Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

Η μετα-Νιγιάζοφ εποχή του Τουρκμενιστάν

Η εξαιρετική ρευστότητα του μετασοβιετικού χώρου εκδηλώνεται σταθερά στην αβεβαιότητα του προσανατολισμού των κρατών που τον αποτελούν. Ο συνδυασμός της διαδικασίας ένταξης στη φρενήρη οικονομική παγκοσμιοποίηση με την προσαρμογή του πολιτικού συστήματος στις τοπικές ιδιαιτερότητες δημιουργεί εκρηκτικές αντιφάσεις με απροσδόκητες εξελίξεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί η περίπτωση της Τουρκμενίας. Ο αιφνίδιος θάνατος του 66χρονου δικτάτορα Saparmurat Niazov, στις 21 Δεκεμβρίου 2006, πολλαπλασίασε πάραυτα την κινητικότητα στον γεωπολιτικό άξονα Καυκάσου-Κ. Ασίας. Το απομονωμένο και αραιοκατοικημένο αυτό κράτος (περ. 5 εκ. κάτοικοι) με τις νομαδικές παραδόσεις στις ακτές της Κασπίας συνιστά, παρ’ όλα αυτά, έναν σημαντικό παράγοντα στην διαμόρφωση των ευρύτερων γεωπολιτικών συσχετισμών. Το μέγεθος της αξίας του έγκειται στα πολύτιμα κοιτάσματα που διαθέτει σε φυσικό αέριο, καθώς, σύμφωνα τουλάχιστον με τα υπάρχοντα  στοιχεία, καταλαμβάνει παγκοσμίως την τρίτη θέση.
Η περίοδος μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Τουρκμενιστάν το 1991 σφραγίστηκε από δύο καίρια χαρακτηριστικά:
α. Τον ανταγωνισμό ξένων δυνάμεων για τον έλεγχο των εξαγωγών αερίου και πετρελαίου και
β. Το απολυταρχικό καθεστώς του Νιγιάζοφ.


Την δεκαετία του 1990, ο ανταγωνισμός μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας για τον έλεγχο των ενεργειακών εξαγωγών του Τουρκμενιστάν υπήρξε έντονος. Λαμβάνοντας υπόψη εκτός τα ενεργειακά αποθέματα της χώρας και τη νευραλγική γεωπολιτική της θέση (σύνορα με το Ιράν και το Αφγανιστάν, εκτεταμένες ακτές της Κασπίας) η Ουάσιγκτον προωθούσε  ένα εναλλακτικό σύστημα ενεργειακής οδού όπου θα συμμετείχαν το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν, η Γεωργία και η Τουρκμενία,  και με ένα δίκτυο αγωγών αμερικανικών συμφερόντων οι ποσότητες φυσικού αερίου να καταλήγουν στην Τουρκία. Για αρκετά χρόνια το Τουρκμενιστάν αποτέλεσε κομβικό σημείο για την U.S. Caspian Basin Energy Initiative, που έκανε τις επαφές μεταξύ των εμπορικών εταίρων και των ενδιαφερομένων κυβερνήσεων για την κατασκευή του αγωγού Trans-Caspian Gas Pipeline (TCGP). Τελικώς, όμως, το 2000 ο Νιγιάζοφ αποχώρησε από τις διαπραγματεύσεις, απαιτώντας υπέρογκα ανταλλάγματα.
Στην πραγματικότητα οι τουρκμενικές εξαγωγές φυσικού αερίου εντάχθηκαν στην πολιτική της Gazprom, του ρωσικού κρατικού κολοσσού, και λειτουργούν παραπληρωματικά σε αυτήν. Συγκεκριμένα το 2005 η εξόρυξη φυσικού αερίου στο Τουρκμενιστάν έφθασε τα 63 δισ. κ.μ. (bcm), ο κύριος όγκος του οποίου (45.2 δισ. κ.μ.) προωθήθηκε στην Ουκρανία, τη Ρωσία αλλά και στο Ιράν. Σύμφωνα με την 25ετή ρωσο-τουρκμενική σύμφωνία το 2009 η ετήσια προμήθεια φυσικού αερίου πρέπει να είναι 70-80 δισεκ. κ.μ. ενώ η εξόρυξη το 2010 αναμένεται να ξεπεράσει τα 120 δισ. κ.μ. και το 2020 η ποσότητα αυτή να διπλασιαστεί.
Η μεταφορά του αερίου της Τουρκμενίας έως σήμερα βασίζεται αποκλειστικά στο ρωσικό δίκτυο αγωγών, γεγονός που καθιστά περισσότερο ευάλωτη την Άσχαμπαντ στις πιέσεις της Μόσχας, κυρίως στο επίπεδο των τιμών πώλησης.
Η αλληλεξάρτηση που έχει δημιουργηθεί εμφανίζεται ανάγλυφα και στην κρίση που ξέσπασε μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας το 2005. Η λύση για την προμήθεια φυσικού αερίου στην Ουκρανία, μετά την άρνηση της τελευταίας να αποδεχθεί τις τρέχουσες τιμές της αγοράς, δόθηκε κατόπιν συμφωνίας με την Τουρκμενία. Συγκεκριμένα, το τουρκμενικό φυσικό αέριο πωλείται μέσω της ρωσο-ουκρανικής εταιρείας «RosUkrEnergo» στα 100 δολάρια τα χίλια κ.μ. έως τα σύνορα Τουρκμενιστάν-Ουζμπεκιστάν και τελικά φθάνει, λόγω της μεταφοράς και του κέρδους της εταιρείας, στα 130 δολάρια στα ρωσο-ουκρανικά σύνορα.  Ας σημειωθεί ότι σε διαφορετική περίπτωση το Κίεβο θα ήταν αναγκασμένο να αγοράζει από την Ρωσία με 230 δολάρια τά χίλια κ.μ.
Παράλληλα το Τουρκμενιστάν κάνει και εξόρυξη πετρελαίου που αγγίζει ετησίως τους 9 εκ. τόνους. Ανάμεσα στα σχέδια του εκλιπόντος Νιγιάζοφ ήταν η ποσότητα του εξορυγμένου τουρκμενικού πετρελαίου να φθάσει το 2010 τους 48 εκ. τόνους και το 2020 τους 100 εκ. τόνους.
Όπως λοιπόν αποδείχθηκε στο σύνολο σχεδόν του πρώην σοβιετικού κεντροασιατικού χώρου, η ρωσική επιρροή παραμένει η πλέον σημαντική. Παρά το γεγονός ότι η ρωσική παρουσία θεωρούνταν για δεκαετίες ως ξενική κατοχή, η διαμορφωμένη πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι πρώιμες εμπορικές σχέσεις από τις αρχές του 19ου αιώνα, μετά την δημιουργία του λιμανιού της Κασπίας Κρασνοβόντσκ (σήμερα Turkmenbashi) και αργότερα του Υπερκασπιακού Σιδηρόδρομου έως την πόλη Mary (Μερβ, στην περιοχή που οικοδομήθηκε η Αλεξάνδρεια η Μαργιανή) στις νοτιοανατολικές παρυφές, δημιούργησαν συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης.
Επίσης γενικά τα τουρκμενικά φύλα, αν και υπήρξε ένοπλη αντίσταση σε κάποιες περιοχές ενάντια στην ρωσική διείσδυση, αντιμετώπισαν την ρωσική ηγεμονία και ως παράγοντα απαλλαγής από την καταπίεση της Περσίας και των γειτονικών χανάτων της Χίβα και της Μπουχάρα (σημ. Ουζμπεκιστάν).
Κατά τον 20ό αιώνα η συμβίωση στα πλαίσια της Σοβιετικής Ένωσης, παρά τις σταλινικές εκκαθαρίσεις τη δεκαετία του 1930, έδωσε την δυνατότητα της επικοινωνίας με ένα ανώτερο πολιτισμό. Μέσω της εκπαίδευσης και της επικοινωνίας ο νομαδικός πολιτισμό των Τουρκμενίων μπολιάστηκε και με ρωσικά στοιχεία, τα οποία δεν είναι καθόλου αμελητέα. 
 Τα ιδιαίτερα, όμως χαρακτηριστικά της τουρκμενικής κοινωνίας που βασίζεται σε ένα φυλετικό σύστημα με καθοριστική την θέση του αρχηγού-πατέρα διατηρήθηκαν και σε όλη την κομμουνιστική περίοδο για να αποκρυσταλλωθούν τελικώς στο πρόσωπο του Νιγιάζοφ.
Η εγκαθίδρυση του πλέον απολυταρχικού καθεστώτος ανάμεσα στα κράτη που διαδέχθηκαν την Σοβιετική Ένωση, είχε στοιχεία σταλινικού τύπου προσωπολατρίας. Δεν είναι αυθαίρετος άλλωστε ο παραλληλισμός του ρωσικού τύπου που μιλά για την σημερινή κατάσταση στην χώρα ως «σόκ 1953», παραπέμποντας στην σύγχυση που προκάλεσε ο θάνατος του Στάλιν στην σοβιετική κοινωνία.
Η εξουσία του Νιγιάζοφ, που ανακηρύχθηκε ισόβιος ηγέτης, έφθασε έως την λήψη ακραίων και παράλογων μέτρων όπως η απαγόρευση της όπερας, του μπαλέτου, του τσίρκο, της φιλαρμονικής ορχήστρας  και κάθε μη τουρκμενικού πολιτιστικού συλλόγου. Στην πρωτεύουσα Άσχαμπαντ δημιουργήθηκαν οικοδομήματα βγαλμένα από τις «χίλιες και μια νύχτες» ενώ τα αγάλματα του ηγέτη «επιτηρούσαν» τα κεντρικά σημεία.
Παράλληλα τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατήθηκαν και οι πολιτικές ελευθερίες κατεστάλησαν, απαγορεύθηκαν οι αντιπολιτευτικές φωνές. Η απόπειρα μάλιστα δολοφονίας του Νιγιάζοφ το 2002 αποτέλεσε την θρυαλλίδα για την όξυνση της πολιτικής καταπίεσης, με φυλακίσεις, βασανιστήρια και περαιτέρω ενίσχυσης του ολοκληρωτισμού.
Στο οικονομικό πεδίο παρά τα έσοδα από τις πωλήσεις του φυσικού αερίου και δευτερευόντως του πετρελαίου η οικονομική κατάσταση των πολιτών δεν εμφάνισε σημαντικές ενδείξεις βελτιώσεως, σε αντίθεση με την περιουσία του προέδρου. Γενικά τα οικονομικά στοιχεία παραμένουν μυστικά και οι επίσημες αναφορές χαρακτηρίζονται ως αλλοιωμένες ή λανθασμένες, όπως οι προβλέψεις για άνοδο του Α.Ε.Π. το τρέχον έτος κατά 21%.
Το βέβαιο είναι ότι το πρόβλημα της ανεργίας για τον πληθυσμό εμφανίζεται να είναι τεράστιο καθώς ξεπερνά το 60% του εργατικού δυναμικού.  Αιτία του φαινομένου της ανεργίας αποτελεί και η κρίση στον αγροτικό τομέα, και κυρίως στην παραγωγή βάμβακος, μια καλλιέργεια που επιβλήθηκε από τους Ρώσους τον 19ο αιώνα. Η χώρα αν και παραμένει δεύτερη μετά το Ουζμπεκιστάν ανάμεσα στις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες (700,000 τόνοι το 2005) έχει μειωμένη παραγωγή κατά 50% από την σοβιετική περίοδο εξαιτίας της ελλιπούς υδρεύσεως και της κακής διαχείρισης.

Οι τρέχουσες εξελίξεις απασχολούν, πάντως, και άλλους παράγοντες της διεθνούς σκηνής:
Οι ανησυχίες για την μετα-Νιγιάζοφ εποχή αγγίζουν την Κίνα, καθώς το Πεκίνο αναμένει την πραγματοποίηση των μεγαλεπήβολων σημείων της γενικής συμφωνίας της 3ης Απριλίου του περασμένου έτους για: εξόρυξη φυσικού αερίου στο έδαφος της Τουρκμενίας, δημιουργία δικτύου αγωγών από την Τουρκμενία στην Κίνα και εισαγωγή από το 2009 30 δισεκ. κ. μ. φυσικού αερίου ετησίως.  
Επίσης, στη Τεχεράνη ελπίζουν στην συνέχιση της συνεργασίας στον ενεργειακό τομέα, αλλά και στην συνεπή στάση απέναντι στις κοινές ισλαμικές αξίες, αν και ο τουρκμενικός πληθυσμός είναι σουνιτικός.
Άμεσο συμφέρον στις εξελίξεις στην Άσχαμπαντ έχει και η Τουρκία, η οποία σταθερά προωθεί παντουρανικά και παντουρκικά οράματα στην Κεντρική Ασία σε ανταγωνιστική κατεύθυνση τόσο με την Ρωσία όσο και με το Ιράν. Ευλόγως ελπίζει ότι τα νέα δεδομένα θα ωφελήσουν  την επίτευξη του σχεδίου να καταστεί η ίδια ενεργειακή διέξοδος για τις χώρες της δυτικής Κεντρικής Ασίας. Πόθοι που σαφώς μοιράζονται και οι ΗΠΑ καθώς η μεταβατική φάση της Τουρκμενίας δίνει ελπίδες αναζωπύρωσης των παλαιοτέρων σχεδιασμών τους.
 Για τον λαό του Τουρκμενιστάν οι προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου, αποτελούν μια πρωτόγνωρη εμπειρία με την συμμετοχή ίσως και έξι υποψηφίων. Δεν θα πρέπει, όμως, να μας διαφεύγει ότι η δημοκρατική αυτή έκφραση εκδηλώνει δεδομένες φυλετικές ισορροπίες της κοινωνικής δομής. Και επίσης ότι η αυταρχική εξουσία του ενός ανδρός εξασφαλίζει αυτή ακριβώς την συμβίωση, γεγονός που την κάνει αποδεκτή από τους πολίτες. Καθώς, όμως, το διακύβευμα για τους διεθνείς παράγοντες είναι κρίσιμο δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο η ισορροπία αυτή να διαταραχθεί. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου