Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Κράτος και δημοκρατία στη Ρωσική Ομοσπονδία, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης



Μεταψυχροπολεμική περίοδος: «Τέλος της ιστορίας» ή πολυπολικός κόσμος;

Στη μεταψυχροπολεμική περίοδο εκδηλώθηκαν δύο βασικές κατευθύνσεις που επεδίωξαν να χαρτογραφήσουν την καινούργια μορφή του κόσμου:
Η πρώτη, διαμορφωμένη στα χρόνια της, αναπάντεχης για τους περισσότερους δυτικούς αναλυτές, πτώσης των σοσιαλιστικών καθεστώτων, εκφράζει την αισιόδοξη προσδοκία μιας νομοτελειακής ροής των ιστορικών συμβάντων. Η τάση αυτή είναι αποτέλεσμα της αίσθησης της νίκης των θεωριών που αντιπάλεψαν για αρκετές δεκαετίες την ογκούμενη προσχώρηση κρατών, απ’ όλες τις ηπείρους στο μη καπιταλιστικό και συνάμα μη δημοκρατικό κόσμο. Το ρεύμα αυτό διακήρυξε την επικράτηση του οικονομικού μοντέλου της ελεύθερης αγοράς και, ταυτοχρόνως, σε κοινωνικό επίπεδο τη σταδιακή αφομοίωση των αρχών του φιλελευθερισμού σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Βεβαίως, αυτή η διαδικασία σήμαινε ότι όλα τα εμπόδια –θεσμοί, αξίες, ιεραρχίες, παραδόσεις- που δεν συνάδουν με τις αρχές του φιλελευθερισμού θα ξεπεραστούν ιστορικά και η εξάπλωση και εμπέδωση του φιλελευθερισμού, στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, θα επέφερε την αποδυνάμωση του κράτους, του βασικού πρωταγωνιστή των διεθνών σχέσεων.
Το συγκεκριμένο ρεύμα βρήκε στο πρόσωπο του Francis Fukuyama έναν διανοητή που δεν δίστασε να χαρακτηρίσει την νίκη του φιλελευθερισμού ως το «τέλος της Ιστορίας». Όχι βέβαια ως τέλος των ιστορικών γεγονότων, αλλά της διεκδίκησης, μέσω κοινωνικών και ιδεολογικών κινημάτων, ενός διαφορετικού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου. Πλέον απέμενε η αέναη βελτίωση του δυτικού μοντέλου, ταυτόχρονα με την επέκτασή του σε πλανητικό επίπεδο, μια καθολικότητα που καταδεικνύει ότι : «… βρίσκεται σε δράση μια ουσιαστική διεργασία, η οποία υπαγορεύει ένα κοινό πρότυπο εξέλιξης για όλες τις κοινωνίες – με δύο λόγια, υπαγορεύει κάτι σαν την Παγκόσμια Ιστορία της ανθρωπότητας προς την κατεύθυνση της φιλελεύθερης δημοκρατίας»[1].
Η φιλελεύθερη τάση είχε να αντιμετωπίσει, όμως, έναν εξαιρετικά συγκροτημένο αντίλογο που αναπτύχθηκε επίσης στις ΗΠΑ από τη ρεαλιστική σχολή των Διεθνών Σχέσεων. Η επικράτηση του ελεύθερου κόσμου επί του ολοκληρωτισμού και η επέκταση της οικονομίας της αγοράς δεν αποτελεί για τους ρεαλιστές εχέγγυο για τη έλευση του «παγκόσμιου χωριού» της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της κοινωνίας των πολιτών. Με διεισδυτική ματιά αναλυτές, οι οποίοι όχι τυχαία συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωση της πολιτικής και δεν ασχολούνται αποκλειστικά με την ακαδημαϊκή έρευνα σκιαγραφούν το σχήμα του κόσμου που ανατέλλει πολύπλοκο, αντιφατικό με συγκρούσεις και ανταγωνισμούς. Οι οπαδοί του ρεαλισμού δεν προβλέπουν την απονέκρωση του κράτους, το οποίο θα συνεχίζει να υφίσταται, με όρους mutatis mutandis με αυτούς που καθόρισε ο Hobbes, αλλά διαβλέπουν νέους συνδυασμούς των συσσωματώσεών τους στο νέο πολυπολικό περιβάλλον παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Μια από τις σημαντικότερες συνεισφορές από αυτή την σχολή σκέψης την έχουμε από τον Samuel Huntington, ο οποίος στη μελέτη του «Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης» επικεντρώνει την προσοχή του στο πολιτισμικό στοιχείο ως το καθοριστικό στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, συμπληρώνοντας έτσι τις μελέτες «Διπλωματία» του Henry  Kissinger [2] και «Μεγάλη Σκακιέρα» του Zbigniew Brzezinski[3].
Χωρίς να αμφισβητείται η επικράτηση της οικονομίας της αγοράς και των νέων τεχνολογιών, ο Huntington στέκεται με κριτική ματιά στην ταυτόχρονη νίκη της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού αλλά και του συνόλου αυτού που ονομάζεται δυτικός πολιτισμός τονίζοντας ότι «…προωθείται η ιδέα ότι η εξάπλωση σε όλο τον κόσμο των δυτικών καταναλωτικών προτύπων και της λαϊκής κουλτούρας δημιουργεί ένα παγκόσμιο πολιτισμό. Αυτό το επιχείρημα δεν είναι σοβαρό ούτε σχετικό».[4]
Αντιθέτως, ο συγγραφέας κατανέμει όλον τον κόσμο σε εννέα πολιτισμικές ενότητες με ειδοποιό διαφορά την θρησκεία και εκφράζεται πεσιμιστικά για την δυνατότητα του δυτικού κόσμου να διατηρήσει την ηγεμονία του και να προωθήσει τα φιλελεύθερα νάματα: «Η κατάρρευση αυτής της ιδεολογίας [κομμουνισμού] στη Σοβιετική Ένωση και η προσαρμογή της στη Κίνα και το Βιετνάμ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτές οι κοινωνίες θα εισάγουν και τη δυτική ιδεολογία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι δυτικοί που πιστεύουν ότι αυτό είναι πιθανό, θα εκπλαγούν από τη δημιουργικότητα, τν ανθεκτικότητα και την ιδιαιτερότητα των μη δυτικών κοινωνιών»[5].
Το χρονικό διάστημα που έχουμε διανύσει από τη διατύπωση των παραπάνω θεωριών μάς επιτρέπει να εξάγουμε κάποια συμπεράσματα σχετικά με την αξιοπιστία τους, Χωρίς αμφιβολία οι οπαδοί και των δύο απόψεων μπορούν να παρουσιάσουν επιχειρήματα που να καταδεικνύουν την ορθότητά τους. Από την πλευρά των φιλελεύθερων μπορούν να παρατεθούν τα άλματα που έχουν επιτελεστεί στους ρυθμούς της παγκοσμιοποίησης, την ένταξη πάμπολλων χωρών, κυρίως της πρώην κομμουνιστικής Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στους δυτικούς θεσμούς και την εμπειρία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που κέρδισαν οι λαοί των χωρών αυτών στα προηγούμενα χρόνια.
Είναι, όμως, πασίδηλο ότι η κατάσταση είναι μακράν από ιδανική και αυτό παρά τις «έγχρωμες» δημοκρατικές επαναστάσεις που σημειώθηκαν προσφάτως σε χώρες της πρώην ΕΣΣΔ –όπως η «πορτοκαλί» επανάσταση στην Ουκρανία- και στον Λίβανο τροφοδότησαν μια πρόσκαιρη αναζωπύρωση των απόψεων του φιλελευθερισμού. Κατά κανόνα η διεθνής σκηνή είναι επιβαρυμένη από πάμπολλες συγκρούσεις με κυριότερη αυτή μεταξύ των ηγεμονικών δυτικών κρατών με την εξτρεμιστική πτέρυγα του Ισλάμ.
Παράλληλα, ενώ η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης συνεχίζεται ακάθεκτα, το κράτος, στις περισσότερες περιπτώσεις, όχι μόνον δεν αποδυναμώνεται, αλλά ο ρόλος του είναι κυρίαρχος σ’ αυτές τις ανακατατάξεις. Η προσμονή  για την άμεση ανάδυση ανοιχτών κοινωνιών που θα αντικαθιστούσαν το κρατικό συμφέρον, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης οικονομίας εμφανίζεται μάλλον ως πρώιμη. Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι αυτή της Κίνας, η οποία με μια αλματώδη οικονομική ανάπτυξη διατηρεί στοιχεία κράτους με αυταρχικά χαρακτηριστικά και με μονοκομματικό πολιτικό σύστημα, χωρίς αυτό να την εμποδίζει να ενισχύει τη θέση της τόσο οικονομικά όσο και διπλωματικά. Τουλάχιστον οι ξένοι επενδυτές δεν δείχνουν να ενοχλούνται από αυτή την ιδιαιτερότητα.
Ανάλογη ενίσχυση του συγκεντρωτικού κράτους με αυξημένη συμβολή του στην αναδιάταξη της παγκόσμιας οικονομίας μπορούμε να παρατηρήσουνε στις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στην Ρωσική Ομοσπονδία.
Το ισχυρό κράτος επιστρέφει στην Ρωσία
Για κάποιους δυτικούς αναλυτές η Ρωσική Ομοσπονδία παρουσιάζει στο πολιτικό της σύστημα σημάδια «οπισθοδρόμησης» στη διαδικασία του εκδημοκρατισμού.[6] Είναι γεγονός ότι οι θεσμικές κατοχυρώσεις, σύμφωνα με τις φιλελεύθερες αρχές, είναι δημιούργημα της περιόδου της προεδρίας Γιέλτσιν, όταν η ελεύθερη αγορά, η πολυκομματική δημοκρατία και η αποκέντρωση της εξουσίας εισέβαλαν ορμητικά στη ρωσική κοινωνία με ό,τι αυτό συνεπαγόταν.
Η περίοδος Πούτιν, όμως, σημαδεύεται από τη σταδιακή επαναφορά σε πιο οικείες προς τη ρωσική παράδοση πολιτικές συμπεριφορές –επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις του Huntingon. Σύμφωνα με τις κατηγορίες των δυτικών ΜΜΕ η πολιτική του Πούτιν οδηγεί σε ηγεμονική μορφής διακυβέρνηση, αποδυναμώνοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς, την πολυφωνία στα ΜΜΕ, την περιφερειακή αυτονομία και τη δράση της κοινωνίας των πολιτών επιδιώκοντας ταυτοχρόνως την επανάκαμψη της απολεσθείσης κρατικής ισχύος της χώρας του.
Οι μομφές εναντίον αυτής της πολιτικής στηρίζονται σε δύο πλευρές της πολιτικής του Ρώσου προέδρου:
·         Στην αύξηση του συγκεντρωτισμού, η οποία συνεπάγεται την ενίσχυση του κράτους και των θεσμών του και τη μείωση της ισχύος των περιφερειών και των αποκεντρωμένων εξουσιών στο πλαίσιο του ομοσπονδιακού διοικητικού συστήματος, καθώς και ο έλεγχος της Δούμας από την προεδρική πλειοψηφία και
·         στην εξόντωση επιχειρηματιών τεραστίου βεληνεκούς, γνωστών ως ολιγαρχών, οι οποίοι στα πρώτα μετασοβιετικά χρόνια απέκτησαν μυθώδη περιουσία και κατάφεραν να ελέγξουν κρίσιμους τομείς της ρωσικής οικονομίας: ενέργεια, τράπεζες, μεταφορές και ΜΜΕ
Ταυτόχρονα, όχι τυχαία, ο Πούτιν δεν διστάζει με μια προεπιλεγμένη πολιτική σημειολογία να προβάλει τη συνέχεια του ρωσικού κράτους, τόσο του τσαρικού όσο και του κομμουνιστικού, όπως τις εορτές για τα 300 έτη της Αγίας Πετρούπολης όσο και για τα 60 έτη από το τέλος του Πατριωτικού Πολέμου.
Οι οπαδοί της θεωρίας της φιλελεύθερης καθολικότητας βλέπουν σ’ αυτήν τη στάση μια παρέκκλιση από τον τελικό στόχο της φιλελεύθερης κοινωνίας και επικεντρώνονται στο πρόσωπο του ηγέτη αναμένοντας μια πιθανή πορτοκαλί επανάσταση, ανάλογη μ’ αυτήν της γειτονικής Ουκρανίας. Στη ρωσική περίπτωση οι συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές, όμως, δεν εκπορεύονται ούτε από την επιθυμία ενός ηγέτη ούτε από την έλξη της παράδοσης. Αποτελούν επιλογές κρατικής, κοινωνικής και ίσως και εθνικής επιβίωσης, καθώς η μη ανάληψή τους από τη μετασοβιετική ρωσική πολιτική ελίτ θα ισοδυναμούσε με πράξη «αυτοκτονίας».
Η ολοκληρωτική εφαρμογή της διακηρυγμένης φιλελεύθερης δημοκρατίας, με ανάδειξη ακόμη ισχυρότερων ανταγωνιστικών θεσμών στο κεντρικό κράτος, κάτω από την ομπρέλα του εκδημοκρατισμού και της κοινωνίας των πολιτών, καθώς επίσης και η απόσυρση του κράτους από τη σχετική ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, κυρίως στον τομέα της ενέργειας της ενέργειας, θα οδηγούσε στη διάλυση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Αναμφίβολα, το κυρίαρχο πρόβλημα το οποίο πρέπει να λύσει το ρωσικό κράτος είναι αυτό της συνοχής του. Η συνοχή αυτή αποτελείται από δύο σημαντικούς παράγοντες: το εθνικό πρόβλημα και την πολωμένη ταξική δομή της ρωσικής κοινωνίας. Ο μόνος θεσμός που μπορεί να διευθετήσει τις δύο αυτές προκλήσεις είναι το ισχυρό κράτος.


Η απειλή των περιφερειακών και εθνικών φυγόκεντρων δυνάμεων
Η γεωγραφική επέκταση της τσαρικής Ρωσίας είχε ως αποτέλεσμα να συμπεριλάβει στα εδαφικά της όρια δεκάδες έθη και εθνότητες, γεγονός που την ώθησε να αναζητήσει το κατάλληλο modus vivendi, κυρίως μεταξύ της ορθόδοξης χριστιανοσύνης και του Ισλάμ. Η ισορροπία δεν ήταν πάντοτε εφικτή και σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως στον Καύκασο, οι πόλεμοι διήρκεσαν για χρόνια δημιουργώντας και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Το ότι το εθνικό ζήτημα ήταν άλυτο φάνηκε και κατά την διάρκεια των ρωσικών επαναστάσεων. Τα εθνικά κινήματα υπήρξαν ένας από τους κυριάρχους παράγοντες της πτώσης τόσο του τσαρικού καθεστώτος όσο και της προσωρινής κυβέρνησης Κερένσκι αλλά και της νίκης του μπολσεβικικού κόμματος, η οποία βασίστηκε στην αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης που εξήγγειλε ο Λένιν ήδη από το 1914.[7] Για την ειλικρίνεια αυτής της πολιτικής είναι χαρακτηριστική η θέση της Ρόζα Λούξεμπουργκ ότι επρόκειτο για «τη συνέχεια ενός είδους πολιτικού καιροσκοπισμού»[8].
Λίαν συντόμως, οι εθνικές διεκδικήσεις τόσο στα όρια της ΕΣΣΔ όσο και σε αυτά της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ομοσπονδίας κατεστάλησαν βιαίως, είτε άμεσα είτε μέσω της κολεκτιβοποίησης, καθώς η πλειοψηφία των εθνικών ομάδων ήταν αγρότες. Αποκορύφωμα της καταστολής ήταν η εκδίωξη από τα εδάφη τους ολόκληρων εθνικών ομάδων, όπως οι Τσετσένοι, οι Ινγκουσέτιοι, οι Τάταροι, και οι Έλληνες της Κριμαίας.[9]
Η σχετική ηρεμία που επικράτησε στις δεκαετίες της χρουστσωφικής και της μπρεζνιεφικής περιόδου θα αποδειχθεί ότι ήταν απλώς επιφανειακή. Η κρίση της σοβιετικής οικονομίας, οι συνθήκες του σταδιακού εκδημοκρατισμού και της «γκλάσνοστ» στην περίοδο της περεστρόικα μετά την άνοδο του Γκορμπατσόφ στην εξουσία θα δώσουν τεράστια ώθηση στα διάφορα εθνικά κινήματα που αποτέλεσαν το σημαντικότερο όχημα της διάλυσης του σοβιετικού κράτους.
Η απειλή για τη Ρωσία δεν περιορίστηκε στην απόσχιση των υπόλοιπων ανεξάρτητων Δημοκρατιών αλλά και στις φυγόκεντρες τάσεις των δικών της συστατικών μερών, καθώς η αφύπνιση των εθνικών μειονοτήτων ήταν καθολική. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του εθνικού ζητήματος θα πρέπει να παρατεθούν κάποια στοιχεία για την εθνική σύσταση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Σε σύνολο 143.420.309 (Ιούλιος 2005) παράλληλα με τους Σλάβους Ρώσους (79,8%), Ουκρανούς και Λευκορώσους που αποτελούν το 85% του πληθυσμού διαβιούν ακόμη τρεις κύριες ευρύτερες εθνοτικές ομάδες και αρκετές μικρότερες[10]:
·         Η πρώτη είναι η Αλταϊκή, που περιλαμβάνει τις τουρκόφωνες εθνότητες οι οποίες κατοικούν κυρίως στο μέσο Βόλγα, στα νότια Ουράλια, στον Βόρειο Καύκασο και κοντά στον Αρκτικό κύκλο. Οι σημαντικότερες είναι: οι Μπαλκάριοι, Μπασκίροι Τσουβάσοι Ντόλγκαν, Εβένκ Καρατσάι, Κουμίκοι, Νογκάι, Γιακούτοι και Καλμούκοι Τουβινιανί τουρκικής καταγωγής με βουδιστική θρησκεία. Επίσης, υπάρχει η σημαντική εθνική ομάδα των Τατάρων που αποτελεί και το 3,8% του συνολικού πληθυσμού της Ρωσίας.
·         Η δεύτερη ομάδα είναι η Φινική που κατοικούν στον άνω Βόλγα, στη Βορειοδυτική Ρωσία και στα Ουράλια. Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της ομάδας είναι οι Καρέλιοι, Κόμοι, Μάροι, Μορντόβοι και Ουντμούρτοι.
·         Τέλος, η τρίτη ομάδα είναι η Καυκασιανή, η οποία διαβιεί στις βόρειες πλαγιές του Καυκάσου και περιλαμβάνει τις εξής εθνότητες : Αντίγοι, Τσετσένοι, Τσερκέσοι, Ινγκουσέτιοι, Καμπαρντίνοι και ακόμη περίπου τριάντα εθνικές ομάδες της Δημοκρατίας του Νταγκεστάν.

Από τις 89 ομοσπονδιακές οντότητες οι 21 Δημοκρατίες (respublik) με πληθυσμό 24 εκ, 10 περιοχές (okrug) και έναν αυτόνομο νομό (autonomous oblast) έχουν συσταθεί σε εθνική βάση και έχουν ονομασία της μίας ή των δύο μεγαλύτερων εθνικών ομάδων που τις κατοικούν. Είναι, βέβαια, σημαντικό να σημειωθεί ότι οι Ρώσοι υπερέχουν σ όλα τα διοικητικά διαμερίσματα, εκτός από το Βόρειο Καύκασο και μέρος της περιοχής του Βόλγα.
Αυτό το εθνοτικό μωσαϊκό στις συνθήκες διάλυσης του σοβιετικού κράτους στα τέλη της δεκαετίας του 1980 κινήθηκε προς την εθνική ανεξαρτησία με σκοπό τη διατήρηση και την ενίσχυση της πολιτισμικής ταυτότητας και την οικονομική χειραφέτηση από την Μόσχα. Τα νομοθετικά τους σώματα προχώρησαν σε διακηρύξεις ανεξαρτησίας και απόλυτου ελέγχου στη γη τους και στις φυσικές πηγές. Στην σκιά των περισσότερο γνωστών εξελίξεων στις δεκαπέντε Δημοκρατίας της ΕΣΣΔ, στο εσωτερικό της ΡΣΣΔ καταγράφηκαν επίσης το ίδιο διάστημα τα εξής γεγονότα[11]:
·         Στην Αυτόνομη Δημοκρατία της Τούβα, μεταξύ ιθαγενούς πληθυσμού –βουδιστές και σαμανιστές – που αποτελεί το 77% και του ρωσικού εκδηλώθηκαν συγκρούσεις με αποτέλεσμα την εκδίωξη χιλιάδων Ρώσων.[12]
·         Η Αυτόνομη Δημοκρατία της Τσουβασίας –οι Τσουβάσοι είναι απόγονοι των αρχαίων Βουλγάρων του Βόλγα και αποτελούν το 51,13% του πληθυσμού- αυτονανακηρύχθηκε σε ισότιμη Δημοκρατία της ΕΣΣΔ, και διεκδίκησε τον απόλυτο έλεγχο στις πλουτοπαραγωγικές πηγές και την εξίσωση της γλώσσας τους με τη ρωσική.[13]
·         Η Αυτόνομη Δημοκρατία της Μάρι, αυτοανακηρύχθηκε ισότιμη Δημοκρατία με τους ίδιους ακριβώς όρους, μετονομαζόμενη σε «Μαρί Ελ» που σημαίνει στη γλώσσα τους «έδαφος των Μάρι».[14]
·         Η Αυτόνομη Περιοχή Γκόρνο Αλτάι και η Αυτόνομη Περιοχή των Αντίγων του Καυκάσου αυτοανακηρύθηκαν σε Αυτόνομες Δημοκρατίες. Αν και με το καθεστώς αυτό παρέμεναν στα όρια της ΡΣΣΔ διεκδίκησαν τον έλεγχο των φυσικών πλουτοπαραγωγικών πηγών τους και τη γη τους.
·         Σε διακήρυξη ανεξαρτησίας προχώρησε και η Αυτόνομη Δημοκρατία Μπουριάτ στην οποία αναφερόταν ότι οι νόμοι της Δημοκρατίας αυτής θα υπερτερούσαν αυτών της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Οι Μπουριάτες επιδιώκουν να ενισχύσουν τη συνείδηση της μογγολικής τους καταγωγής και να συντονιστούν με τους άλλους μογγολικούς κλάδους.[15]
·         Στη βορειοδυτική Ρωσία, αποσχιστικές τάσεις αναπτύχθηκαν στις Δημοκρατίες της Καρελίας και Κόμι.[16] Το φθινόπωρο του 1990,  οι κάτοικοι της Καρελίας αρνήθηκαν να παραδώσουν χαρτί και ξυλεία στην κεντρική κυβέρνηση και ζήτησαν την ένωσή τους με το συγγενικό λαό της Φινλανδίας. Οι τάσεις αυτές μέχρι σήμερα παραμένουν ισχυρές.
·         Επίσης, η πετρελαιοπαραγωγός Δημοκρατία της Μπασκιρίας το 1992 μετονομάστηκε σε Μπασκορτοστάν, με πληθυσμό 4 εκ κατοίκους (22% Μπασκίρους, 39% Ρώσους, 28% Τατάρους, 3% Τσουβάσους) και αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητη.[17]
·         Ακόμη και η Αυτόνομη Περιφέρεια της φυλής των Τσούκτσι, στην περιοχή το Βερίγγειου πορθμού, ανακηρύχθηκε πλήρως Αυτόνομη, ζητώντας τον έλεγχο της πανίδας και της αλιείας.
·         Πιο απειλητική ήταν η απόφαση των Τατάρων περίπου 800 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας που υιοθέτησε διακήρυξη ανεξαρτησίας από το 1992 το Ταταρστάν ψήφισε σύνταγμα μετά από δημοψήφισμα, όπου το 61% επικρότησε την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας, βάσει του οποίου η Δημοκρατία περιγράφεται ως ισότιμη με τη Ρωσική Ομοσπονδία. Η Δημοκρατία του Ταταρστάν, με την ισχυρότατη βιομηχανία και το 9% της παραγωγής πετρελαίου τους 3,7 εκ. κατοίκους από τους οποίους οι 48% είναι Τάταροι και το 43% Ρώσοι, παραμένει μια ουσιαστική δύναμη αμφισβήτησης της κεντρικής εξουσίας. Ας αναφερθεί ότι στις 24 Ιουνίου του 2005 στην πρωτεύουσα της Δημοκρατίας Καζάν εγκαινιάσθηκε το μεγαλύτερο τζαμί της Ευρώπης, το Qul Sharif Mosque, το οποίο είχε καταστραφεί κατά την κατάληψη της πόλης από τον Ιβάν τον τρομερό το 1552.[18]
·         Ανησυχητικά δείγματα της αποσχιστικής δυναμικής εκδηλώθηκαν και σε περιοχές με ρωσική πλειοψηφία, όπου τα οικονομικά κίνητρα υπερίσχυσαν των εθνικών. Για παράδειγμα στην αχανή Δημοκρατία της Σάχα (πρώην Γιακουτία) στη βορειο-κεντρική Σιβηρία, πλούσια σε μεταλλεύματα και διαμάντια, η οποία ανακήρυξε τους νόμους της ως υπέρτερους της Ομοσπονδίας, με στόχο να αυξήσει τα κέρδη από τις πωλήσεις της πρώτης ύλης και των πολύτιμων λίθων.
·         Η σημαντικότερη πράξη υπονόμευσης της ακεραιότητας της Ρωσικής Ομοσπονδίας προήλθε από την Δημοκρατία της Τσετσενίας. Η διακήρυξη της ανεξαρτησίας της οδήγησε σε δύο αιματηρούς πολέμους, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και πάνω από 200 χιλιάδες πρόσφυγες, αναταραχή στην ευρύτερη περιοχή του βορείου Καυκάσου και γενικευμένη ανασφάλεια του πληθυσμού από τις τρομοκρατικές ενέργειες.[19] Στην πολεμική αυτή σύγκρουση δοκιμάζεται έως τώρα η ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, του ρωσικού στρατού και ο βαθμός νομιμοποίησης του καθεστώτος από την κοινωνία, λόγω των απωλειών και των ασύμμετρων απειλών. Το εθνικό πρόβλημα στη Τσετσενία ήταν αυτό που επιτάχυνε την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας, καθώς η εμμονή της εθνότητας αυτής στην ανεξαρτησία δεν άφηνε περιθώρια συμβιβασμών που θα ευνοούσαν και ευρύτερες δημοκρατικές αλλαγές. Όπως κάθε πόλεμος, απείλησε ευθέως την κρατική ισχύ και εδαφική ακεραιότητα και επέδρασε στα αντανακλαστικά αυτοσυντήρησης. Ο βίαιος χαρακτήρας της καταστολής, με περιορισμένη διεθνή αντίδραση λόγω της διεθνούς τρομοκρατίας, είναι μια άσκηση αντοχής της Ρωσίας αι ταυτόχρονα παραδειγματισμός για πιθανούς μιμητές.
Αν και εκτός του βορείου Καυκάσου, οι εθνικές διεκδικήσεις έχουν μετριασθεί σημαντικά λόγω της σχετικής περιφερειακής αυτονομίας, της γενικότερης οικονομικής ανάπτυξης και του παιχνιδιού των ισορροπιών κράτους και αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ των εθνοτήτων, οι περιφερειακές φυγόκεντρες τάσεις παραμένουν πάντοτε ο εν δυνάμει σημαντικότερος κίνδυνος για το ρωσικό κράτος, καθώς συγκεκριμένοι παράγοντες συνεχίζουν να τις τροφοδοτούν, όπως:
·         Η προνομιακή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών από το κέντρο.
·         Οι ηγετικές φιλοδοξίες των κυβερνητών.
·         Το πρόβλημα της φορολογίας που είναι δυσμενές για την περιφέρεια.
·         Η εξωγενής υποστήριξη από κράτη σε ομοεθνείς τους ή ομόθρησκούς τους πολίτες της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Σχέσεις κράτους και οικονομικής ελίτ

Η ρωσική οικονομία των τελευταίων ετών κατόρθωσε να κάνει σοβαρά βήματα ανάκαμψης, καθώς και το 2004 είχε για έκτο συνεχή χρόνο ανάπτυξη με ετήσιο μέσο όρο 6,5%. Βασικοί μοχλοί της ανόδου είναι οι υψηλές τιμές πετρελαίου, το σχετικά φθηνό ρούβλι, το υψηλό επίπεδο επενδύσεων και η αύξηση της κατανάλωσης. Συγκεκριμένα, οι επενδύσεις κεφαλαίων έχουν μέσο όρο κέρδους τα τελευταία πέντε χρόνια πάνω από 10%, ενώ το πραγματικό εισόδημα έχει αυξηθεί πάνω από 12%. Η Ρωσία έχει βελτιώσει ραγδαία τη διεθνή οικονομική της θέση, καθώς το εξωτερικό της χρέος έπεσε από 90% του ΑΕΠ το 1998 σε περίπου 28% το 2004. Ο πληθωρισμός ανήλθε την ίδια χρονιά στο 11,5% και η ανεργία στο 8,3%, αν και υπάρχει μεγάλο ποσοστό υπο-απασχολούμενων.[20]
Η ευνοϊκή αυτή εικόνα δημιουργεί θετικές προσδοκίες για τους ξένους επενδυτές, οι οποίοι αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια να δραστηριοποιηθούν στ τεράστια ρωσική αγορά. Τα όποια προβλήματα της ρωσικής οικονομίας επικεντρώνονται κυρίως στην πεπαλαιωμένη τεχνολογία, ο αδύνατο τραπεζικό σύστημα, την εκτεταμένη διαφθορά και την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς . Οι επιτυχίες αυτές στην οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας οδήγησαν δυτικούς αναλυτές να θεωρήσουν ότι η Ρωσία είναι μια απολύτως φυσιολογική χώρα μέσου εισοδήματος –normal middle income country.[21]
Το ίδιο διάστημα, όμως στη χώρα πραγματοποιήθηκε μια οξεία σύγκρουση στη οποία βρέθηκαν αντιμέτωπο το κράτος, στο πρόσωπο του προέδρου Πούτιν και η λεγόμενη νέα ολιγαρχία, όπως επικράτησε ο όρος τόσο στη Ρωσία όσο και διεθνώς για τους ισχυρότερους επιχειρηματίες της χώρας. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της ολιγαρχίας που κυνηγήθηκαν απηνώς είναι ο Boris Berezovsky, o Vladimir Gusinsky και ο Mikhail Khodorkovsky.[22]
Ο Berezovsky, έμπιστος άνθρωπος του καθεστώτος επί Γιέλτσιν, υποχρεώθηκε να ζητήσει πολιτικό άσυλο στη Μεγάλη Βρετανία. Ο Berezovsky είχε τον έλεγχο της Sibneft Oil Company της ORT των εθνικών αερογραμμών και εταιρειών αλουμινίου ενώ ταυτόχρονα ήταν βουλευτής της Δούμα.
Ο Gusinsky, με την υποστήριξη του προς τον Γιέλτσιν, απέκτησε τη δυνατότητα, μετά την Sevodnya, να δημιουργήσει τον πρώτο πανρωσικής εμβέλειας ιδιωτικό τηλεοπτικό δίκτυο, το ΝΤV, και η εταιρεία του Media-MOST ήλεγχε δορυφορικά προγράμματα, ραδιοφωνικούς σταθμούς, εφημερίδες και περιοδικά. Ο Πούτιν εξανάγκασε και τον Gusinsky να αυτοεξορισθεί, ενώ η κρατική εταιρεία Gazprom απέκτησε το ΝΤV και την εφημερίδα Sevodnya
Ο Khodorkovsky, ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ρωσίας (με περιουσία γύρω στα 8 δις δολάρια), είχε ανάμειξη σε τραπεζικές δραστηριότητες, στη χημική βιομηχανία, στην κλωστοϋφαντουργία, σε ορυχεία, στις νέες τεχνολογίες, στα ΜΜΕ και το 1995 απέκτησε τον έλεγχο του πετρελαϊκού κολοσσού Yukos. Ο Khodorkovsky συνελήφθη και κρατείται στις φυλακές για οικονομικά εγκλήματα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στον κατάλογο των ολιγαρχών υπάρχουν και επιχειρηματίες που δεν έχουν πειραχθεί όπως ο Vagit Alekperov, διευθυντής της LUkoil (ένωση τριών εταιρειών Langepas, Urai, Kogalym), μιας από τις ισχυρότερες πετρελαϊκές εταιρίες στον κόσμο, με αποθέματα που υπολείπονται μόνον αυτά της Exxon και ο Mikhail Friedman, πρόεδρος του νέου πετρελαϊκού κολοσσού ΤΝΚ-ΒΡ, τρίτος σε μέγεθος στη Ρωσία.
Με τις κινήσεις του αυτές ο Πούτιν συγκέντρωσε επάνω του τα πυρά του διεθνούς τύπου, ο οποίος τον κατηγόρησε για αυταρχισμό και επιστροφή στις ολοκληρωτικές μεθόδους του παρελθόντος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν έχουμε απλώς μια παρέκκλιση από τις φιλελεύθερες αρχές του «κράτους νυχτοφύλακα» αλλά αντιστροφή των όρων της ελεύθερης αγοράς. Εντούτοις, αυτή η αντιστροφή δεν επέδρασε αρνητικά, όπως είδαμε, στους αναπτυξιακούς ρυθμούς της ρωσικής οικονομίας. Αντιθέτως.
Χωρίς αμφιβολία, οι διώξεις κατά των επιχειρηματιών εδράζονται σε πολιτικές σκοπιμότητες και όχι στις οικονομικές ατασθαλίες τους. Ποιά είναι τα αίτια που υπαγορεύουν αυτές τις κινήσεις της πολιτικής εξουσίας; Το σημαντικότερο είναι η αντίθεση μεταξύ της πολιτικής ελίτ, που ελέγχει το κράτος, και των μεγιστάνων επιχειρηματιών. Η αντίθεση τους θα ήταν λάθος να περιοριστεί μόνο στο προσωπικό επίπεδο ανταγωνισμού συμφερόντων.
Ο πολιτικός ηγέτης είναι, πρωτίστως, υποχρεωμένος από τη θέση του να επιζητήσει την ενίσχυση της κρατικής ισχύος τόσο στο εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Και γι’ αυτό κάνει χρήση κάθε μέσου, και της οικονομίας επομένως, να το επιτύχει.
Ο τομέας της ενέργειας -πετρέλαιο και φυσικό αέριο- είναι ο πιο κερδοφόρος για το εξαγωγικό εμπόριο της Ρωσίας. Συγκεκριμένα, η πετρελαϊκή παραγωγή έφθασε τα 2003 τα 8,42 εκ. βαρ./ημ. Και οι εξαγωγές τα 6,11 εκ. βαρ./ημ., ενώ τα αποθέματα πετρελαίου φθάνουν τα 69 δις. βαρ. Η παραγωγή του φυσικού αερίου ήταν 578,6 δις. κ.μ., οι εξαγωγές 171 δις. κ.μ. και τα αποθέματα φυσικού αερίου φθάνουν τα 47 τρις. κ.μ.[23]
Όπως γίνεται αντιληπτό οι ενεργειακές δυνατότητες της Ρωσίας της δίνουν τη δυνατότητα όχι μόνον μιας γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης αλλά, ταυτοχρόνως, της διεθνούς ισχύος και πολιτικής επιρροής. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στις χώρες του «εγγύς εξωτερικού» (Ουκρανία, Μολδαβία, Βαλτικές Δημοκρατίες) που έχουν απόλυτη ανάγκη το ρωσικό αέριο. Επιδρά, όμως, και στη προσπάθεια για συγκρότηση συμμαχιών, όπως με την Κίνα ή με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Ρωσία δεν προσβλέπει μόνο στο κέρδος από την πώληση των ενεργειακών πόρων, αλλά στην ταυτόχρονα επωφελή σύναψη εμπορικών συμφωνιών και σε άλλους τομείς και κυρίως της στρατιωτικής βιομηχανίας, όπου κατέχει ένα μεγάλο μερίδιο στη διεθνή αγορά. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν δυνατόν να παρατηρείται απόκλιση συμφερόντων της πολιτικής που ακολουθούν οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου από την μία και του ρωσικού κράτους από την άλλη. Εάν η Μόσχα επιθυμεί να πιέσει π.χ. το Κίεβο για την Κριμαία ή το Κισινιόφ (Μολδαβία) για την Υπερδνειστερία, ώστε να μην ακολουθούν αντιρωσική πολιτική, οι αυξομειώσεις της τιμής του πετρελαίου ή του αερίου αποτελούν το ισχυρότερο επιχείρημα.
Την κρατική, όμως, παρέμβαση, στην οικονομική ανάπτυξη και ταυτόχρονα στην κοινωνική συνοχή θα πρέπει να την δούμε και στο δίπολο καταστολή-θετική παρέμβαση. Πέρα από την «παλιά νομικιστική εικόνα του κράτους, που μας κληροδότησε η νομικο-πολιτική φιλοσοφία κατά την αρχική περίοδο του αστικού κράτους και που δεν ανταποκρίθηκε ποτέ στην πραγματικότητα» σύμφωνα με τον Νίκο Πουλατζά «το Κράτος δρα και με θετικό τρόπο, δημιουργεί, μεταμορφώνει, φτιάχνει πραγματικότητες»[24].
Οι πραγματικότητες, στη Ρωσία της παρεμβατικότητας ενός «κεϋνσιανικού» κράτους, «συμπυκνωμένου» μάλιστα κατά τα ρωσικά πρότυπα στο πρόσωπο του ηγέτη-προέδρου, στοχεύει και στη διατήρηση ενός ελάχιστου επιπέδου κράτους πρόνοιας. Στα πλαίσια του όρου αυτού θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την επίλυση ζωτικών προβλημάτων για το μέσο πολίτη της Ρωσίας, σ’ αυτό το μεταβατικό κοινωνικό-οικονομικό στάδιο: φθηνά είδη πρώτης ανάγκης, μείωση της εγκληματικότητας, κτύπημα της διαφθοράς, υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, ικανοποιητικές συντάξεις κ.λπ. Η ταξική πόλωση της ρωσικής κοινωνίας είναι μια ακόμη βόμβα στα θεμέλιά της, (πληθυσμός κάτω από το όριο της φτώχειας: 25% -Ιανουάριος 2003, ποσοστό εισοδήματος ή κατανάλωσης το 2001 για το χαμηλότερο 10% στο 5,9%, ενώ για το υψηλότερο 10% στο 47%)[25], η οποία εκτονώνεται μέσω της μετανάστευσης, αλλά και της περιθωριοποίησης μεγάλων στρωμάτων της ρωσικής κοινωνίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την παρακμιακή τους κατάσταση. Έτσι το κράτος το οποίο επιδιώκει την μεγιστοποίηση της ισχύος του δεν μετατρέπεται σε απόλυτο εκφραστή των συμφερόντων της οικονομικής του ελίτ. Αντίθετα, κατορθώνει να συμμαχήσει με την πλειοψηφία της κοινωνίας.
Απόδειξη αυτής της ψήφου εμπιστοσύνης και ελπίδας προς την πολιτική Πούτιν, που χαρακτηρίζεται από τη σύγκρουση με τα νέα μεγάλα συμφέροντα. Ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα της ρωσικής κοινωνίας, ενώ η επανάκαμψη της ρωσικής ισχύος επενεργεί σ’  ένα πάντοτε υπαρκτό ρωσικό μεγαλοϊδεατισμό. Στην επανεκλογή του Πούτιν στις 14 Μαρτίου 2004 έλαβε το 71,2% των ψήφων, ενώ στις βουλευτικές εκλογές για την κρατική Δούμα το κόμμα που υποστήριξε ο Πούτιν, η «Ενωμένη Ρωσία», το 37,1%.[26]
Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναμονή μιας πολιτικής σύγκρουσης , τύπου «πορτοκαλί επανάστασης» της Ουκρανίας, με αιτήματα εκδημοκρατισμού και εκδυτικισμού από πλευράς της πλειοψηφίας των Ρώσων είναι εξαιρετικά απίθανο να εκδηλωθεί.
Ο σημαντικότερος λόγος είναι ότι το κυρίαρχο αίτιο της «πορτοκαλί επανάστασης» στη γειτονική χώρα ήταν το μακροχρόνιο εθνικό της ζήτημα. Ένα ζήτημα το οποίο έχει την αφετηρία του στη διαφορετική ιστορική διαδρομή που ακλούθησαν τα τμήματα της περιοχής που σήμερα είναι τα όρια του ουκρανικού κράτους. Ανάμεσα στην κατά πλειοψηφία ουκρανική, ουνιτική Δύση και στη ρωσόφωνη και ορθόδοξη ανατολική Ουκρανία διεξάγεται ανελλιπώς εδώ και 15 χρόνια μια σκληρή πολιτική διαμάχη για τη ταυτότητα της χώρας και τους διεθνείς της προσανατολισμούς,.
Τα συνθήματα για την επικράτηση της δημοκρατίας δεν αποτέλεσαν γενικευμένο αίτημα του συνόλου του πληθυσμού. Αντίθετα, όπως φάνηκε και από τα αποτελέσματα των εκλογών στις 27 Δεκεμβρίου 2004, ο εκλεγείς πρόεδρος Βίκτωρ Γιούσενκο μπορεί να πήρε στην Δυτική Ουκρανία ποσοστά που κυμαίνονταν από 79,75% (περιφέρεια Τσερναβτσί) έως και 93,03%(περιφέρεια Τερνόπολ) ο αντίπαλός του, όμως, Βίκτωρ Γιανουκόβιτς ελάμβανε στην Ανατολική Ουκρανία από 61,14% (περιφέρεια Ντιεπροπετρόφσκ) έως 93,54% (περιφέρεια Ντονιέτσκ).[27]
Η πραγματική απειλή, συνεπώς, για τη Ρωσία υποβόσκει στα τοπικά εθνικά κινήματα και στις αποσχιστικές τάσεις, όπως στην περίπτωση της Τσετσενίας. Μόνον η ισχυροποίηση του κράτους και των θεσμών του, παράλληλα με μια δυναμική οικονομική ανάπτυξη και η επίτευξη δικαιότερης κατανομής του πλούτου τόσο σε κοινωνικό όσο και περιφερειακό επίπεδο μπορεί να δημιουργήσει της συνθήκες επανεμφάνισης της Ρωσίας ως περιφερειακής δύναμης στην Ευρασία.
Βεβαίως, η οικονομία της αγοράς δεν πρόκειται να θιγεί, ούτε η προσέλευση ξένων επενδύσεων. Αντιθέτως, η εσωτερική συνοχή της Ρωσικής Ομοσπονδίας μπορεί να αποτελέσει και την απαραίτητη συνθήκη μιας επαναπροσέγγισης χωρών του «εγγύς εξωτερικού», τόσο από την Ευρώπη όσο και από την ασιατική ήπειρο, καθώς στο ρωσικό οικονομικό χώρο θα μπορούν να έχουν πρόσβαση στις πηγές ενέργειας αλλά και μια αγορά για τα προϊόντα τους. Ένα χώρο τον οποίο όλοι οι πρώην πολίτες της ΕΣΣΔ αισθάνονται οικείο και, παρ’ όλες τις ιστορικές εντάσεις και τους ανταγωνισμούς, μπορούν να κινηθούν άνετα με γνώση της νοοτροπίας και της γλώσσας,  καθώς και των προσωπικών σχέσεων.

Το κείμενο αποτελεί την εισήγηση που ανακοινώθηκε στο Β΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, με θέμα «Παγκόσμια Πολιτική Οικονομία και οι νέες προκλήσεις για την ανάπτυξη» που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων στην Αθήνα στις 16-18 Σεπτεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αγορά Χωρίς Σύνορα», τόμος 11, τεύχος 1, καλοκαίρι 2005


http://www.idec.gr/iier/new/tomos11/DIMOPOYL.pdf






[1] F. Fukuyama, «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος», Αθήνα, 1993, σελ. 87-88
[2] H. Kissinger, «Διπλωματία», Αθήνα 1995
[3] Z. Brzezinski, «Μεγάλη Σκακιέρα», Αθήνα 1998
[4] S. Huntington, «Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης», Αθήνα, 1996, σελ. 74-75.
[5] ibid.  σελ. 68.
[6] O αριθμός των άρθρων που έχουν δημοσιευθεί με ανάλογες απόψεις είναι εξαιρετικά μεγάλος. Αναφέρουμε εδώ τον χαρακτηριστικό τίτλο του περιοδικού Economist (13.12.03) μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές στη Ρωσία: «Putins way, Russias experiment with parliamentary democracy, never full-hearted, is more or less dead. The country’s wellbeing now depends more than ever on one man”. 
[7] Β.Ι. Λένιν, Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, Άπαντα, Τόμος 24, Αθήνα, 1986, σε. 397-459.
[8] Ρ. Λούξεμπουργκ, Ρωσική Επανάσταση, Αθήνα, 2005, σελ. 48
[9] N. Werth, «Ένα κράτος εναντίον του λαού του» στο «Η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού», Αθήνα, 2001, σελ. 69-284.
[10] Σύμφωνα με την απογραφή του 2002, http://countrystudies.us/russia
[11] Τα στοιχεία είναι από τον ρωσικό τύπο της περιόδου 1990-1992.
[13] NUPI-Centre for Russian Studies.
[19] R.Seely, «Russo-Chechen Conflict 1800-200, A Deadly Embrace», London: Frank Cass, Protland, σελ. 5.
[21] “A Normal Country”, Andrei Shleifer & Daniel Treisman στο Foreign Affairs/Μάρτιος-Απρίλιος 2004.
[22] Τα στοιχεία για τους συγκεκριμένους επιχειρηματίες τα αντλούμε από την σχετική σελίδα:
[23] Ρωσικό Υπουργείο Ενέργειας, http://www.mte.gov.ru/docs
[24] Ν. Πουλατζάς, “Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός”, Αθήνα, Θεμέλιο, σελ. 42-43. Εξάλλου, όπως σημειώνει ο Immanuel Wallerstein  τα γενικά ιδεολογικά ρεύματα από την εποχή της γαλλικής επανάστασης, ο συντηρητισμός, ο σοσιαλισμός και ο φιλελευθερισμός «φαίνεται να παίρνουν το μέρος της κοινωνίας έναντι του κράτους» εντούτοις «εξ αντικειμένου, καθεμιά από τις τρεις ιδεολογίες κατέληξε να έχει μεγάλη ανάγκη των υπηρεσιών του κράτους για να προωθήσει το πρόγραμμά της» βλ. Im. Wallerstein  “Μετά τον φιλελευθερισμό”, Αθήνα, Σύγχρονη Σκέψη, 2004, σελ. 159.
[25] http://www.cia.gov/cia/publications/factbook/geos
[26] http://www.edinros.ru
[27] Από την ιστοσελίδα της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής της Ουκρανίας, http://www.vybory.osp-ua.info

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου