Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

"Από τον Λένιν στον Στάλιν και στον ολοκληρωτισμό", Διάλεξη στο Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΕΣΣΔ, 1941

Σήμερα, η ομιλία μας είναι αφιερωμένη στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Σοβιετική Ένωση, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και το τέλος του εμφυλίου πολέμου, σε όλη την περίοδο του μεσοπολέμου.
Είναι η εποχή που το νέο κράτος, διάδοχο της τσαρικής αυτοκρατορίας, σταδιακά σταθεροποιείται και εξελίσσεται σε μια υπολογίσιμη παγκόσμια δύναμη. Οι δύο αυτές δεκαετίες, θα σφραγισθούν από την επικράτηση ενός ολοκληρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης, τη διαμόρφωση μιας παντοδύναμης κρατικής γραφειοκρατίας, και κυρίως την επιβολή της υπερεξουσίας του ενός και απόλυτου ηγέτη, του Στάλιν, που παίρνει διαστάσεις προσωπολατρίας.
Κατά τα έτη αυτά, πραγματοποιήθηκε ένας πρωτοφανής κοινωνικός και οικονομικός μετασχηματισμός. Ιδιαίτερα μετά το 1928-29 και την εφαρμογή του πρώτου πενταετούς σχεδίου επιταχύνεται η εκβιομηχάνιση της χώρας με απίστευτους ρυθμούς. Ο σκοπός αυτός, όμως επιτεύχθηκε με διοικητικά μέτρα που δεν υπολόγισαν κοινωνικές αντιδράσεις και κόστος σε ανθρώπινες απώλειες. Το αποτέλεσμα θα είναι, βεβαίως, η Σοβιετική Ένωση να γίνει ένα συμπαγές κράτος, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις να ανταποκριθεί στον επικείμενο πόλεμο απέναντι στη γερμανική υπερδύναμη του Χίτλερ και να καταστεί η ίδια στη συνέχεια παγκόσμια υπερδύναμη.
Θα μπορούσε αυτό άραγε να συμβεί χωρίς τις τραγικές για εκατομμύρια ανθρώπους συνθήκες; 
Είναι ένα ερώτημα που, όπως όλα τα ιστορικά «Αν», ποτέ δεν θα λάβει καταληκτική απάντηση. Αρχικώς, αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθήσουμε την αλληλουχία των γεγονότων που μας οδήγησαν ως εκεί.
Όπως σημειώσαμε και στην προηγούμενη ομιλία μας, η κατάσταση της Ρωσίας με το τέλος του εμφυλίου πολέμου και της ξένης επέμβασης ήταν κάτι παραπάνω από τραγική.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σε πολλές περιοχές της χώρας λιμοκτονούσαν, έτρωγαν χόρτα, βελανίδια, φλούδες από δένδρα, ψοφίμια, καταγράφηκαν ακόμη και περιπτώσεις κανιβαλισμού. Αυτό το τελευταίο δεν αποτελεί, δυστυχώς, υπερβολή, και, μάλιστα, θα επαναληφθεί σε μια περίπου δεκαετία, στα χρόνια της βίαιης κολεκτιβοποίησης. Οι νεκροί θα είναι εκατομμύρια και θα προστεθούν στους νεκρούς του παγκοσμίου πολέμου και του εμφυλίου. Εκατομμύρια άλλοι έφυγαν στο εξωτερικό. Ανάμεσά τους η πλειοψηφία της ρωσικής διανόησης, που ανήκε στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Μεταξύ αυτών η συντριπτική πλειοψηφία, έως και πάνω από 80%, του εξειδικευμένου τεχνικού ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο είχε ζωτική ανάγκη η χώρα για την ανοικοδόμησή της.
· Ποια θα έπρεπε να είναι, όμως, η οικονομική πολιτική που θα αντιμετώπιζε αυτή την απελπιστική κατάσταση, που θα έβγαζε τη χώρα από το τέλμα της καταστροφής; 

· Πώς θα γινόταν κατορθωτό να επιστρέψει η οικονομία στους προπολεμικούς τουλάχιστον δείχτες, και θα προμήθευε τους πολίτες με τρόφιμα;

Και στη συνέχεια, μετά από αυτή τη πρώτη φάση, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να τεθούν οι βάσεις για την εκβιομηχάνιση του παραγωγικού μοντέλου;
· Πώς θα ήταν δυνατόν να μεταβεί η οικονομία σε μια πιο ώριμη φάση, όπου θα μειωνόταν ο αγροτικός τομέας και θα αυξανόταν η δευτερογενής παραγωγή και ιδιαίτερα η βαριά βιομηχανία;
· Κι όλα τα παραπανω να συμβούν, χωρίς να παρεκκλίνει η σοβιετική ηγεσία από το όραμα της δημιουργίας μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, χωρίς καπιταλιστές και χωρίς εκμετάλλευση;
Οι κομμουνιστές ηγέτες είχαν όντως αποδείξει ότι στον πόλεμο είχαν την ικανότητα να ανταπεξέλθουν περίφημα. Κατανίκησαν όλους τους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς τους. Επικράτησαν σε όλα τα μέτωπα, ενάντια σε στρατούς 14 χωρών.
Η οικονομική πολιτική του πολεμικού κομμουνισμού είχε αποδώσει. Το παρακράτημα στην αγροτική παραγωγή, η προσαρμογή της παραγωγής στους στρατιωτικούς στόχους, παρά τις τρομερές ελλείψεις που προκάλεσε, είχε βοηθήσει στην τελική νίκη των μπολσεβίκων.
Τώρα έπρεπε να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν στην ειρηνική οικοδόμηση. Και γρήγορα έγινε κατανοητό ότι το όραμα του κομμουνισμού ήταν ακόμη πολύ μακριά. Έπρεπε πρώτα να γίνουν πολλά, πάρα πολλά βήματα.
Ο Λένιν σε άρθρο του στη Πράβντα για τα 4 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, το 1921, είχε ομολογήσει: «Η ζωή μας έκανε να δούμε το λάθος μας. Είναι αναγκαίο να περάσουμε πρώτα από μια σειρά μεταβατικές βαθμίδες: τον κρατικό καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, για να προετοιμάσουμε με μια μακρόχρονη εργασία το πέρασμα στον κομμουνισμό».
Ο ρεαλισμός, λοιπόν, επέβαλλε την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής. Ήδη από τα τέλη του 1920 παίρνονται μέτρα που τείνουν σε μια φιλελευθεροποίηση των κανόνων της αγοράς, ενώ εκπονείται και ένα στρατηγικό σχέδιο για τον εξηλεκτρισμό της χώρας, που ονομάστηκε ΓΚΟΕΛΡΟ. Ο Λένιν ενθουσιασμένος από το σχέδιο θα αναφωνήσει: κομμουνισμός ίσον σοβιετική εξουσία και ΓΚΟΕΛΡΟ!
Η νέα φάση της οικονομίας θα ονομασθεί Νέα Οικονομική Πολιτική ή από το αρκτικόλεξο ΝΕΠ. Στο πλαίσιο αυτό, το οποίο εξειδικεύθηκε από το 10ο συνέδριο του κόμματος,
· Έγιναν εκχωρήσεις στο ξένο κεφάλαιο για την πραγματοποίηση επενδύσεων.
· Αποκαταστάθηκε η ελευθερία των ανταλλαγών, το εσωτερικό εμπόριο αφέθηκε σχετικά ελεύθερο, και για ένα διάστημα ακόμη και το εξωτερικό
· Ο αγρότης μπορούσε να πουλήσει το περίσσευμα της παραγωγής του, και το κράτος τον φορολογούσε σε είδος, αναλογικά με τη ποσότητα της παραγωγής του
· Ο εργάτης επιτρεπόταν να αλλάξει εργασία.
· Τα εργοστάσια με μέχρι 10 εργάτες δόθηκαν στους παλιούς ιδιοκτήτες τους.
· Οι παροχές δημόσιας ωφέλειας, έγιναν πάλι επί πληρωμή, καθώς η κυβέρνηση μέσα στην έξαρση των πρώτων χρόνων τα παρείχε δωρεάν.
· Ένα νέο νόμισμα, των 10 ρουβλίων, που αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτικό, μπήκε σε κυκλοφορία.
Χωρίς αμφιβολία αυτή η διαδικασία φαινόταν και ήταν μια παρέκκλιση ή πισωγύρισμα, όπως χαρακτηρίστηκε από τους ίδιους τους μπολσεβίκους. Επρόκειτο για σαφή παραχώρηση στην καπιταλιστική οικονομία, που υποτίθεται ότι θα ξεπερνούσε η νέα σοσιαλιστική οικονομία. Η πραγματικότητα όμως επίτασσε άλλα. Προέκυπτε το ζήτημα «ποιος ποιόν», δηλαδή ποιος θα επικρατούσε, τα σοσιαλιστικά στοιχεία της οικονομίας ή τα καπιταλιστικά. Ο Λένιν καθησύχαζε τους συντρόφους του ότι η μεταβατική αυτή φάση θα είχε ως κατάληξη τη νίκη του σοσιαλισμού. 
Η νέα οικονομική πολιτική θα έχει εξαιρετική επιτυχία. Σταδιακά οι δείχτες της οικονομίας άρχισαν να ανακάμπτουν. Η παραγωγή πλησίαζε στα προπολεμικά επίπεδα. Παράλληλα, αύξηση παρουσίαζε και ο δείχτης των γεννήσεων, ενώ μειώθηκε σημαντικά αυτός της θνησιμότητας. Αυξήθηκε ο πληθυσμός των πόλεων που είχε μειωθεί τα προηγούμενα χρόνια. Η Πετρούπολη από 2.217.500 κατοίκους το 1914 είχε φθάσει το 1920 μόνο στις 740 χιλιάδες, για να ξεπεράσει το εκατομμύριο το 1923. Βελτιώθηκε η κατάσταση με τους αστέγους, με την εφαρμογή της πολιτικής των επιτάξεων σπιτιών, όπου δίνονταν δωμάτια σε οικογένειες.
Όμως, η ΝΕΠ θα έχει και άλλες επιπτώσεις. Θα δημιουργηθούν κοινωνικά στρώματα τα οποία θα ωφεληθούν από την ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα. Στις πόλεις, αυτοί θα είναι, κυρίως, όσοι ασχολούνται με το εμπόριο και τις επιχειρήσεις, και θα ονομαστούν Νεπμεν. Στα χωριά επίσης αρκετοί αγρότες θα ανεβάσουν το επίπεδο των εισοδημάτων τους. Το φαινόμενο θα προκαλέσει αντιδράσεις μεταξύ των κομουνιστών, οι οποίοι έδειχναν μια ιδιαίτερη απέχθεια απέναντι στο εμπόριο το οποίο το θεωρούσαν ως κερδοσκοπία.
Στα εργοστάσια, πάλι, όπου βρίσκεται ο κύριος όγκος των κομμουνιστών, τα διαστήματα πληρωμής των εργατών σταθεροποιήθηκαν, όμως το ύψος του μισθού σταδιακά θα αποφασίζεται όχι απευθείας από το εργατικό σωματείο, όπως στα χρόνια της επανάστασης, αλλά από μια τρόικα: σωματείο, κομματικός πυρήνας και Διευθυντής. Ταυτόχρονα ξεκινούν και οι ημέρες εθελοντικής εργασίας, τα περίφημα κόκκινα Σάββατα.
Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο θα υπάρξει σημαντική πρόοδος, θα είναι αυτό της ανόδου του μορφωτικού επιπέδου. Όπως είπαμε, οι περισσότεροι διανοούμενοι είχαν διαφύγει στο εξωτερικό, οι χωρικοί δεν γνώριζαν καν ανάγνωση και γραφή, ενώ ανάμεσα στους λαούς της Κ. Ασίας, του Β. Καυκάσου και της Σιβηρίας ο αναλφαβητισμός έφθανε ακόμη και στο 100%.
Αυτό το στοιχείο ήταν, όμως, εξαιρετικά κρίσιμο για την επιτυχία των στόχων που είχαν θέσει οι κομμουνιστές. Η πολιτισμική καθυστέρηση, και κυρίως η αγραμματοσύνη, αλλά και η έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας, δεν επέτρεπαν τις ριζικές μεταρρυθμίσεις στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Η γοργή εκβιομηχάνιση και η υπέρβαση των φεουδαρχικών καταλοίπων απαιτούσαν εργατικό δυναμικό με μόρφωση.
Τέλος, σημαντικές αλλαγές θα γίνουν στο πεδίο της εθνικής πολιτικής. Οι γλώσσες των εθνοτήτων θα αρχίζουν να διδάσκονται στα σχολεία, και θα μιλιούνται στα όργανα του κράτους και του κόμματος. Θα ιδρυθούν εθνικά αγροτικά σοβιέτ. Και γενικά θα δημιουργηθούν ελπίδες σε δεκάδες εθνότητες που δεν είχαν ανάλογες δυνατότητες κατά τη τσαρική περίοδο να αναπτύξουν τη κουλτούρα τους, να ενισχύσουν την εθνική τους συνείδηση, στα πλαίσια βεβαίως της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η πολιτική αυτή που θα ονομαστεί «κορενιζάτσια», βασίστηκε περισσότερο στην επιμονή του Λένιν να κερδηθούν οι εθνότητες του νέου κράτους στην υπόθεση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, ελπίζοντας ότι σύντομα η εθνική ταυτότητα θα ξεπερνιόταν από τη νέα σοβιετική ταυτότητα. Αρχικά η νέα εθνική πολιτική θα έπρεπε να ισορροπήσει μεταξύ του μεγαλορωσικού σωβινισμού και των τοπικών εθνικισμών. Η αρχή πάντως ήταν ελπιδοφόρα για την Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών που θα ιδρυθεί με την έγκριση του σοβιετικού συντάγματος του 1922, και θα περιλαμβάνει ομόσπονδες και αυτόνομες Δημοκρατίες και μικρότερα διοικητικά διαμερίσματα με εθνικό προσδιορισμό.
Το νέο τοπίο που διαμορφώνεται στην οικονομία και στην πολιτική, θα προκαλέσει αντιδράσεις. Καθώς οι όποιες εξωκομματικές κινήσεις καταστέλλονται και εξαλείφονται με τη βία (αγροτικές εξεγέρσεις, ανταρσία των ναυτών στην Κροστάνδη, εξέγερση των Μενσεβίκων στη Γεωργία, αντιμπολσεβίκικα κινήματα των μουσουλμάνων στο Ταταρστάν, στο Βόρειο Καύκασο, και στην Κεντρική Ασία) οι οξύτερες αντιθέσεις θα εκδηλώνονται στο εσωτερικό του κόμματος.
Το κόμμα, ήδη σχεδόν αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο, θα παραμείνει το μοναδικό νόμιμο κόμμα σε όλη την επικράτεια. Θα έχει τον αποκλειστικό λόγο στην πολιτική και ιδεολογική ζωή της χώρας. Και οι κανόνες που θα διέπουν την εσωτερική λειτουργία του κόμματος θα ισχύσουν και για το κράτος. Με την ίδια αυστηρότητα, την ίδια προσήλωση που θα οδηγήσουν εντέλει στον ολοκληρωτισμό.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1917 είχε μόνον 24 χιλιάδες μέλη. Το 1921, στο 10ο συνέδριο, είχε φθάσει τα 730 χιλιάδες. Προφανώς, χιλιάδες καιροσκόποι είχαν εισρεύσει και το κόμμα προχώρησε σε εκκαθαρίσεις των γραμμών του, διώχνοντας πάνω από 200 χιλιάδες. Το κόμμα αποτελείτο κατ΄ εξοχήν από εργάτες πάνω από 60%, ενώ οι αγρότες μόνον 20%. Επίσης, οι Ρώσοι ήσαν πάνω από τους μισούς, ενώ σημαντικό ήταν το ποσοστό των Εβραίων, που αν και μόλις 1,8% του πληθυσμού, ξεπερνούσαν τό 10% στις γραμμές του κόμματος.
Η ισχύς του κόμματος αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι η Κεντρική Επιτροπή του ενώ το 1919 είχε μόνον 30 υπαλλήλους, το 1920 ξεπέρασε τους 600 ώστε να μπορεί να διεκπεραιώνει τια αναφορές των πολιτών που κατά δεκάδες χιλιάδες κατέκλυζαν τα κεντρικά γραφεία.
Στο εσωτερικό, λοιπόν, του κόμματος θα δημιουργηθούν, από πολύ νωρίς, συγκροτημένες τάσεις ως ένα είδος εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Οι κυριότερες από αυτές θα είναι:
· Του Τρότσκι, που θα προτείνει ένα αυστηρό μοντέλο στρατιωτικοποιημένης οικονομίας, με τους εργαζόμενους να εντάσσονται σε μια συγκεντρωτική δομή
· Η λεγόμενη εργατική αντιπολίτευση, με επικεφαλής τους Σλιαπνικοφ και Κολλοντάι, που υποστήριζε το αντίθετο, ότι δηλαδή η παραγωγή θα έπρεπε να διευθύνεται από τα συνδικάτα και
· Οι ντετσιστές –οπαδοί του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού- που επιδίωκε την νομιμοποίηση όλων των τάσεων μέσα στο κόμμα.
Το 10ο συνέδριο με την καθοδήγηση του Λένιν θα καταδικάσει τις παραπάνω απόψεις, χωρίς το φαινόμενο της αντιπολίτευσης στη κεντρική γραμμή να σταματήσει να υφίσταται, τουλάχιστον μέχρι το 18ο συνέδριο, το 1938.
Στην εξωτερική πολιτική, η σοβιετική διπλωματία, έντεχνα, εκμεταλλεύθηκε τις αντιθέσεις μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών. Αρχικά θα προχωρήσει σε μια σειρά από διμερείς συμφωνίες με χώρες που συνορεύει ώστε να εξασφαλίσει το απρόσβλητο, δηλαδή με το Αφγανιστάν, το Ιράν και την Τουρκία του Κεμάλ, συμφωνία που θα αποβεί καταστροφική για την ελληνική επιχείρηση στο πόλεμο της Μικράς Ασίας. Επίσης, θα μετατρέψει το βουδιστικό μεσαιωνικό κράτος της Μογγολίας σε «σοσιαλιστικό» δορυφόρο. Το σημαντικότερο θα είναι όμως η συμφωνία με τη Γερμανία στο Ράπαλλο της Γένουας. Στη συνέχεια, με εξαίρεση τις ΗΠΑ που θα καθυστερήσει, ένα ένα τα κράτη της Δύσης θα αναγνωρίσουν τη Σοβιετική Ένωση.
Η περίοδος αυτή θα είναι, όμως, καθοριστική για την εξέλιξη της σοβιετικής Ρωσίας, κυρίως, διότι πραγματοποιείται η φάση της διαδοχής του Λένιν. Το 1921, λοιπόν, ήταν ο ίδιος ο Λένιν που θα προτείνει για τη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος τον Στάλιν, θέση που αρχικώς δεν είχε ιδιαίτερη ισχύ, αλλά περισσότερο διοικητικό χαρακτήρα.
Ποιος, όμως ήταν ο αυτός ο επαγγελματίας επαναστάτης που κατόρθωσε να γίνει απόλυτος ηγέτης στο αχανές κράτος της Σοβιετικής Ένωσης και ουσιαστικά διαμορφωτής του.
Ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Ντζουγκασβίλι γεννήθηκε στη μικρή πόλη Γκόρι της Γεωργίας το 1879. Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης, μέθυσος και βίαιος. Η μητέρα του ξενοδούλευε. Ο ικανός Ιωσήφ ή Σόσο, πήγε σε εκκλησιαστικό σχολείο και συνέχισε τις σπουδές του σε εκκλησιαστικό σεμινάριο στο Τμπιλίσι ή Τιφλίδα. Μοναδική επιλογή ανώτερης μόρφωσης για τα φτωχά παιδιά της Γεωργίας τότε.
Εκεί αναμείχθηκε ενεργά στο εθνικιστικό αντι-ρωσικό γεωργιανό κίνημα, το οποίο ανθούσε στα τέλη του 19ου αιώνα. Τελικά όμως ο Ιωσήφ θα προσχωρήσει στους κύκλους των σοσιαλιστών και διώχνεται από το σεμινάριο. Καταφεύγει στην παρανομία, εκδίδει επαναστατική εφημερίδα και υιοθετεί τις θέσεις του Λένιν. Ως μέλος των μπολσεβίκων θα πάρει το ψευδώνυμο Κόμπα.
Θα συλληφθεί και θα σταλεί στην εξορία, στη Σιβηρία, απ’ όπου θα δραπετεύσει. Αυτό θα συμβεί κι άλλες φορές στο μέλλον. Ο σκληροτράχηλος Κόμπα, που το 1913 θαπάρει το προσωνύμιο Στάλιν (ατσαλένιος) θα επιφορτισθεί με το καθήκον να συντονίζει τη δράση ομάδων κρούσης, που διαπράττουν ληστείες -οι επονομαζόμενες «απαλλοτριώσεις»- με σκοπό τη χρηματοδότηση των αναγκών του κόμματος.
Το 1913 θα δημοσιεύσει, ενώ βρίσκεται στην Ευρώπη. μια εξαιρετική μελέτη με τίτλο «το Εθνικό ζήτημα και η Σοσιαλδημοκρατία», που θα προκαλέσει το θαυμασμό του Λένιν, βάζοντας τη σφραγίδα του στη διαμόρφωση της πολιτικής των μπολσεβίκων επάνω στο εθνικό ζήτημα. Και γι’ αυτό το λόγο στη πρώτη σοβιετική κυβέρνηση θα γίνει Επίτροπος Εθνοτήτων. Θα αναλάβει και άλλες υπεύθυνες θέσεις, αν και στην επανάσταση δεν θα έχει πρωτεύοντα ρόλο όπως θα θελήσει ο ίδιος και οι βιογράφοι του να παρουσιάσουν αργότερα.
Ο Στάλιν μετά την εκλογή του ως Γενικού Γραμματέα θα συγκεντρώνει στα χέρια του ολοένα και περισσότερη εξουσία. Αυτό βεβαίως δεν θα γίνει χωρίς αντίδραση.
Ο Λέων Μπρονστάιν Τρότσκυ θα είναι ο κυριότερος αντίπαλός του, ένας Εβραίος διανοούμενος, επαναστάτης, από την νότιο Ουκρανία, πέμπτο παιδί μια φτωχής αγροτικής οικογένειας, που συντάχθηκε με τους μπολσεβίκους μόλις το 1917.
Ο Λένιν, λίγους μήνες πριν πεθάνει, κλινήρης έξω από τη Μόσχα, θα υπαγορεύσει κάποιες σημαντικές επιστολές, ως κατευθυντήριες γραμμές, γνωστές ως υποθήκες. Σε κάποιες απ’ αυτές θέλησε να προειδοποιήσει τους αντιπροσώπους του 12ουσυνεδρίου για τους κινδύνους από την εσωκομματική διαμάχη αλλά και τα ελαττώματα των ηγετών που είχαν τώρα τον πρώτο λόγο. Το Πολιτικό Γραφείο θα αποκρύψει αυτές τις επιστολές μέχρι το 1927, που θα διακινηθούν μόνον μεταξύ των μελών της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος.
Ο Λένιν γράφει εκεί «Οι μεταξύ τους σχέσεις –Στάλιν και Τρότσκυ- αποτελούν κατά τη γνώμη μου, τον κύριο κίνδυνο μια διάσπασης». Και αφού περιγράφει τον Τρότσκυ ως άνθρωπο με ροπή προς τη γραφειοκρατική άσκησγ πολιτικής, για τον Στάλιν θα γράψει «ο σύντροφος Στάλιν από τη στιγμή που έγινε γενικός γραμματέας συγκέντρωσε στα χέρια του απεριόριστη εξουσία. Δεν είμαι σίγουρος αν θα μπορέσει να τη χρησιμοποιεί πάντοτε με αρκετή περίσκεψη» και λίγο αργότερα «ο Σταλιν είναι πολύ βάναυσος, κι αυτό το ελάττωμα παύει να είναι ανεκτό για τη θέση του Γενικού Γραμματέα». Ήταν πλέον, όμως, αργά. Ο Λένιν, άρρωστος και ανήμπορος, δεν θα έχει καμία δυνατότητα παρέμβασης στις εξελίξεις. Σύντομα, τον Ιανουάριο του 1924 θα πεθάνει. Η λατρεία του θα πάρει θρησκευτικό χαρακτήρα. Σε πολλές ίσμπες, στις καλύβες των χωρικών, στη θέση των θρησκευτικών εικόνων μπήκε η δική του φωτογραφία. Το νέο καθεστώς τροφοδότησε αυτή τη λατρεία, και με συνέπεια συνέχισε να τη τροφοδοτεί, μέχρι υπερβολής, την σταλινικη περίοδο.
Η σύγκρουση για την ηγεσία, που θα οδηγήσει στην εξόντωση της πλειοψηφίας της παλαιάς φρουράς του κόμματος, θα πάρει εξ αρχής ιδεολογικά χαρακτηριστικά.
Ως κύρια διαφωνία θα αναδειχθεί η διχογνωμία μεταξύ της άποψης για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια χώρα και αυτής για την μετατροπή της ρωσικής επανάστασης σε πανευρωπαϊκή και παγκόσμια.
Ο Τρότσκυ θα είναι ο εκφραστής της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης, ενώ ο Στάλιν ήταν υπέρμαχος της άποψης της οικοδόμησης του σοσιαλισμού μόνον στην ΕΣΣΔ, υποστηρίζοντας βέβαια ότι αυτό θα ήταν η αρχή και η προϋπόθεση της παγκόσμιας επανάστασης.
Ποια ήταν όμως η κατάσταση στην Ευρώπη, αυτή την περίοδο; Είχαν ελπίδες τα σχέδια του Τρότσκυ και των οπαδών του;
Ήταν φανερό ότι οι επαναστάσεις που αναμένονταν στην ευρωπαϊκή ήπειρο δεν θα πραγματοποιούνταν τουλάχιστον σύντομα. Η κατάσταση είχε αρχίσει να εξομαλύνεται και τα αριστερά κόμματα βρίσκονταν σε κάμψη. Ο Λένιν θα γράψει για το 4οσυνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1922. «Εδώ και πέντε χρόνια είμαστε μόνοι για την ώρα δεν έχει γίνει επανάσταση στις άλλες χώρες […]. Είμαστε άραγε καταδικασμένοι να χαθούμε;» Μια εξαγωγή της επανάστασης σήμαινε στην πραγματικότητα κήρυξη πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες. Οι ιδέες του Τρότσκι για τη διαρκή επανάσταση ανησύχησαν πραγματικά και τον λαό και το κόμμα. Όλοι ήσαν εξαντλημένοι από τις μακροχρόνιες αιματηρές συγκρούσεις και τις στερήσεις. Κανείς δεν είχε διάθεση για νέες, μάλλον δονκιχωτικές περιπέτειες και θυσίες σε πολεμικά μέτωπα.
Αντιθέτως, εκδηλωνόταν η διάθεση, ιδιαίτερα μεταξύ των κομματικών μελών και των μελών της Κομσομόλ, της νεολαίας του κόμματος, να κτισθεί κάτι καινούργιο μέσα στη χώρα. Να οικοδομηθεί ένας άλλος κόσμος, χωρίς αυτός να είναι ξεκάθαρος, ούτε γνωρίζοντας πώς θα πραγματοποιηθεί. Ένα πατριωτισμός, με σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά συνέπαιρνε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Άλλωστε ο πατριωτισμός αυτός συνετέλεσε και στην νίκη απέναντι στους ξένους εισβολείς που συνέδραμαν τους Λευκούς κατά τον εμφύλιο. Κι αυτός ο πατριωτισμός, θα εμφανισθεί εκ νέου, όταν θα εκδηλωθεί η γερμανική εισβολή στη ρωσική γη.
Ο Στάλιν επομένως εξέφρασε πράγματι εκείνη την εποχή το λαϊκό αίσθημα. Η γραμμή της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα φαινόταν ρεαλιστική και ήταν αποδεκτή. Ταυτόχρονα, μέσω της Γ΄ διεθνούς θα δημιουργηθεί ένα παγκόσμιο δίκτυο κομμουνιστικών κομμάτων, των οποίων η πολιτική θα είναι εναρμονισμένη στην υπεράσπιση της πατρίδας των εργατών, της Σοβιετικής Ένωσης.
Ο Τρότσκυ θα διαγραφεί από το κόμμα, όπως και, παροδικά σε εκείνη τη φάση, απομακρύνονται ο Ζηνόβιεφ και ο Κάμενεφ, σύντροφοι του Λένιν, αλλά και άλλοι που είχαν συνταχθεί μαζί τους, το 1927, στην αριστερή αντιπολίτευση». Ήδη στο 14οσυνέδριο το 1925 ο Κάμενεφ θα τολμούσε να πει ότι «ο σύντροφος Στάλιν δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει το ρόλο του στην αποκατάσταση της ενότητας του μπολσεβίκικου επιτελείου. Είμαστε αντίθετοι στο δόγμα της εξουσίας ενός μόνου ανθρώπου, είμαστε αντίθετοι στη δημιουργία αρχηγού.»
Μπροστά στην συστηματική προσπάθεια του Στάλιν να ελέγξει απόλυτα το κόμμα και να καταστείλει κάθε αντιπολιτευτική φωνή γίνεται προσπάθεια να επιτραπεί κάποια εσωκομματική δημοκρατία. Η πλατφόρμα που κατεβάζει η αντιπολίτευση στις εσωκομματικές εκλογές του 1927 παίρνει μόνο 4 χιλιάδες ψήφους, ποσοστό 1%.
Ο Τρότσκυ θα εξοριστεί από το καθεστώς στην Κεντρική Ασία και από εκεί εκτός της Σοβιετικής Ένωσης. Στο εξωτερικό, θα συνεχίζει τον αγώνα του εναντίον του σταλινισμού, συγκροτώντας τη λεγομένη 4η διεθνή. Τελικά θα δολοφονηθεί στο Μεξικό, το 1940, από πράκτορα της ΚαΓκεΜπε.
Η ισχύς του Στάλιν στην ηγεσία του κόμματος θα επιβληθεί σταδιακά με την καθοριστική συνδρομή της Γκεπεού, ΟΓκεπεού, και τέλος του Νικαβεντέ (Λαϊκόυ Επιτροπάτου των Εσωτερικών). Με έναν τεράστιο μηχανισμό εσωτερικής ασφαλείας δηλαδή, ο οποίος, κάτω από τους πιστούς στον Στάλιν κατά διαστήματα, Γιάκοντα, Γιεζόφ και Μπέρια, θα μεταμορφωθεί στο μακρύ χέρι της ολοκληρωτικής εξουσίας.
Η δράση του μηχανισμού αυτού εναντίον οποιουδήποτε χαρακτηριζόταν ως εχθρός του σοσιαλισμού και του κόμματος θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ολοκληρωτικού σοβιετικού συστήματος τόσο αυτή την περίοδο όσο και για τα επόμενα έτη.
Παράλληλα, με την καταστολή των διαφωνούντων στο κόμμα, το διάστημα αυτό θα σημαδευτεί από την καταλυτική αλλαγή στην αγροτική πολιτική, και την έναρξη της μαζικής κολλεκτιβοποίησης, την εισαγωγή του πρώτου πεντάχρονου πλάνου, στο οποίο βασικός πυρήνας θα είναι η επιτάχυνση της εκβιομηχάνισης της οικονομίας, τη δημιουργία μιας κομματικής νομεκλατούρας γραφειοκρατών, την ίδρυση και εξάπλωση στρατοπέδων συγκέντρωσης για κουλάκους, αντιφρονούντες, θρησκευόμενους, μέλη εθνικών ομάδων και εντέλει εσωκομματικούς αντιπάλους ή διαφωνούντες.
Πριν προχωρήσουμε στην παράθεση των γεγονότων είναι αναγκαίο να εξετάσουμε τα αίτια και τους λόγους αυτής της εξέλιξης προς τον ολοκληρωτισμό και να θέσουμε εδώ το ερώτημα εάν τελικά θα μπορούσαν τα πράγματα να εξελιχθούν διαφορετικά. Εάν θα μπορούσε να οικοδομηθεί το σοσιαλιστικό κράτος με διαφορετικό τρόπο, με κάποια δημοκρατία, με οικονομία σχετικά φιλελεύθερη. χωρίς καταστολή, χωρίς το κράτος του τρόμου, χωρίς το συγκεντρωτισμό
Θεωρούμε ότι η επιβολή του συγκεντρωτισμού και της καταστολής ήταν μια εξέλιξη, λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένη. Όπως είπαμε η προσωπικότητα παίζει τεράστιο ρόλο στην ιστορία. Και η τροπή που πήρε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μόνον χώρα είχε, σε κάθε περίπτωση, τη σφραγίδα της προσωπικότητας του Στάλιν. Ο Στάλιν όμως δεν θα μπορούσε να δράσει ποτέ κατ’ αυτόν τον τρόπο αν δεν υπήρχαν συγκεκριμένοι παράγοντες που το επέτρεψαν.
· Ο πρώτος σχετιζόταν με τη ρωσική παράδοση. Παράδοση αυταρχισμού, από την εποχή ακόμη του Ιβάν του Τρομερού και του Μεγάλου Πέτρου. Τα λαϊκά στρώματα είχαν ελάχιστη έως καμία συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα. Στη Ρωσία ο λαός είχε συνηθίσει οι αποφάσεις να παίρνονται πάντοτε σε κεντρικό επίπεδο, και το χειρότερο χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψη ακόμη και οι ανθρώπινες απώλειες. Επιπλέον, η μεσαία τάξη, που θεωρείται ο βασικός κορμός μιας δημοκρατικής κοινωνίας, και που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στη Ρωσία κατά την περίοδο μετά το 1890, εξοντώθηκε ή έχασε τη θέση που είχε. Και όσοι εξελίσσονταν οικονομικά και κοινωνικά κατά τα χρόνια της ΝΕΠ στη πόλη και στο χωριό σύντομα θεωρήθηκαν απειλή για τον σοσιαλισμό. Και στοχοποιήθηκαν ανοιχτά.
· Ο δεύτερος, ήταν οι συνθήκες μέσα από τις οποίες επικράτησαν οι κομμουνιστές. Ήταν συνθήκες πολέμου, εμφυλίου πολέμου και άγριων συγκρούσεων. Η ανθρώπινη ζωή είχε μικρή σημασία για ανθρώπους που είχαν συνηθίσει το βίαιο θάνατο. Τα πάντα στα μάτια τους ήταν πόλεμος.
· Ο τρίτος, ήταν το διεθνές περιβάλλον που πραγματοποιείτο η επιβολή του σταλινισμού. Οι διάφορες εκφάνσεις του ολοκληρωτισμού εκδηλώνονταν με μεγάλη δυναμική. Μερικές από αυτές γίνονταν ανεκτές ακόμη και από τη φιλελεύθερη Δύση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, η ουδετερότητα που κράτησε η Δύση απέναντι στον ισπανικό εμφύλιο, που ευνόησε τον Φράνκο, ακόμη και απέναντι στον Χίτλερ μέχρι και το 1938 και τη συμφωνία του Μονάχου. Το περιεχόμενο της δημοκρατίας, όπως ίσως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα, δεν ήταν αυτονόητο στα χρόνια του μεσοπολέμου.
· Ταυτοχρόνως, όμως, και αυτό είναι ο τέταρτος παράγων, σχετικός με τον προηγούμενο και οπωσδήποτε καθοριστικός για τη «στρατιωτικοποίηση» της σοβιετικής παραγωγής ήταν η εξωτερική απειλή για τη Σοβιετική Ένωση. Όλοι προέβλεπαν ότι ο πόλεμος ερχόταν. Παρά τις προσπάθειες για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών, μέσα από διάφορες συμφωνίες και την Κοινωνία των Εθνών, και ιδιαίτερα μετά την παραγωγή αποτυχία της, κανείς δεν είχε αυταπάτες. Το καθεστώς, λοιπόν, μπήκε σε μια τρελή κούρσα προετοιμασίας. Και σε μια τέτοια διαδικασία όλα επιτρέπονταν. 
· Ο πέμπτος παράγων ήταν η ανάγκη της ενότητας του κράτους. Οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του, αντιθέσεις κυρίως εθνικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές αλλά και ταξικές, ήσαν τόσο οξείες που το κράτος ήταν πολύ πιθανό να διαλυθεί. Όπως ήταν έτοιμο να διαλυθεί και το τσαρικό. Κατά μια άποψη ολοκληρωτισμός διέσωσε τον κορμό του τσαρικού ρωσικού κράτους, πριν αυτό αποσυντεθεί ολότελα.
· Αφήσαμε τελευταίο τον πλέον αμφισβητούμενο παράγοντα, τη φύση του κομμουνιστικού κινήματος και της κομμουνιστικής ιδεολογίας, όπως τουλάχιστον είχε αναπτυχθεί μέχρι εκείνο το διάστημα. Παρά τη προσμονή για την εγκαθίδρυση ενός επίγειου παράδεισου ειρήνης, αρμονίας και δημιουργίας, η πραγματικότητα ήταν ακόμα πάντα αντίξοη. Κι όσο υπήρχε αυτή η πραγματικότητα συνεχιζόταν η πάλη, η ταξική πάλη εναντίον του εχθρού, όπου ο σκοπός αγίαζε τα μέσα. Η χωρίς αναστολές επιδίωξη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους αποτελούσε την ευνοϊκότερη προϋπόθεση για την ανάπτυξη του ολοκληρωτισμού και της γενικής καταπίεσης. Η μόνιμη στοχοποίηση του Άλλου, του όποιου άλλου, που δεν συμφωνούσε με την επίσημη άποψη, θα οδηγούσε μοιραία και στην παντοδυναμία του ενός και στη δίωξη των διαφωνούντων. Έτσι στην αρχή ήταν οι μοναρχικοί, οι αστοί, και τα κόμματά τους, μετά οι μενσεβίκοι, οι εσέροι, οι νέπμεν, οι κουλάκοι, οι χριστιανοί, οι εθνικιστές, στο τέλος η εσωκομματική αντιπολίτευση, τα ανεπιθύμητα κομματικά στελέχη, τα στελέχη από άλλα κομμουνιστικά κόμματα που δεν ήταν πιστά στην κεντρική γραμμή, όσοι εντέλει αντιδρούσαν στην τρομοκρατία. Θα πρέπει, πάντως, να τονίσουμε ότι οι Ρώσοι κομμουνιστές εφάρμοσαν μια πλευρά του μαρξισμού, που ήταν και η πιο αμφιλεγόμενη. Ως συνέχεια της αισιοδοξίας της εποχής των φώτων, και ακόμη της θετικιστικής φιλοσοφίας, δικαιολογείτο η «πρόοδος» με κάθε μέσο. Ο Μαρξ είχε ξιφουλκήσει με τη πένα του υπέρ της αγγλικής αποικιοκρατίας στην Ινδία και της επέκτασης των γιάνκηδων στην αμερικανική ήπειρο, θεωρώντας ότι αυτό που είχε σημασία ήταν να πραγματοποιηθεί η οικονομική πρόοδος, να επικρατήσει παντού ο καπιταλισμός, ως προϋπόθεση του κομμουνισμού. Υποτιμούσε το κόστος και χαρακτήριζε όσους δρούσαν προς όφελος της ανάπτυξης, ακόμη κι αν εγκληματούσαν, ως ασυνείδητα όργανα της ιστορίας. Βεβαίως, ο Μαρξ δεν ήταν μόνον αυτό. Ήταν και οπαδός της ελευθερίας, όπως την οραματιζόταν στο μεσσιανικό βασίλειο του κομμουνισμού, εκεί όπου ο άνθρωπος θα είναι απελευθερωμένος από την ανάγκη και την οικονομία. Άλλωστε η μαρξιστική ιδεολογία, με την αναμφίβολη συνεισφορά και του Λένιν έγινε η κυρίαρχη ιδεολογία στα περισσότερα απελευθερωτικά πατριωτικά και αντι-αποικιοκρατικά κινήματα του κόσμου, σε μια εκδήλωση της περιβόητης ιστορικής ειρωνείας. 
Το πρόβλημα με τους μπολσεβίκους ήταν, λοιπόν, ότι θεωρούσαν και τους εαυτούς τους όργανα της ιστορίας και της επιβολής της απόλυτης δικαιοσύνης, και επομένως τα πάντα τους επιτρέπονταν. Ακόμη και η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής. Όπως είχε, όμως, γράψει ο Ντοστογιέφσκυ τα μέσα πρέπει να συνάδουν με το σκοπό. Γιατί ακόμη κι αν ένας κόσμος που για να γίνει δίκαιος θα χρειαζόταν μόνον τα δάκρυα ενός παιδιού, και πάλι δεν θα ήταν ποτέ δίκαιος. 
Επιστρέφοντας στην αλλαγή της οικονομικής πολιτικής βασικός στόχος ήταν η με κάθε τρόπο εκβιομηχάνιση της χώρας, ιδιαίτερα στον τομέα της βαριάς βιομηχανίας. Γι’ αυτό το λόγο θα μεταφερθούν παραγωγικές δυνάμεις και κεφάλαια από τους χωρικούς στη βιομηχανία και στις πόλεις.
Η κρίση της συλλογής των φόρων στα τέλη του 1927, έδωσε στο Στάλιν το πρόσχημα που γύρευε. Οι αγρότες, αν και η σοδειά ήταν καλή, δεν παρέδωσαν παρά μόνον 4,8 εκ τόνους αντί 6,8 της προηγούμενης χρονιάς. Στις πόλεις υπήρξε πρόβλημα τροφοδοσίας.
Τότε εγκαινιάζεται η πολιτική της κολεκτιβοποίησης που θα σημάνει το τέλος του φιλελεύθερου διαλλείματος της Νέας Οικονομικής Πολιτικής. Το μικρό αγροτικό νοικοκυριό καταργείτο, ιδρύονταν τεράστιες αγροτικές μονάδες, και ο αγρότης γινόταν κρατικός υπάλληλος. Τα πάντα διευθύνονταν από το κέντρο και στόχευαν στον εφοδιασμό των πόλεων με τρόφιμα και το σπουδαιότερο στην αγορά βιομηχανικού εξοπλισμού και βαρέων οχημάτων από το εξωτερικό. Ενώ κατά τη ΝΕΠ 15-20% πήγαινε στο κράτος, 12-15% για σπορά, 25-30% ζωοτροφές, και το υπόλοιπο για κατανάλωση, το 1931 το κράτος θα έπαιρνε από τα κολχόζ 40 με 50% της παραγωγής.
Αυτός ο γιγαντιαίος και βίαιος μετασχηματισμός της οικονομίας και της κοινωνίας, δεν ήταν όμως δυνατόν να πραγματοποιηθεί ειρηνικά και αναίμακτα. Η αφαίρεση γης από τους αγρότες δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε εθελοντική βάση. Και δεν περιορίστηκε στους λεγόμενους πλούσιους χωρικούς ή κουλάκους, όπως επαγγελλόταν το κόμμα αλλά στη μεγάλη μάζα των χωρικών, των λεγόμενων σερεντιάκ (μεσαίων).
Αυτό που επικράτησε κατά την εκστρατεία του 1929-1931 ήταν άνευ προηγουμένου. Η αυθαιρεσία των οργάνων που είχαν αναλάβει την επιβολή της εγγραφής των χωρικών στα κολχόζ και την διάλυση της τάξης των κουλάκων ήταν πραγματικά απερίγραπτη.
Σε αρκετά χωριά σημειώνονται απεργίες, εξεγέρσεις, άρνηση παράδοση του σταριού. Οι περιουσίες όσων υποστηρίζουν την κολλεκτιβοποίηση καίγονται. Τον Ιανουάριο του 1930 η Γκεπεού κατέγραψε 402 αγροτικές εξεγέρσεις, τον Μάρτιο έφθασαν τις 6.528. Πραγματοποιούνται εκατοντάδες δολοφονίες αγροτών. Καθώς κοινωνικοποιούνται τα πάντα (γουρούνια, αγελάδες, πρόβατα, χήνες πάπιες, κότες) οι χωρικοί σφάζουν τα ζώα τους πριν τους τα πάρει το κράτος. Η κυβέρνηση γίνεται ακόμη πιο αυστηρή. Χρησιμοποιεί το σύστημα της κοντρακτάτσιας. Τα χωριά υποχρεώνονται να υπογράψουν συμβόλαιο με την κυβέρνηση. Μόνον εφόσον τηρούνται οι όροι του συμβολαίου παραχωρούνται εργαλεία, σπόροι, βοήθεια από το κράτος.
Διενεργούνται μαζικές συλλήψεις και εκτοπισμοί των κουλάκων, δηλαδή όσων χαρακτηρίζονται έτσι από το κόμμα και την Γκεπεού. Και εννοείται ότι εκτοπίζονται εκτός κολχόζ και εκτός των χωριών τους μαζί με τις οικογένειές τους. Οι κρατούμενοι σε φυλακές, στρατόπεδα, στην εξορία θα ανέλθουν στους 800.000.
Η κατάσταση θα πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Οι υπερβάσεις των οργάνων του κράτους και των κομματικών οργανώσεων θα πολλαπλασιαστούν. Σε μια αναφορά, που θα δημοσιευθεί στον τύπο για να στηλιτευθεί η αυθαιρεσία, θα αναγραφεί: «στο χρονικό διάστημα από τις 5 το απόγευμα ως τις 7 το πρωί η τάξη των κουλάκων εξαλείφθηκε!».
Ο Στάλιν αντιλαμβανόμενος την υπερβολή θα παρέμβει με άρθρο του με τίτλο «Ο ίλιγγος από τις επιτυχίες», στο οποίο καλεί τα κρατικά όργανα να κινούνται στην κατεύθυνση της εθελοντικής εισόδου στα κολχόζ.
Εκατομμύρια αγροτικά νοικοκυριά γίνονται πάλι ιδιωτικά και η κολλεκτιβοποίηση θα συνεχιστεί με πιο αργούς ρυθμούς, αν και η αντίδραση των χωρικών θα συνεχισθεί σθεναρή.
Η πολιτική της κολλεκτιβοποίησης καθώς και οι κακές μετεωρολογικές συνθήκες θα επιδεινώσουν την επισιτιστική κρίση στην Ουκρανία, και ειδικότερα η δυτική, όπου ολόκληρες επαρχίες είχαν ξεφύγει από τον έλεγχο του καθεστώτος, αλλά και στη νότιο Ρωσία, στο Βόρειο Καύκασο. Το 1932 έως και το 1934 εκδηλώνεται καταστροφικός λιμός ιδιαίτερα στην περιοχή της Ουκρανίας οι θάνατοι από την πείνα θα είναι εκατοντάδες χιλιάδες. Αρκετοί ιστορικοί αλλά και το μετασοβιετικό ουκρανικό κράτος στην επίσημη ιστορία του ονομάζει αυτό που συνέβη στη χώρα ως χολοντομόρ, και θεωρείται ως γενοκτονία. Κι αυτό γιατί θεωρούν ότι ο λιμός ήταν αποτέλεσμα ηθελημένης απόφασης, κεντρικού σχεδιασμού του σοβιετικού κράτους για να κάμψει τις αντιδράσεις των χωρικών αλλά και το εθνικιστικό ουκρανικό κίνημα, το οποίο παρέμενε πάντοτε ζωντανό, ιδιαίτερα στις κεντρικές και δυτικές επαρχίες της χώρας.
Δεν γνωρίζουμε επακριβώς τον αριθμό των θυμάτων αυτής της περιόδου. Πάντως από την εκστρατεία της κολλεκτιβοποίησης πέθαναν από την πείνα αρκετά εκατομμύρια (ο μετριοπαθέστερος αριθμός είναι δύο εκ.), ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι κατέληξαν στην εξορία.
Την ώρα, βέβαια, που εκατομμύρια πέθαιναν από την πείνα, οι εξαγωγές σταριού συνεχίζονταν κανονικά. Το 1931, 18 εκ. εκατόκιλα (καντάρια) εξήχθησαν για τις ανάγκες της εκβιομηχάνισης.
Εν τω μεταξύ, το 1928 μπήκε σε εφαρμογή το πρώτο πεντάχρονο πλάνο. Σύμφωνα μ’ αυτό έπρεπε η βιομηχανική παραγωγή να αυξηθεί κατά 179%. Η πραγματοποίηση του πλάνου φαινόταν στη Δύση ως ουτοπία. Ένας μπολσεβίκος οικονομολόγος, όμως, έγραψε: «δεν δεσμευόμαστε από κανέναν νόμο. Δεν υπάρχει φρούριο που να μην μπορούν οι μπολσεβίκοι να το καταλάβουν εξ εφόδου. Το θέμα του ρυθμού εξαρτάται από την απόφαση των ανθρώπινων όντων…».
Το σχέδιο Θα βασισθεί σε μια εξαιρετική μελέτη, που διήρκεσε χρόνια, σε όλη τη χώρα με καταγραφή όλων των παραγωγικών δυνάμεων και των πόρων. Οι συντάκτες της μελέτης θα απολυθούν και θα δικαστούν το 1930 και 1931 στη δίκη των «βιομηχάνων» και των «μενσεβίκων». Μεταξύ αυτών και ο γνωστός, από τους οικονομικούς κύκλους του καπιταλισμού που ανακάλυψε, Κοντράτιεφ.
Στις 7 Μαρτίου 1929, ο Στάλιν θα δημοσιεύσει στη Πράβντα ένα άρθρο με τον τίτλο «Ο χρόνος της μεγάλης στροφής», στο οποίο υποστηρίζει ότι «η σοβιετική ένωση γίνεται η χώρα του μετάλλου, χώρα του αυτοκινήτου, χώρα του τρακτέρ, κι όταν θα βάλουν τη χώρα να καθίσει στο αυτοκίνητο και το μουζίκο στο τρακτέρ» θα ξεπεράσει τις καπιταλιστικές χώρες.
Ο Στάλιν παράλληλα, με οξυδέρκεια οπωσδήποτε, δικαιολόγησε το στόχο για το άλμα προβλέποντας έναν πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, που θα ήταν ταυτόχρονα και μια λύση στα εσωτερικά προβλήματα του καπιταλισμού. Μην λησμονούμε ότι το 1929 εκδηλώνεται το κραχ στις Ηνωμένες Πολιτείες που εξαπλώθηκε σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο.
Η βιομηχανική παραγωγή θα αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς. Η παραγωγική δομή της Σοβιετικής Ένωσης θα αλλάξει: υδροηλεκτρικοί σταθμοί, μεταλλουργία, ανθρακωρυχεία, εργοστάσια τρακτέρ, εργοστάσια αυτοκινήτων, σιδηροδρομικές γραμμές, καινούργιες πόλεις, το μετρό της Μόσχας. Σε σκληρές συνθήκες για τους εργαζόμενους πραγματοποιείται ένα θαύμα. Σε σοσιαλιστική άμιλλα, με πρωτοπόρους εργάτες (ουντάρνικοι) το όραμα συνεπαίρνει σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης, πρώην γεωργοί οι περισσότεροι, που αμείβονται σαφώς καλύτερα από τον αγροτικό πληθυσμό και απολαμβάνουν περισσότερες υπηρεσίες. Το κίνημα των πρωτοπόρων εργατών, το 1935 ονομάστηκε σταχανοφικό από το όνομα του Αλεξέι Σταχάνοφ, που ξεπέρασε τη νόρμα κατά 14 φορές.
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος των αλλαγών, ας αναλογισθούμε ότι ανάμεσα στα 1927 και 1932, ο αστικός πληθυσμός αυξήθηκε κατά 13 εκατομμύρια κατοίκους. Αυτή η αύξηση οφείλεται κατά τα 9/10 στην έξοδο των αγροτών προς τις πόλεις.
Αυτή ήταν η μια πλευρά της θυελλώδους αυτής εποχής. Από την άλλη η αυστηροποίηση του καθεστώτος θα γινόταν με γοργούς ρυθμούς
· Τιμωρητικά μέτρα θα ληφθούν εναντίον όσων δεν ανταποκρίνονται στα καθήκοντα τους
· Το ιδιωτικό εμπόριο εξαφανίσθηκε.
· Τα καταστήματα ήταν πολύ λίγα.
· Τα προϊόντα έλειπαν κι οι ουρές ήταν τεράστιες.
Τα χειρότερα, όπως είπαμε, συνέβησαν την εποχή αυτή στην επαρχία.
Μια άλλη αρνητική εξέλιξη θα είναι η δημιουργία πολλών στρατοπέδων συγκέντρωσης τα λεγόμενα Γκουλάγκ. (Κεντρικής Διεύθυνσης αναμορφωτικών εργατικών Στρατοπέδων του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων).
Ήδη το 1923 η Γκεπεού εγκατέστησε το πρώτο τεράστιο στρατόπεδο στο αρχιπέλαγος Σολόφκι, ένα συγκρότημα πέντε νήσων της Λευκής Θάλασσας, ανοιχτά του Αρχάνγκελσκ, όπου υπήρχε ένα από τα μεγαλύτερα μοναστήρια της Ορθοδοξίας. Το 1928 θα βρίσκονται ήδη εκεί 38 χιλιάδες κρατούμενοι.
Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου θα κλειστούν εκατομμύρια άνθρωποι με κάθε είδους κατηγορία, δεν είχε μόνο ή κυρίως τιμωρητικό χαρακτήρα. Στη πραγματικότητα, εντασσόταν σε μια προσπάθεια εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών σε αντίξοες συνθήκες και τη δημιουργία υποδομών που θα εξυπηρετούσαν την ανάπτυξη. Πρόκειται δηλαδή για δωρεάν εργατικό δυναμικό, χωρίς δικαιώματα και απαιτήσεις που θα θυσιαζόταν στο βωμό της τεχνολογικής προόδου.
Στην αρχή οι εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένοι, σύμφωνα με το αρχειακό υλικό που διαθέτουμε, υπέφεραν τα πάνδεινα. Παρατημένοι στη μέση της τάιγκας πεινασμένοι, παγωμένοι, πέθαιναν σε μεγάλους αριθμούς μέχρι να δημιουργηθούν οι εγκαταστάσεις και να λειτουργήσουν ως παραγωγικές μονάδες.
Αναφέρουμε για παράδειγμα, το 1930:
40 χιλιάδες κρατούμενοι κατασκεύαζαν το δρόμο που οδηγούσε προς το Αρχάνγκελσκ για τη μεταφορά ξυλείας.
Άλλοι τόσοι έφτιαχναν αυτοκινητόδρομο και σιδηρόδρομο (Ουστ, Συσόλκ, Ούχτα).
Στην Άπω Ανατολή 15 χιλ. κατασκεύαζαν τη σιδηροδρομική γραμμή του Μπιγκατσατσίνκ.
20 χιλ εργάζονταν στη χημική βιομηχανία του Μπερεζνίκι
24 χιλιάδες στη σιδηροδρομική γραμμή Τομσκ-Γιενισέισκ.
Τον Ιούνιο του 1930, αποφασίστηκε να κατασκευαστεί ένα κανάλι 240 χλμ. που θα σκαβόταν πάνω σε γρανιτένιο βράχο και θα ένωνε τη Βαλτική με τη Λευκή Θάλασσα. Ένα φαραωνικό έργο μόνον με την εργατική δύναμη των κρατουμένων χωρίς αποτέλεσμα. Τα Γκούλαγκ θα γίνουν γνωστά πολύ αργότερα, μετά τον θάνατο του Στάλιν και ιδιαίτερα από τα βιβλία του Αλέξανδρου Σολτζενίτσιν, που υπήρξε κι ο ίδιος κρατούμενος εκεί.
Τότε ο λαός δεν γνώριζε τη πραγματικότητα. Στη πλειοψηφία του πίστευε πράγματι ότι ο «πατερούλης» Στάλιν υπεράσπιζε την πατρίδα και τους ίδιους από τους προδότες και τους εκμεταλλευτές. 
Με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισε μια σειρά από δίκες που ξεκινούν το 1928 και συνεχίζονται μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930.
Στα 1928 μια ομάδα μηχανικών του Σάχτι της Ουκρανίας κατηγορήθηκε για σαμποτάζ στα ανθρακωρυχεία της Ουκρανίας. Πέντε από αυτούς εκτελέστηκαν. Δικαστής ήταν ο περιβόητος Βυσίνσκι.
Το 1930 καταδικάζεται ομάδα οικονομολόγων που είχε ιδρύσει ένα παράνομο αγροτικό κόμμα.
Την ίδια χρονιά καταδικάζονται τα μέλη του λεγόμενου Βιομηχανικού κόμματος
Το 1931 γίνεται η δίκη του μενσεβικικού αντεπαναστατικού κέντρου.
Οι καταδικασθέντες εξαφανίστηκαν στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.
Σε αυτά τα οποία αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται καταλήγουν όπως είπαμε οι χωρικοί που χαρακτηρίζονται ως κουλάκοι, πρόσωπα που χαρακτηρίζονται ως τροτσκιστές, ιερείς και άτομα που έχουν σχέση με την εκκλησία, μέλη εθνικών ομάδων, με την κατηγορία του εθνικισμού, απλοί εργαζόμενοι με την κατηγορία του σαμποτάζ.
Το 17ο Συνέδριο το 1934, εν τω μεταξύ διαπίστωσε τις αναμφισβήτητες και σημαντικές επιτυχίες στους τομείς της εκβιομηχάνισης και της πολιτιστικής επανάστασης. Στη Σοβιετική Ένωση το αποκάλεσαν «Συνέδριο των Νικητών». Εμφανίστηκαν δέιγματα εκδημοκρατισμού και το άρθρο 57 του καταστατικού που εγκρίθηκε όριζε ότι «η ελεύθερη συζήτηση της πολιτικής του Κόμματος μέσα στις επιμέρους οργανώσεις ή μέσα στο Κόμμα στο σύνολό του είναι απαράγραπτο δικαίωμα κάθε μέλους του Κόμματος». Παράλληλα θα γίνουν οι τελευταίες προσπάθειες να αντικατασταθεί ο Στάλιν. Οι Γραμματείς των αγροτικών περιοχών και των Κεντρικών Περιοχών των Ομόσπονδων Σοβιετικών Δημοκρατιών πρότειναν ως Γενικό Γραμματέα τον Κίροφ, Γραμματέα τότε της οργάνωσης στο Λένινγκραντ. Ο Κίροφ όμως δεν αποδέχτηκε την υποψηφιότητα, με τη δικαιολογία θα μπορούσε να εκδηλωθεί κρίση στο εσωτερικό του κόμματος, την ίδια στιγμή που ο ναζισμός δυνάμωνε στην Γερμανία. Πάντως στις εκλογές της ΚΕ 270 αντιπρόσωποι δεν ψήφισαν το Στάλιν και μόνον 3 τον Κίροφ.
Πράγματι, τα σύννεφα του πολέμου και η αυξανόμενη απειλή της χιτλερικής Γερμανία θα επηρεάσουν το δίχως άλλο και τις εξελίξεις στην Σοβιετική Ένωση και θα οδηγήσουν στην ενδυνάμωση της θέσης του Στάλιν. Κι αυτός, όμως, θα εκμεταλλευθεί τη συγκυρία για να εξαπολύσει έναν άνευ προηγουμένου διωγμό εναντίον όχι μόνον των εχθρών, όπως τους θεωρούσαν του κόμματος και του κράτους, αλλά και εναντίον των στελεχών και των μελών του κόμματος, που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τη παντοδυναμία του.
Την 1η Δεκέμβρη δολοφονείται ο Κίροφ. Ο δολοφόνος του, Νικολάγιεφ, ήταν μέλος του κόμματος. Τα γεγονότα δείχνουν ότι η Νικαβεντέ άφησε τον Νικολάγιεφ να τον σκοτώσει. Ο σωματοφύλακας του Κίροφ περιέργως έλειπε εκείνη την ημέρα ενώ κατά την ανάκριση σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η δολοφονία του Κίροφ χρησίμευσε στον Στάλιν ως πρόφαση για την εξαπόλυση γενικού διωγμού.
Ανακοινώνεται ότι ο δολοφόνος ανήκε στο Κέντρο Αντιπολίτευσης του Λένινγκραντ, όπου ανήκαν και οι σύντροφοι του Λένιν, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ και άλλοι της παλιάς φρουράς. Θα ξεκινήσουν μια σειρά από δημόσιες δίκες, με κατηγορουμένους τα παλαιά κομματικά στελέχη και χαλκευμένες κατηγορίες.
Το 1936 οι Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Ευδοκίμοφ καταδικάζονται σε θάνατο. Στη συνέχεια έρχεται η σειρά του Πιατακόφ του Ράντεκ του Μπουχάριν, του Ρίκοφ, ο Τόμσκι αυτοκτονεί, ο Ορτζονικίτζε αυτοκτονεί. Οι εκκαθαρίσεις στο κόμμα γενικεύονται.
Ξεκινούν γενικές εκκαθαρίσεις στις γραμμές του κόμματος. Οι καταγγελίες μεταξύ μελών του κόμματος ήταν χιλιάδες. Η Νικαβεντέ θα μετατραπεί σε κράτος εν κράτει.
Σύμφωνα με τα όσα αποκάλυψε ο Χρουστστόφ το1956, 98 από τα 139 μέλη της ΚΕ συνελλήφθησαν και εκτελέστηκαν, από τους 1966 αντιπροσώπους του 17ουσυνεδρίου οι 1108 είχαν την ίδια τύχη.
Το ίδιο έγινε και στην περιφέρεια. Όποιος ύψωνε το ανάστημά του και μιλούσε ενάντια στη σταλινική τρομοκρατία διώκετο, μέχρι θανάτου.
Από το 1919 έως το 1935 είχαν εκλεγεί συνολικά 30 μέλη του Πολιτικού Γραφείου: 13 από αυτούς πέθαναν κατά τους σταλινικούς διωγμούς, ο Κίροφ δολοφονήθηκε, δύο αυτοκτόνησαν, ο Τρότσκυ δολοφονήθηκε στο εξωτερικό. 
Διώκονται και εκτελούνται επίσης στελέχη του στρατού με δίκες της μιας μέρας, όπως ο θρυλικός Τουχασέφσκι – με την κατηγορία της κατασκοπίας υπέρ της Γερμανίας και της Ιαπωνίας.
3 στρατάρχες στους 5, 13 διοικητές στρατιάς στους 15, 57 διοικητές σωμάτων στρατού στους 85, 75 μέλη του στρατιωτικού συμβουλίου στους 80 και χιλιάδες άλλοι χαμηλότερου βαθμού είχαν την ίδια τύχη.
Διώκονται ηγέτες και στελέχη της Κομμουνιστικής Διεθνούς και κομμουνιστικών κομμάτων που βρίσκονται στη Ρωσία, όπως όλη ηγεσία των Πολωνικού ΚΚ, ο Ούγγρος Μπέλα Κουν, Βούλγαροι, Γιουγκοσλάβοι, Γερμανοί, Ρουμάνοι.
Διώκονται διανοούμενοι, φιλόσοφοι, ιστορικοί, βιολόγοι, φυσικοί, συγγραφείς, καλλιτέχνες.
Διώκονται εθνικές μειονότητες, και κυρίως η διανόησή τους. Μεταξύ αυτών και η ελληνική στη περιοχή της Αζοφικής αλλά και του Καυκάσου και της νότιας Ρωσίας όπου είναι ισχυρό το ποντιακό στοιχείο.
Μετά την αντικατάσταση του Γιεζόφ από Επίτροπο του Λαού επί των Εσωτερικών από τον Μπέρια στο 1939 εξασθένησαν κάπως οι διώξεις, και αρκετοί επέστρεψαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο Στάλιν αναγνώρισε κατά το 18ο συνέδριο ότι κατά τις εκκαθαρίσεις έγιναν και λάθη αλλά τις χαρακτήρισε αναπόφευκτες και ότι τελικά είχαν θετικά αποτελέσματα.
Ενώ σε όλες τις πόλεις υψώνονται αγάλματα του αρχηγού και η λατρεία του παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις, το συνέδριο ήταν ο απόλυτος θρίαμβος για τον Στάλιν. Ο Χρουτσόφ στην ομιλία του θα αναφωνήσει: «ζήτω η πιο εξαίρετη μεγαλοφυΐα της ανθρωπότητας, ο δάσκαλος κι ο οδηγητής που μα οδηγεί νικηφόρα στον κομμουνισμό, ο αρχηγός μας Στάλιν!». Το 1956 ο ίδιος άνθρωπος θα αποκαλύψει τη φρικτή πραγματικότητα, που έκρυβε η οικοδόμηση του σοβιετικού σοσιαλισμού αυτή τη περίοδο.
Εν τω μεταξύ ο πόλεμος πλησίαζε. Ήδη, το 1938, θα αντιπαρατεθούν σοβιετικά με ιαπωνικά στρατεύματα στα σοβιετο-μογγολικά σύνορα. Με τη συμφωνία του Μονάχου την ίδια χρονιά, ο κλοιός που νοιώθει η Μόσχα θα γίνει πιο απειλητικός. Ήταν προφανές ότι οι δυτικοί ήλπιζαν Γερμανία και Σοβιετική Ένωση να αλληλοεξοντωθούν. Με τη συμφωνία Ρίμπεντροφ-Μολότοφ την επόμενη χρονιά η Μόσχα θα επιδιώξει να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο. Σύντομα, τον Ιούνιο του 1941, απεδείχθη ότι ο Χίτλερ ήταν αποφασισμένος να κτυπήσει και να κατακτήσει τα σοβιετικά εδάφη. Η εξέλιξη του πολέμου, η νίκη της Ρωσίας, με την απαράμιλλη αυτοθυσία και τον πατριωτισμό των Ρώσων θα δώσουν αίγλη στο καθεστώς και στον Στάλιν τον ίδιο. Τα όσα συνέβησαν πριν από τον πόλεμο θα λησμονηθούν προσωρινά, ή και θα δικαιολογηθούν ακόμη και από δυτικούς διανοούμενους
Σήμερα, έχοντας πιο ολοκληρωμένη εικόνα μπορούμε να εξάγουμε περισσότερο ασφαλή και αντικειμενικά συμπεράσματα για την εποχή, τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους.

Η διάλεξη πραγματοποιήθηκε στη Λεμεσό, 27 Νοεμβρίου 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου