Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

«Αν ο Μάρξ είχε διαβάσει Χαίλντερλιν…»* Δημήτρης Ραυτόπουλος, «Εμφύλιος και Λογοτεχνία», εκδ. Πατάκη (σελ. 391)



 
Τούτη η εποχή/του εμφύλιου σπαραγμού/
δεν είναι εποχή/για ποίηση/ κι άλλα παρόμοια/
σαν πάει κάτι/ να γραφεί/ είναι/ ως αν/ να γράφονταν/
από την άλλη μεριά/ αγγελτηρίων θανάτου

Ν. Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948», Ελευσίς, 1948

Η, όσο αναλυτική κι αντικειμενική, ιστορική καταγραφή δεν είναι εις θέσιν να αποτυπώσει από μόνη της ολοκληρωμένα μια εποχή. Πάντα θα της λείπει η εσωτερική διάσταση των υποκειμένων που προσλαμβάνουν και δημιουργούν την πραγματικότητα, σε μια πολυσύνθετη αλληλουχία προθέσεων και δράσεων. Κι εδώ το πρώτο λόγο έχει η λογοτεχνία, παρά την υποκειμενικότητά της, η οποία, συνιστά, ταυτοχρόνως, και την προϋπόθεση της εγκυρότητάς της. Επομένως, κι η λογοτεχνική παραγωγή για μια εποχή όπως του δικού μας εμφυλίου, τη δεκαετία του 1940, επιβάλλεται για την κατανόησή της. Πολλώ δε μάλλον που η ιστορική προσέγγιση για τον εμφύλιο πάσχει από ιδεοληπτικές μονομέρειες και η «κληρονομιά» του επιβιώνει και σήμερα –ή ορθότερα, οι τερατογενέσεις του φαίνεται να επανακάμπτουν δριμύτερες.
Μια συγκροτημένη χαρτογράφηση της εργογραφίας που συνδέεται με την ταραγμένη αυτή εποχή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, δίνει το βιβλίο του Δημήτρη Ραυτόπουλου, «Εμφύλιος και Λογοτεχνία». Σ’ αυτό περιέχονται 23 δοκίμια ενώ η οριοθέτηση της περιόδου εκτείνεται πέρα όχι μόνο από το 1949, αλλά και την πτώση της χούντας. Η έκδοση δεν στοχεύει σε μια εξαντλητική παρουσίαση όλων των συγγραφέων και ποιητών της περιόδου. Έχει, όμως, πολλούς και σπουδαίους. Η άμεση εμπειρία του Ραυτόπουλου ως δρώντα στην εθνική αντίσταση και στον εμφύλιο, η προσωπική του γνωριμία με τους πλείστους των λογοτεχνών της περιόδου, η εξαιρετική γνώση του της ιστορίας και της θεωρίας της λογοτεχνίας εξασφαλίζουν στο βιβλίο του αναμφίβολη αξία. Το γεγονός βέβαια της άμεσης σχέσης με πρόσωπα και πράγματα ενισχύει το στοιχείο της υποκειμενικότητας, το οποίο όμως είναι προτιμότερο, ακόμη κι αν διαφωνείς με τις θέσεις που διατυπώνονται, από τις «ψυχρές» ακαδημαϊκές κριτικές. Ιδιαίτερα αυτές που βάζουν «το κάρο μπρος από το άλογο», τη θεωρία πριν από την πραγματικότητα, συνήθως εις βάρος της πραγματικότητας.
Ξαναγυρνώντας λοιπόν προς τα πίσω, με αφορμή το βιβλίο του Ραυτόπουλου, ας επιχειρήσουμε να ξεδιπλώσουμε κάποιες σκέψεις. Στις παραμονές του β΄ παγκοσμίου πολέμου τα νέα ρεύματα που έπνεαν τη δεκαετία του 1930, και πυροδότησαν τη σκέψη μιας γενιάς που απέκτησε ταυτότητα αναζητώντας τη συλλογική ταυτότητα, είχαν δημιουργήσει  αισιόδοξες προσδοκίες για το αύριο της Ελλάδας. Επιδιώκοντας να αφήσουν πίσω τη μελαγχολία της ήττας της Μεγάλης Ιδέας στις απέναντι όχθες του Αιγαίου, φαινόταν σαν η σύνθεση, παρά την πολιτική ανωμαλία και παρά τις διαφορετικές αφετηρίες των νέων διανοητών, να είχε ξεκινήσει να γονιμοποιεί ένα νέο ελληνικό όραμα. Η προσπάθεια, όμως, θα μείνει μετέωρη. Πολύ σύντομα ο εμφύλιος σπαραγμός, ήδη αρχινημένος στα χρόνια της κατοχής, θα μετέτρεπε τη χώρα σε ερείπια, την επαρχία μισοερημωμένη, την ξένη εξάρτηση ακόμη πιο ισχυρή. Για να αρχίσει ένας νέος κύκλος, μακρύς κι επίπονος, μέχρι να κλείσουν οι πληγές, κοινωνικές και ψυχικές, να επανέλθουν οι ισορροπίες, οι όποιες ισορροπίες.
Εν τω μεταξύ, η εικόνα του εμφυλίου βρέθηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες της δεξιάς «εθνικοφροσύνης», που εμφανιζόταν ως η επίσημη κρατική άποψη έως το 1981, και της αγιογράφησης της αριστεράς, που με τη σειρά της κατέστη αυτή ως η ημιεπίσημη κρατική ιδεολογία από τη δεκαετία του ’80. Όπως γράφει ο Ραυτόπουλος «…η ιδεολογημένη ιστοριογραφία, απομνημονευματογραφία κ.λπ. αρνείται τη συνευθύνη των πολιτικών παρατάξεων για τον εμφύλιο, ιδίως για τα αίτια και τις απαρχές του στα χρόνια της Κατοχής. Ιδιαίτερα στον κόσμο της Αριστεράς, που υπέστη αδικαίωτες θυσίες, διωγμούς και περιθωριοποίηση μετά τις αλλεπάλληλες ήττες του, εγκαταστάθηκε το αίσθημα της ιστορικής αδικίας, σε μια κουλτούρα ηρωική και θυματική, που αποστρέφεται την αυτοκριτική και εξωραΐζει το παρελθόν της».
Ενώ η αυτοκριτική και καθαρτήρια ανάγνωση της εμφυλιακής περιόδου δεν επετεύχθη μέσω της ιστορίας ή των κοινωνικών επιστημών, η αξιόλογη λογοτεχνική παραγωγή που αναφέρεται στην ίδια περίοδο παραγκωνίσθηκε εσκεμμένα. Σύμφωνα με τον Ραυτόπουλο η λογοτεχνία είναι υποτιμημένη γιατί στο μεγαλύτερο μέρος της είναι «αιρετική, απομυθευτική, αντιηρωική, ακόμα και αποκαλυπτική. Γενικά δεν βολεύει κανένα από τα δύο συμπαγή, το συντηρητικό, βέβαια, αλλά και το ‘‘προοδευτικό’’. Το πρώτο ποιος (διανοούμενος που σέβεται τον εαυτό του) το λογαριάζει; Το δεύτερο, όμως, διατηρεί το προνόμιο μιας ιδιόρρυθμης ετεροδικίας κριτικής, εν είδει επανορθώσεων, ακόμα και μετά την κατάρρευση των μύθων αλλά και τις νίκες επί χάρτου του ‘’σοσιαλισμού’’» (σελ. 17)
Την ιδιότυπη λογοκρισία θα την υποστούν όλοι όσοι αποκαλύπτουν «την τερατώδη πλευρά του εμφυλίου και τον απανθρωπισμό» και καταδικάζονται στη «σιωπηρή αποδοκιμασία-αδιαφορία». Όπως ο Ρένος Αποστολίδης με τη «Πυραμίδα 67» (1950), ένα χρονικό (ή όπως θα γράψουν τα παιδιά του στο πρόλογο πρόσφατης έκδοσης «το πιστό πρακτικό της ραγδαίας ωρίμανσης μες το θάνατο μιας νέας συνείδησης») που «δεν χώρεσε ούτε στον Παράδεισο ούτε στην Κόλαση», (Αλ. Αργυρίου, «Η μεταπολεμική πεζογραφία»). Την χειρότερη λογοκρισία όμως θα υποστούν οι ηττημένοι, κυρίως από το κομματικό ιερατείο, όταν το έργο τους έβγαινε εκτός γραμμής. Όπως ο Γιάννης Μανούσακας, τον οποίο ο Ραυτόπουλος θεωρεί ως τον μεγαλύτερο, πιο ιδιοφυή απομνημονευματογράφο «του εικοστού μας Μεσαίωνα(sic), όπως ο Μακρυγιάννης του δεκάτου ενάτου, αλλά πολύ πιο διεξοδικός, πολυμερής, πλούσιος και ολοκληρωμένος». Στα κείμενά του ανακαλύπτουμε να ρέουν οι χείμαρροι της λαϊκής παράδοσης, που είχε την ελευθερία ως υψηλότερη αξία: «ο ίδιος αναφερόμενος στη γενεαλογία του ή στις διηγήσεις προγιαγιάδων και άλλων, συνδέει συμβολικά τη δική του εξέγερση με την παράδοση των προγόνων και του τόπου του, από τα Ορλωφικά του 1770 και του Εικοσιένα ως τις κρητικές επαναστάσεις» (σ.38).
Εντέλει, η κατάρρευση των προσδοκιών που οι αριστεροί διανοούμενοι είχαν εναποθέσει στο Κομμουνιστικό Κόμμα, λόγω της αυταρχικής και ανελεύθερης στάσης που ακολούθησε απέναντι σε κάθε ανεξάρτητη σκέψη, βιώνεται ως μεγαλύτερη ακόμη ήττα απ’ αυτήν στο πεδίο της μάχης. Κάποιοι, όπως, ο Άρης Αλεξάνδρου, θα θέσουν εξ αρχής την υποψία, την αμφιβολία, το τραγικό «γιατί;». Μάλιστα στο κορυφαίο μυθιστόρημά του «Το Κιβώτιο» (1975) λέει χωρίς περιστροφές: «κι όλη η επιχείρηση Κιβώτιο στο σύνολό της στάθηκε άχρηστη κι αυτή, άχρηστες οι εκτελέσεις, άχρηστοι οι θάνατοι…». Άλλοι, θα αυτολογοκριθούν.  Όπως  ο Δημήτρης Χατζής, ως πολιτικός εξόριστος, όπου μετά την σκληρή κομματική κριτική για τους «Ανυπεράσπιστους» (1964) «που εικονογραφούσαν την άποψή του για την ήττα και των δύο παρατάξεων στον εμφύλιο» θα γράψει τα εξής θλιβερά στην κομματική Επιτροπή Διαφώτισης δικαιολογώντας τις αιτιάσεις τους: «αγαπητοί φίλοι, εγώ δεν παύω ποτές να βλέπω πως εσείς είστε πιο αρμόδιοι και πιο υπεύθυνοι από μένα» (σ.56). Αλλά κι ο Στρατής Τσίρκας που στη τριλογία του «Ακυβέρνητες Πολιτείες»(1960-1965)  «η πνευματική προσωπικότητα του Μάνου είναι σύνθεση Ευρωπαίου ουμανιστή, με μια πινελιά ελληνορθόδοξης παράδοσης, εστέτ και μαρξιστή[…]» (σ.69), θα διαγραφεί από το κόμμα γιατί παρέκλινε της «ορθοδοξίας» (εκείνο το «Ανθρωπάκι» ενοχλούσε πολύ). «Αυτοτιμωρούμενος, στην επταετία θεώρησε χρέος του να ξαναστρατευθεί στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Έτσι χάθηκε η άνοιξη, όχι του Ανένδοτου αλλά του μυθιστορήματος που ενέδωσε» (σ.24).
Τα χρόνια που πέρασαν άλλαξαν αναμφισβήτητα την Ελλάδα. Το μεταπολεμικό ζοφερό τοπίο των λαϊκών συνοικιών που περιέγραφε στα πρώτα του μυθιστορήματα ο Αντρέας Φραγκιάς ή στα ποιήματά του ο Τάσος Λειβαδίτης δεν υπήρχε πλέον. Στις χιλιάδες πολυκατοικίες κατοικούσε ένα «πλήθος» μικρομεσαίων που σκαρφάλωνε γρήγορα την κοινωνική κλίμακα στα ακμαία χρόνια της οικονομικής ανάπτυξης. Μέχρι που ήλθε κι η ώρα της πολιτικής επικράτησης. Κι ο εμφύλιος συνέχιζε να δημιουργεί νικητές. Γιατί στο φόντο της ιστορικής χειραψίας του Μάρκου με τον Τσακαλώτο ο πραγματικός νικητής ήταν …ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ήταν τότε που στις οροφές της εξουσίας κράδαινε, με αλαλαγμούς, τη πλαστική σημαία του ο «homo pasocus». Όπως ο ήρωας του μυθιστορήματος «Φανταστική Περιπέτεια» του Αλέξανδρου Κοτζιά 1. Ο ανθρωπότυπος, λοιπόν του ’80, όπως γράφει ο Ραυτόπουλος «φαντάζει σαν ρομπότ σημείων, δειγματολόγιο ανεστραμμένων αρετών, από τις οποίες παίρνει μόνο τις πόζες, όπως η λεβεντιά, ο συναισθηματικός πλούτος, η κοινωνικότητα. Κάθε εκδήλωσή του προσβάλλει κάτι, το όλον του προκαλεί αποστροφή» (σελ. 183). Ο αμοραλιστής χαμαιλέων, όμως, έχει ανάγκη το μύθο για να διατηρήσει το προσοδοφόρο προνόμιο του ελέγχου του κράτους. Η ιδεολογική του χλαμύδα μεγαλώνει ανάλογα με την ανικανότητα του στη διακυβέρνηση και της γενικής παρακμής που προκαλεί. Γι’ αυτό πορεύεται αγκαζέ με τον οργανικό διανοούμενο, ο οποίος σιτιζόμενος- περισσότερο γενναιόδωρα από τα ψυχία «των πιπτόντων απὸ της τραπέζης των κυρίων αυτών»- κατασκευάζει το άλλοθι της ανηθικότητάς του. Είναι η εποχή που εμφανίζονται ως όργανα της ιστορίας ακόμη και τα σκουπίδια της. «Η λογοτεχνία είναι μέσον, εργαλείο, νομενκλατούρα, και βέβαια, κάτι υλικό, πελατειακό, μετρήσιμο (οπαδοί, ψήφοι, ακροατήριο, εκπομπές…) […] Η πραγματικότητα της πνευματικής ζωής είναι τα σύνολα, οι συντεχνίες, τα κέντρα εξουσίας  […] οι ομάδες πίεσης, οι ‘‘φορείς’’, οι ‘‘προοδευτικές δυνάμεις’’» (σελ. 181). Πόσο αδύναμα ακούγεται πια η ηχώ της «Διαθήκης» του Μ. Κατσαρού…           
Ως ένσταση απέναντι στο, χωρίς αμφιβολία στιβαρό, κριτικό έργο του Ραυτόπουλου, θα αναφέραμε κυρίως την στηλίτευση αποκλειστικά του λαϊκισμού ως αιτία των δεινών μας. Γράφει, το 1992, ότι «σε ατμόσφαιρα ιδεολογικής τρομοκρατίας –που πιάνει πάντα με απίστευτη ευκολία- ασχημονούν παντοειδείς σαλτιμπάγκοι, αλλαξοσκούφηδες και επιτήδειοι των κονδυλίων, τώρα ως νέοι Φερραίοι, Θεόφιλοι, Μακρυγιάννηδες, Καραγκιόζηδες, Χατζηαβάτες» (σελ. 178). Η αυστηρή του, όμως, πένα, που ορθώς ξιφουλκεί εναντίον της κούφιας και υποκριτικής ρητορικής της πρώτης περιόδου της μεταπολίτευσης, αφήνει στο απυρόβλητο την «αλλαγή φρουράς» στη δεύτερη περίοδο. Όπου ακριβώς για τους ίδιους λόγους, με την ίδια βουλιμία και με τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα αναλαμβάνουν την πνευματική ηγεμονία οι «αντι-μακρυγιάννηδες» του εκσυγχρονισμού. Με παντιέρα τον ευρωπαϊσμό, τα ομομήτρια παιδιά της «αλλαγής» σάρωσαν ό,τι είχε απομείνει όρθιο, υψώνοντας στον ιδεολογικό τομέα τη δεκαετία του ’90 το ν εις το Μ –να μην ξεχνιόμαστε! Κι η τραγική ειρωνεία, ως συνήθως συμβαίνει, ήταν ότι τις θέσεις στην ορχήστρα της εκθεμελιωτικής αποχαύνωσης τις πήραν κατ’ αποκλειστικότητα τα, κατά δική τους παραδοχή, πνευματικά τέκνα της «ποίησης της ήττας», της λογοτεχνίας της αμφισβήτησης και του βαθιά ανθρώπινου. Το «Ανθρωπάκι», με ευρωπαϊκό κοστούμι πλέον, έπιασε πάλι δουλειά, με κρατική πια προστασία, προγράφοντας τις «αιρετικές» φωνές. Όσο για τους πρωτοπόρους της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου προσαρμόστηκαν μια χαρά στα νέα δεδομένα, αφού προσπορίζονταν γενναία ποσοστά για τη συγκατάθεσή τους στη νέα «κατάσταση».    
Και τέλος πάντων, σήμερα, καθώς η απειλή της καταστροφής μας δεν συνιστά λεκτική υπερβολή, αποδεικνύεται, ότι η ιστορία σε αυτή τη γωνία της γης δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια ακαδημαϊκή κι ευχάριστη αναδίφηση του παρελθόντος -έτσι εξηγείται ότι ακόμη κι οι «housewives» θεωρώντας τα «ξένα» χωράφια της ιστορικής γνώσης και δικά τους έχουν ενίοτε το θράσος να μπαίνουν μέσα, ενοχλώντας τους ελέω διδακτορικών ιδιοκτήτες τους. Όσοι, λοιπόν, βιάστηκαν να επαναπαυθούν, όταν σχετικά πρόσφατα ανακηρύχθηκε το τέλος της Ιστορίας, για να χωνέψουν ήσυχα τη λεία τους, λάθεψαν γιατί λησμόνησαν τον ποιητή που έγραφε τα προφητικά:
«Τότε, θυμάσαι που μου λες: Ετέλειωσαν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!»
Μ. Αναγνωστάκης «Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V…», Εποχές)

1. Το βιβλίο του «Πολιορκία», μια από τις πιο «δυνατές» αφηγήσεις για την εμφυλιακή ατμόσφαιρα πριν την απελευθέρωση, του στοίχησε εκ μέρους της αριστερής κριτικής, και του Ραυτόπουλου τότε, τον τίτλο του μέλους της ομάδας της «μαύρης πολιτικής λογοτεχνίας», μαζί με τον Ρ. Ρούφοτο Χρονικό μιας σταυροφορίας»), τον Θ.Δ. ΦραγγόπουλοΤειχομαχία») και τον Ν. ΚάσδαγληΔόντια της μυλόπετρας») ενώ οι σύγχρονοι ιδεολογικοί «Προκρούστες» θα ενέτασσαν οπωσδήποτε και τον Θ. Βαλτινό που τόλμησε μετά την «Κάθοδο των Εννιά» την ιερόσυλη «Ορθοκωστά».

*Φράση του Τόμας Μαν, που χρησιμοποιεί ο Ραυτόπουλος στο δοκίμιό του για τον Τίτο Πατρίκιο (σελ. 334) 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άρδην, τεύχος 92, Μάιος 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου