρευμένα οικονομικά προβλήματα, με την τεράστια ανεργία και το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας δημιουργούν ευνοϊκό έδαφος στις προσπάθειες των Τσετσένων και του εξτρεμιστικού Ισλάμ για την προώθηση της «τζιχάντ» σε όλους τους μουσουλμάνους του Καυκάσου.
Η πλέον εντυπωσιακή ενέργειά τους στην κατεύθυνση αυτή ήταν η εξέγερση στις  12 Οκτωβρίου 2005 στην πόλη Ναλτσίκ, πρωτεύουσα της ρωσσικής Δημοκρατίας Καμπαρντινο-Μπαλκαρίας. Τότε 200-300 αντάρτες κατέλαβαν κυβερνητικά κτίρια, αστυνομικούς σταθμούς και το αεροδρόμιο. Για αρκετές ώρες η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου και η καταστολή της εξέγερσης στοίχισε την ζωή σε δεκάδες αστυνομικούς και πολίτες.
Έκτοτε αλλεπάλληλες αστυνομικές επιχειρήσεις έχουν αποκαλύψει στη Δημοκρατία αυτή δεκάδες μέλη ένοπλων ισλαμικών ομάδων ενώ ανάλογες ομάδες δρουν σε όλο τον Καύκασο. Τι πιθανότητα έχουν, όμως, οι Ισλαμιστές να ενοποιήσουν τους «γηγενείς» Καυκάσιους και τους τουρκογενείς λαούς του βορειοδυτικού Καυκάσου σε ένα αντι-ρωσσικό μέτωπο, υπερβαίνοντας τις μεταξύ τους εθνοτικές διαφορές;    
Κιρκάσιοι και Μπαλκάριοι-Καρατσάι
Ο ΒΔ Καύκασος περιλαμβάνει τις Δημοκρατίες της Αντίγκεα, της Καρατσάεβο-Τσερκεσία και της Καμπαρντινο-Μπαλκαρίας. Παρά την σοβιετική κατηγοριοποίηση σε πέντε εθνότητες, γλωσσολογικά και πολιτισμικά αποτελούν μόνο δύο ομάδες: Οι Κιρκάσιοι (Τσερκέζοι, Αντίγκοι και Καμπαρντίνοι) και οι Καρατσάι-Μπαλκάριοι.
Οι Κιρκάσιοι, μαζί με τους φυλετικά και γλωσσολογικά συγγενείς τους Αμπχάζιους, Αμπάζους και Ουμπούχ, αποτελούν «γηγενείς» λαούς του ΒΔ Καυκάσου. Είναι πιθανόν πριν από περίπου πέντε χιλιάδες χρόνια να μιλούσαν μια κοινή γλώσσα και ο γεωγραφικός διαχωρισμός τους να επέφερε την διαφοροποίηση. Ήσαν γνωστοί ως μισθοφόροι στους στρατούς των Περσών, της Ρώμης, του Βυζαντίου και της μογγολικής Χρυσή Ορδής. Επίσης η δυναστεία Burji, που κυβέρνησε την Αίγυπτο από το 1382 έως το 1517, ιδρύθηκε από Κιρκάσιους Μαμελούκους.
Οι Κιρκάσιοι αρχικώς επηρεάσθηκαν από τον χριστιανισμό, προερχόμενο από το Βυζάντιο και τη Γεωργία, διατηρώντας παράλληλα ζωντανές τις παραδοσιακές τους λατρείες. Την ίδια επιδερμική επικράτηση θα παρουσιάζει και ο προσηλυτισμός τους στο Ισλάμ, το οποίο θα σταθεροποιηθεί σε σχετικό βαθμό κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ως αποτέλεσμα της αντίστασης στους Ρώσους.
Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες εθνότητες του Β. Καυκάσου οι Κιρκάσιοι ανέπτυξαν υψηλότατο επίπεδο εθνικής συνείδησης, ανάλογο των Γεωργιανών και των Αρμενίων. Αυτό συνετέλεσε ώστε ο λαός αυτός τον 19ο αι. να μην συνταχθεί με την εξέγερση των Τσετσένων και των Νταγκεστανών εναντίον των Ρώσσων, που γινόταν στο όνομα του Ισλάμ.
Η τελική ήττα των Κιρκασίων στον ρωσσο-κιρκασιανό πόλεμο, που διήρκεσε σχεδόν δύο δεκαετίες, επήλθε το 1864 και είχε ως αποτέλεσμα η πλειοψηφία τους (οι αριθμοί ποικίλουν από 600.000 έως 1.300.000) να καταφύγει στην οθωμανική αυτοκρατορία. Ταυτοχρόνως, στο Βόρειο Καύκασο πραγματοποιήθηκε μαζική εγκατάσταση κοζάκικων πληθυσμών, που δημιούργησε νέα δημογραφικά και πολιτισμικά δεδομένα.
Οι Κιρκάσιοι συμμετείχαν στο θνησιγενές ανεξάρτητο κράτος της «Δημοκρατίας των Ορεινών του Βορείου Καυκάσου», που συνεστήθη το 1918 και ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Ένωση, το 1921, με την ονομασία Σοβιετική Ορεινή Δημοκρατία.
Οι Καρατσάι-Μπαλκάριοι εμφανίζονται σαν ένα μείγμα Ούννων, Καρατσάι, Κιπτσάκ, Χαζάρων, Βούλγαρων, Αλανών και Καυκασιανών λαών, ενώ οι γλωσσικές τους ρίζες είναι τουρκικές και περσικές. Από τούς 12ο-13ο αι. κατοίκησαν στις απρόσιτες βόρειες πλαγιές του Καυκάσου, γύρω από τα όρη Elbrus και Dombay.
Μέχρι τα μισά του 18ου αιώνα οι Μπαλκάριοι-Καρατσάι ήσαν νομάδες κτηνοτρόφοι και πίστευαν σε ανιμιστικές δοξασίες. Ο προσηλυτισμός τους στο Ισλάμ εντάθηκε την περίοδο του πολέμου του Άβαρου Σαμίλ στην Τσετσενία και στο Νταγκεστάν ενάντια στην Ρωσία (1834-58). Η Μπαλκαρία, το 1827, θα γίνει η πρώτη περιοχή του βορείου Καυκάσου που προσαρτήθηκε στην Ρωσία. Η ρωσική παρουσία θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην οικονομική ζωή των λαών αυτών, καθώς από την νομαδική κτηνοτροφία πέρασαν στην αγροτική καλλιέργεια και την εγκατεστημένη κτηνοτροφία.
Στην δεκαετία του 1920, με την ρεαλιστική πολιτική του Λένιν για την δημιουργία ενός σοβιετικού κράτους, προπυργίου των Λαών της Ανατολής, παρατηρήθηκε σχετική άνθηση της εθνικών συνιστωσών. Η εθνική πολιτική στην ΕΣΣΔ πολύ σύντομα θα μεταβληθεί ριζικά, καθώς η κολεκτιβοποίηση, η δίωξη διακεκριμένων ηγετών των εθνοτήτων και ο διοικητικός κατακερματισμός θα είναι οι μέθοδοι του κεντρικού ελέγχου. Στον Βόρειο Καύκασο η διαίρεση των Κιρκασίων σε Αντίγκες, Τσερκέζους και Καμπαρντίνους και η ανάμειξή τους με τους Καρατσάι και τους Μπαλκάριους, καθώς και με τους Κοζάκους ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο αυτό:
1. Αυτόνομη περιοχή της Adighea στα όρια της περιφέρειας (κράι) του Κρασνοντάρ (σήμερα είναι Δημοκρατία στα όρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας).
2. 1922: Αυτόνομο Oblast Καρατσάι-Τσερκεσσία 1922.
1926: Αυτόνομο Oblast Καρατσάι και Εθνικό διαμέρισμα Τσερκεσσίας
1928 Αυτόνομο Oblast της Τσερκεσίας στα όρια της ευρύτερης περιφέρειας (κράι) της Σταυρουπόλεως.
1957 ένωση με την αυτόνομη περιοχή Καρατσάι σε αυτόνομη Δημοκρατία.
3. 1922 η Μπαλκαρία έγινε μέρος της Αυτόνομης επαρχίας της Καμπαρντινο-Μπαλκαρίας και το 1936 αυτόνομη Δημοκρατία.
4. Shapsough εθνική περιοχή (όκρουγκ), όπου περιελάμβανε μια κιρκασιανή φυλή, και καταργήθηκε μετά το 1944.
Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου οι Καρατσάι και οι Μπαλκάριοι κατηγορήθηκαν για συνεργασία με τα γερμανικά στρατεύματα και εξορίστηκαν άπαντες μαζί με τους Τσετσένους, Ινγκουσέτιους και άλλους λαούς στις στέπες της Κεντρικής Ασίας. Κατά την διάρκεια του εκτοπισμού τους έχασαν περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού τους.
Μετά το 1957 τους επετράπη να επιστρέψουν, χωρίς όμως να λάβουν τα εδάφη που κατείχαν πριν την εξορία τους, γεγονός που αποτελεί και σήμερα μια αιτία εθνικής δυσαρέσκειας.
Η μετασοβιετική περίοδος
Το εθνικό ζήτημα απετέλεσε το όχημα της διάλυσης της ΕΣΣΔ στην τελική φάση της οικονομικής και διοικητικής της κατάρρευσης. Έντονη κινητικότητα παρατηρήθηκε και στους λαούς του Β. Καυκάσου ήδη κατά την περίοδο της γκλάσνοστ, καθώς εκφράζονται απόψεις για την ενοποίησή τους σε διοικητικές οντότητες κατά έθνος. Οι διεργασίες αυτές θα βάλουν σε σοβαρή δοκιμασία τόσο τις σχέσεις των Δημοκρατιών με το κέντρο όσο και αυτές των εθνοτήτων μεταξύ τους.
Στην Δημοκρατία Καρατσάεβο-Τσερκεσία στις αρχές του 1990 έγιναν απόπειρες να δημιουργηθούν πέντε(!) mini Δημοκρατίες: Καρατσάι, Τσερκεσία, Αμπαζινιάν, Battalpashinskaya και Urupso-Zelenchukskaya (Οι δύο τελευταίες ανακηρύχθηκαν από το κοζακικό κίνημα). Η πολιτική ισορροπιών της Μόσχας, καθώς και η επιλογή των Καρατσάι να εκμεταλλευθούν την πλειοψηφία τους εντός της Δημοκρατίας, επέφεραν μια σχετική ηρεμία.
Μετά τις εκλογές του 1999, όμως, οι εθνοτικές συγκρούσεις έγιναν συχνότερες και πιο βίαιες. Αφορμή στάθηκε το γεγονός ότι ο Δήμαρχος της πρωτεύουσας Cherkessk, Στανισλάβ Ντέρεβ - ιδιοκτήτης εργοστασίου ζυθοποιίας με 5.000 εργαζομένους, όλοι από την εθνότητα των Τσερκέζων- μετά την ήττα του στις εκλογές από τον αντίπαλό του, εκπρόσωπο των Καρατσάι, έβγαλε στον δρόμο τους Τσερκέζους και τους Αμπάζα της Δημοκρατίας.
Οι Μπαλκάριοι, με την σειρά τους οργάνωσαν δημοψήφισμα τον Νοέμβριο 1991 για την δημιουργία χωριστής Δημοκρατίας και μέρος τους έγιναν οπαδοί παντουρκικών απόψεων. Έτσι συμμετέχουν τους στην Συνέλευση των τουρκικών λαών με τους Αζέρους, Κουμίκους, Νογκάι κ.ά. Το εθνικό συμβούλιό τους έφθασε μάλιστα ως το σημείο να ανακηρύξει  το 1996 την ανεξαρτησία της Μπαλκαρίας και η Δημοκρατία να φθάσει στα πρόθυρα του «εμφυλίου». Η κλιμάκωση της βίας αποφεύχθηκε χάρη στις κινήσεις εξισορρόπησης μέσω των παραδοσιακών δομών και του κέντρου. Ο τότε Καμπαρντίνος πρόεδρος της Δημοκρατίας Βλαντίμιρ Κόκοφ, προχώρησε σε κάποια κατανομή της εξουσίας με τους αντιπάλους του. Π.χ. τον τότε ηγέτη των Μπαλκάριων, στρατηγό Sufian Beppayev, που διατηρούσε επαφή με τον Τσετσένο ηγέτη Τζοχάρ Ντουντάγιεφ, τον τοποθέτησε στην απονομή αποζημιώσεων στους εκπατρισμένους.
Προσφάτως, εκδηλώθηκε αναζωπύρωση των εντάσεων καθώς διαμορφώνονται εκ νέου οι διοικητικές περιφέρειες και συνακόλουθα η εκμετάλλευση των οικονομικών πόρων της Δημοκρατίας. Τον Μάιο του 2005, μετά και την δολοφονία του Artur Zokayev, ο οποίος ήταν ο ανεπίσημος αρχηγός των Μπαλκάριων, πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις με σύνθημα την αποκατάσταση των εθνοτικών συνόρων στα όρια του 1944.
Οι Κιρκάσιοι, από την πλευρά τους, και οι οργανώσεις τους όπως: «Εθνικό Συμβούλιο των Καμπαρντίνων», «Παγκόσμια Ένωση των Κιρκασίων» και «Adyge Khase», οργάνωσαν τα εθνικά τους μανιφέστα γύρω από την θεματολογία για τον διασκορπισμό του πληθυσμού των Κιρκασίων και την πληθυσμιακή τους μειονεξία στις περιοχές που διαβιούν. Ο στόχος της «Μεγάλης Κιρκασίας» αντικαταστάθηκε σταδιακά από την επιδίωξη της μέγιστης αυτονομίας όπου ζουν και τον μαζικό επαναπατρισμό των Κιρκασίων της διασποράς. Βάσει του νόμου σε όποιον Κιρκάσιο επιθυμεί να επαναπατριστεί του δίδεται δωρεάν οικόπεδο για να εγκατασταθεί.
Σε αυτή την ατμόσφαιρα των εθνικών εντάσεων και με τους πολέμους της Τσετσενίας να βαραίνουν τον Β. Καύκασο η οικονομική κατάσταση παραμένει εξαιρετικά δυσμενής. Η περιοχή παρουσιάζει μερικούς από τους χαμηλότερους οικονομικούς δείκτες της ρωσσικής ομοσπονδίας. Το 1997 η αγοραστική ικανότητα ανάμεσα σε 88 περιοχές της Ρωσσίας κατέτασσε την Δημοκρατία Καρατσάεβο-Τσερκεσίας στην 79η και την Καμπαρντινο-Μπαλκαρία στην 81η θέση. Το μέγεθος της ανεργίας φθάνει σε δυσθεώρητα ποσοστά (έως και 70%) ενώ η εξάρτηση από την Μόσχα, μέσω της απευθείας χρηματοδότησης, είναι απόλυτη. Αυτό, όμως συνεπάγεται και την διατήρηση των παραδοσιακών εξουσιαστικών δομών από τις ομάδες που επιδιώκουν να ελέγξουν την ροή του χρήματος προς τις Δημοκρατίες.
Η «τζιχάντ» του Καυκάσου
Την πολύπλοκη αυτή κατάσταση αποπειράται να εκμεταλλευθεί το εξτρεμιστικό Ισλάμ οργανώνοντας μια γενικευμένη τζιχάντ στο Καύκασο. Στόχος του είναι η υπερκέραση των εθνικών διαφορών και η δημιουργία ενός ενιαίου ισλαμικού αντιρωσσικού κινήματος. Πυρήνας της διαδικασίας αυτής παραμένουν οι Τσετσένοι αντάρτες, αλλά σημαντική παρουσία εμφανίζουν πλέον και αντιπρόσωποι άλλων εθνοτήτων.
Για παράδειγμα στην Δημοκρατία της Καμπαρντινο-Μπαλκαρίας δρα η οργάνωση Dzamaat. Ιδρύθηκε το 1998 από τον ιμάμη Μουσά Μουκόζεφ και διατηρεί αυστηρή εσωτερική δομή με επικεφαλής τον εμίρη και ακολούθως τους ναΐμπι, τους αρχηγούς των ομάδων, οι οποίοι έχουν συγκεκριμένα καθήκοντα, όπως την εκγύμναση των μελών ή την κατήχησή τους κ.λπ. Περιοδικά συνεδριάζει το Μέντζλις (συνέλευση) που εκδίδει φετβάδες. Σύμφωνα με τα στοιχεία των αρχών ασφαλείας, στην Δημοκρατία λειτουργούν περίπου 20 ομάδες και τα μέλη της φθάνουν τα 10.000. 
Αν και η Dzamaat διατείνεται ότι δεν έχει σχέση με τον ανταρτοπόλεμο εντούτοις η ομάδα Yarmuk, που πραγματοποίησε την επίθεση στη Ναλτσίκ, πιστεύεται ότι αποτελεί την στρατιωτική πτέρυγά της. Η Yarmuk δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 2002 στην κοιλάδα Πακίνσκ στην Γεωργία από εθελοντές που πολέμησαν στην Τσετσενία και έκαναν εκπαίδευση σε σαμποτάζ στα στρατόπεδα του Άραβα βαχαμπίτη Χατάμπ. Τον Νοέμβριο του 2002 πέρασαν τα ρωσσο-γεωργιανά σύνορα και συγκρούσθηκαν με τις στρατιωτικές δυνάμεις στο έδαφος της Ινγκουσέτιας. Ενώ το μεγαλύτερο τμήμα τους πέρασε στην Τσετσενία, ο ίδιος ο επικεφαλής της Ατάεφ επέστρεψε στη Καμπαρντίνο-Μπαλκαρία με σκοπό τη στρατολόγηση νέων μελών. Ο Τσετσένος αυτονομιστής Μπασάεφ θα διαμείνει μυστικά για μεγάλο διάστημα στην Καμπαρντνο-Μπαλκαρία συνεργαζόμενος με τις δυνάμεις του Ατάεφ. Στις 14.12.04 θα πραγματοποιηθεί επίθεση από την ομάδα αυτή στην Γενική Διεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών, όπου σκοτώθηκαν 4 αστυνομικοί και εκλάπησαν 250 όπλα. Τον Ιανουάριο του 2005, σε ειδική επιχείρηση του στρατού ο Ατάεφ σκοτώνεται αλλά οι αντάρτες του θα επανέλθουν με την παράτολμη ενέργεια του Οκτωβρίου 2005, όπου επίσης σκοτώνεται ο νέος αρχηγός της Yarmuk Ανζόρ Αστεμίροφ.
Η Μόσχα γνωρίζει ότι δεν μπορεί να πανηγυρίζει για την επιβολή της τάξης. Το Ισλάμ δύναται ακόμη να στρατολογεί ανάμεσα στους νέους όλων των Δημοκρατιών του Καυκάσου. Αν και η περίπτωση της εθνικά ομοιογενούς Τσετσενίας δεν μπορεί να επαναληφθεί ο απλουστευτικός μανιχαϊσμός των οπαδών της «τζιχάντ» έχει αποδειχθεί ότι κατορθώνει να αμβλύνει ακόμη και τις εθνικές διαφοροποιήσεις στο όνομα της κυρίαρχης αντίθεσης με τον ισχυρό αλλόθρησκο.
Εξάλλου όπως δήλωσε και ο Υπουργός Εσωτερικών της Δημοκρατίας Καμπαρντινο-Μπαλκαρίας «οι προσπάθειες για την αποσταθεροποίηση της κατάστασης στη νότια Ρωσσία είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, την οποία πρέπει να συνειδητοποιήσουμε».
 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ ΒΔ ΚΑΥΚΑΣΟΥ[1]

ΑΝΤΙΓΚΕΑ
ΚΑΡΑΤΣΑΕΒΟ-ΤΣΕΡΚΕΣΣΙΑ
ΚΑΜΠΑΡΝΤΙΝΟ-ΜΠΑΛΚΑΡΙΑ
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ: 541.000
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ: 436.000
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ: 790.000
Αντίγες    22 %
Καρατσάι:     38 %
Καμπαρντίνοι :  48 %
Ρώσσοι    68 %
Τσερκέζοι :   10 %
Μπαλκάριοι :       9 %
Άλλοι      10 %
Ρώσσοι :          37 %
Ρώσσοι :              32 %
 
Αμπάζα           7 %
Άλλοι :                 11 %
 
Άλλοι :            8 %
 

 



[1] Τα στοιχεία είναι του 1995, και έχουν παρθεί από το Robertson's Russia & Eurasia Facts & Figures Annual, τόμ. 22,1997, σελ. 20-23 και παρατίθενται στο Anna Matveeva, The North Caucasus: Russia's Fragile Borderland, The Royal Institute Of International Affairs, London, 1999, σελ. 82, 84,87.
 
 
 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Νέα Πολιτική", 2006
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου