Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Άντον Τσέχωφ, Ο επιβάτης της πρώτης θέσης

Ο επιβάτης της πρώτης θέσης μόλις είχε τελειώσει το δείπνο του στο σταθμό και, έχοντας πιεί λιγάκι, ξάπλωσε στο βελούδινο ντιβάνι, ανακλαδίστηκε ελαφρά και έκλεισε τα μάτια. Αφού τον πήρε ο ύπνος για όχι παραπάνω από πέντε λεπτά, έριξε μια ματιά στον απέναντί του, μισογέλασε και είπε:
- Ο αείμνηστος πατέρας μου είχε τη συνήθεια, μετά το γεύμα, να του ξύνουν τις πατούσες οι γυναίκες. Εγώ του έμοιασα σε όλα, αλλά στο μόνο που διαφέρω είναι στο ότι κάθε φορά μετά το φαγητό ξύνω όχι τις πατούσες μου αλλά τη γλώσσα και το μυαλό. Μου αρέσει, του αμαρτωλού, να αερολογώ με χορτάτο στομάχι. Λοιπόν μου επιτρέπετε να φλυαρήσω μαζί σας;
-Παρακαλώ, -συγκατένευσε ο συνεπιβάτης
- Μετά από ένα καλό γεύμα μού είναι αρκετή και η πιο ασήμαντη αφορμή για να μπουν στο κεφάλι μου διαβολεμένες και βαριές σκέψεις. Για παράδειγμα, όταν πριν από λίγο ήμασταν στο μπουφέ είδαμε δύο νεαρούς και ακούσαμε πως ο ένας συνεχάρη τον άλλον λόγω της διασημότητάς του. «Σας συγχαίρω, είστε» είπε «ήδη μια διασημότητα και ξεκινάτε πλέον να κατακτήσετε την δόξα».
Προφανώς, επρόκειτο για ηθοποιούς ή νεοσσούς δημοσιογράφους. Αλλά τα θέμα μου δεν είναι αυτοί. Εμένα, κύριε, με απασχολεί τώρα το ερώτημα τι, ουσιαστικά, υπονοείται με τη λέξη δόξα ή διασημότητα; Πώς το βλέπετε εσείς; Ο Πούσκιν παρομοίαζε τη δόξα με φανταχτερό μπάλωμα σε κουρέλι, και όλοι καταλαβαίνουμε τι υπονοείται στην πουσκινική διάλεκτο, δηλαδή περισσότερο ή λιγότερο υποκειμενικά, αλλά κανείς ακόμη δεν έδωσε ξεκάθαρο, λογικό ορισμό σε αυτήν την λέξη. Θα πλήρωνα ακριβά για αυτόν τον ορισμό!
- Για ποιο λόγο τον έχετε ανάγκη;
- Καταλαβαίνετε ότι αν γνωρίζαμε τι είναι δόξα, θα ήταν γνωστοί και οι τρόποι κατάκτησής της, -είπε ο επιβάτης της πρώτης θέσης σκεφτικός. Πρέπει να λάβετε υπ’ όψη σας, κύριε, ότι όταν ήμουν νεώτερος, επεδίωξα με όλη μου την ψυχή την διασημότητα. Η φήμη ήταν για εμένα, ας πούμε, η τρέλα μου. Για δαύτη σπούδασα, εργάστηκα, τις νύχτες δεν κοιμόμουν, το ψωμί δεν το χόρτασα και η υγεία μου κλονίστηκε. Μου φαίνεται, όσο αμερόληπτα μπορώ να κρίνω, ότι είχα όλα τα φόντα για την απόκτησή της. Ας ξεκινήσω λέγοντάς σας ότι το επάγγελμά μου είναι μηχανικός. Μέχρι τώρα έχω κτίσει είκοσι υπέροχες γέφυρες στην χώρα, έχω κατασκευάσει το υδραυλικό δίκτυο σε τρεις πόλεις, εργάστηκα στη Ρωσία, στην Αγγλία, στο Βέλγιο… Δεύτερον, έγραψα πάμπολλα άρθρα πάνω στην ειδικότητά μου. Τρίτον, κύριέ μου, από τα παιδικά μου χρόνια είχα αδυναμία στην χημεία· ασχολούμενος στον ελεύθερο χρόνο μου με αυτήν την επιστήμη ανακάλυψα τρόπους πρόσληψης κάποιων οργανικών οξέων, έτσι ώστε το όνομά μου, θα το βρείτε σε όλα τα εγχειρίδια χημείας του εξωτερικού. Πάντα βρισκόμουν εν υπηρεσία, έφτασα μέχρι τον βαθμό του κρατικού συμβούλου και το βιβλιάριό μου είναι αλέκιαστο. Δεν πρόκειται να σας ενοχλήσω περαιτέρω εκθέτοντάς τις υπηρεσίες και τις εργασίες μου, θα σας πω μόνο, ότι έκανα πολύ περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον γνωστό. Και τι μ’ αυτό λοιπόν; Είμαι πια μεγάλος, ετοιμάζομαι να ψοφήσω, που λένε, και είμαι τόσο διάσημος όσο και αυτό το μαύρο σκυλί που τρέχει στο ανάχωμα.
- Πως το ξέρετε; Μπορεί να είστε και γνωστός.
-Χμ! … Ε, λοιπόν ας το δούμε αυτό τώρα… Πέστε μου, σας παρακαλώ, ακούσατε ποτέ το επίθετο Κρικουνώφ;
Ο απέναντι κοίταξε το ταβάνι, σκέφτηκε λίγο και χαμογέλασε.
- Όχι, δεν το άκουσα… - είπε.
- Είναι το επίθετό μου. Εσείς είστε ένας μορφωμένος και ηλικιωμένος άνθρωπος, και ούτε μια φορά δεν ακούσατε για εμένα –πειστική απόδειξη! Προφανώς, στην επιδίωξη της φήμης, δεν έπραξα σε καμιά περίπτωση ότι επιβάλλονταν. Δεν είχα υπ’ όψη μου τις κατάλληλες μεθόδους και επιθυμώντας να αρπάξω την δόξα γερά από την ουρά, προχώρησα όχι από την σωστή οδό.
- Και ποιες είναι οι κατάλληλες μέθοδοι;
- Ένας διάολος ξέρει! Πέστε μου, είναι το ταλέντο; Η μεγαλοφυΐα; Η σπανιότητα; Σε καμιά περίπτωση κύριέ μου… Παράλληλα, ζούσαν και έκαναν την καριέρα τους άνθρωποι κενοί, σε σχέση με εμένα, τιποτένιοι ακόμη και ελεεινοί. Εργάζονταν χίλιες φορές λιγότερο από εμένα, δεν προσπάθησαν για τίποτα, δεν τους διέκρινε κανένα ταλέντο και την φήμη δεν την επεδίωξαν, μα ρίχτε τους μια ματιά τώρα! Τα ονόματά τους γι’ αυτό και τ’ άλλο εμφανίζονται στις εφημερίδες και στις συνομιλίες! Αν δεν βαρεθήκατε ήδη να με ακούτε τότε θα σας το ξεκαθαρίσω με ένα παράδειγμα. Πριν από λίγα χρόνια κατασκεύαζα στην πόλη Κ. μια γέφυρα. Πρέπει να σας πω ότι στην πόλη Κ. η πλήξη ήταν αφόρητη. Αν δεν ήταν οι γυναίκες και τα χαρτιά νομίζω ότι θα μου σάλευε. Λοιπόν, παλιά ιστορία, ξέφευγα από την πλήξη χάρη σε μια τραγουδίστρια. Ένας θεός ξέρει γιατί όλοι ενθουσιάζονταν από αυτή την τραγουδίστρια, ενώ κατά την γνώμη μου ήταν –πώς να σας το πω– μια συνηθισμένη, χωρίς τίποτε το εξαιρετικό, από αυτές που υπάρχουν ουκ ολίγες. Η κοπελίτσα ήταν κενή, με καπρίτσια, λαίμαργη και επιπλέον ανόητη. Έτρωγε πολύ, έπινε πολύ και κοιμόταν μέχρι τις πέντε το απόγευμα –και μου φαίνεται τίποτα περισσότερο. Την θεωρούσαν κοκότα – ήταν η ειδικότητά της-, όταν ήθελαν να εκφραστούν για αυτήν με τρόπο λογοτεχνικό την αποκαλούσαν ηθοποιό και τραγουδίστρια. Παλιότερα ήμουν μανιώδης θεατρόφιλος και για αυτό τον λόγο με εκνεύριζε διαολεμένα αυτή η ψευτοϊδιότητα της ηθοποιού! Να ονομάζεται ηθοποιός ή ακόμη τραγουδίστρια η τραγουδιστριούλα μου δεν είχε το παραμικρό δικαίωμα. Ήταν ένα πλάσμα ατάλαντο, χωρίς συναίσθημα, θα μπορούσες ακόμη να πεις αξιολύπητο. Απ’ όσο μπορούσα να κρίνω τραγουδούσε απαίσια και όλη η γοητεία της «τέχνης» της επικεντρωνόταν στο ότι τίναζε το πόδι της όταν έπρεπε και δεν αισθανόταν αμηχανία όταν έμπαιναν στο καμαρίνι της.  Επέλεγε κωμειδύλλια, συνήθως μεταφρασμένα, με τραγούδι, και τέτοιου είδους που μπορούσε να κορδώνεται με εφαρμοστά αντρικά κοστούμια. Με μια λέξη –άστα!
Λοιπόν ζητώ την προσοχή σας. Σαν τώρα θυμάμαι. Αυτό συνέβη στο πανηγυρικό άνοιγμα της κυκλοφορίας στην, μόλις τελειωμένη, γέφυρα. Έγινε δοξολογία, λόγοι, τηλεγραφήματα και τα σχετικά. Εγώ ξέρετε τραβιόμουν γύρω από το «παιδί» μου και φοβόμουν, η καρδιά μου ήταν έτοιμη να σπάσει από την αγωνία του δημιουργού. Η ιστορία είναι παλιά και η σεμνοτυφία είναι περιττή, γι’ αυτό θα σας πω λοιπόν ότι η οικοδόμηση της γέφυράς μου είχε πετύχει απόλυτα! Δεν ήταν γέφυρα, ήταν ένας πίνακας, μια αποθέωση! 
Και συγχωρέστε με, αλλά πώς να μην αγωνιώ όταν στα εγκαίνια είχε έρθει όλη η πόλη; «Λοιπόν –σκεφτόμουν- τώρα το πλήθος θα στρέψει τα μάτια του σε εμένα. Που να κρυφτώ;». Ματαίως όμως, κύριέ μου ανησυχούσα και ιδού! Σε μένα εκτός από τους επίσημους κανείς δεν έδωσε την παραμικρή προσοχή. Στέκεται αυτό το πλήθος στην όχθη, κοιτούν σαν τα πρόβατα την γέφυρα, και μέχρι εκεί. Το ποιος έκτισε αυτήν την γέφυρα δεν τους ένοιαζε καθόλου. Και ο διάολος να τους πάρει από εκείνη την στιγμή, πρέπει να πω ότι μίσησα αυτόν τον τιποτένιο όχλο. Όμως, ας συνεχίζουμε. Ξάφνου το πλήθος αναστατώθηκε: ψου-ψου-ψου… παντού χαμόγελα, ώμοι σκουντιόνταν. Εμένα πρέπει να  είδαν σκέφτηκα κι εγώ . Αμ πως, κράτα την όρεξή σου! Κοιτάζω, η τραγουδιστριούλα μου άνοιγε δρόμο ανάμεσα στο πλήθος, και στο κατόπι της ένα τσούρμο από κοπρίτες. Προς την πομπή αυτή με σπουδή ρίχνονται τα βλέμματα του πλήθους. Έγινε σούσουρο και χιλιάδες στόματα που ψιθύριζαν: «Είναι αυτή… Γοητευτική! Μαγευτική!» Κάπου εδώ με αντιλήφθηκαν και εμένα δυό μυξιάρικα –πρέπει να ήταν ντόπιοι λάτρες της θεατρικής τέχνης- μου έριξαν μια ματιά, αλληλοκοιτάχτηκαν και ψιθύρισαν : «Είναι ο φίλος της!». Λοιπόν πως σας φαίνεται αυτό; Δίπλα μου ένας ασήμαντος τύπος με ψηλό καπέλο, με ημερών αξύριστο μούτρο, που για ώρα στεκόταν ανήσυχος, γυρνά και μου λέει:
«Γνωρίζετε ποια είναι αυτή η κυρία που περπατά στην όχθη; Είναι αυτή και αυτή… Η φωνή της δεν αντέχει σε καμία κριτική αλλά αυτή την εκμεταλλεύεται τέλεια!»
«Μπορείτε να μου πείτε» -ρωτάω και εγώ τον τύπο –«ποιος έκτισε αυτή την γέφυρα;». «Πραγματικά δεν ξέρω! Κάποιος μηχανικός!», ήταν η απάντησή του. «Και ποιος έκτισε στην Κ. σας την μητρόπολη;». «Και αυτό δεν μπορώ να σας το πω». Στην συνέχεια, τον ρώτησα ποιος θεωρείται στην Κ. ο καλύτερος εκπαιδευτικός, ο καλύτερος αρχιτέκτονας, και σε όλες μου τις ερωτήσεις ο άνθρωπος αυτός είχε άγνοια. «Και δεν μου λέτε παρακαλώ -ρωτάω στο τέλος- με ποιόν ζει αυτή η τραγουδίστρια;». «Με κάποιον μηχανικό Κρικουνώφ».
Λοιπόν κύριέ μου τι έχετε να πείτε; Αλλά έχει και συνέχεια… Άλλοι τρόποι για την φήμη δεν υπάρχουν πια και η δημοσιότητα επιτυγχάνεται μόνο από τις εφημερίδες. Την επόμενη ημέρα, από τον αγιασμό της γέφυρας, με λαιμαργία αρπάζω την τοπική εφημερίδα και ψάχνω γι’ αυτό που περιμένω Για ώρα διατρέχω με τα μάτια τις τέσσερις σελίδες της και στο τέλος –νάτο! Ζήτω! Αρχίζω να διαβάζω : «Εχθές, με υπέροχο καιρό και με τεράστια συρροή λαού καθώς και με την παρουσία της εξοχότης του, τον επικεφαλής του Κυβερνείου, κύριον τάδε και των υπολοίπων εξουσιών, πραγματοποιήθηκε ο αγιασμός της άρτι αποπερατωθείσης γέφυρας κ.λπ. κ.λπ.». Στο τέλος : «Στον αγιασμό, λάμποντας από ομορφιά, παρευρέθηκε, μεταξύ άλλων, η αγαπημένη του κοινού της Κ., ταλαντούχος καλλιτέχνης μας τάδε. Εξυπακούεται ότι η παρουσία της προξένησε αίσθηση. Η σταρ ήταν ντυμένη με…κ.λπ. κ.λπ.»Για μένα δεν υπήρχε ούτε λέξη! Έστω μισή κουβέντα! Θα πείτε ψιλοπράγματα, κι όμως, πιστέψτε με, έκλαψα από θυμό!
Ηρέμησα λίγο με την σκέψη ότι πρόκειται για μια ανόητη επαρχία, από εδώ δεν μπορείς να απαιτείς πολλά, για την φήμη πρέπει να πας στα πνευματικά κέντρα, στις πρωτεύουσες. Μάλιστα, εκείνη την εποχή στην Πετρούπολη βρισκόταν μια εργασία μου, που την είχα υποβάλει σε ένα διαγωνισμό. Πλησίαζε τότε η ημερομηνία του διαγωνισμού. Αποχαιρέτησα την Κ. και πήγα στην Πετρούπολη Από την Κ. έως την Πετρούπολη ο δρόμος είναι μακρύς, και να, για να μην πλήττω πήρα ξεχωριστό κουπέ και …βέβαια και την τραγουδιστριούλα. Ταξιδεύαμε και σε όλη την διαδρομή τρώγαμε, πίναμε σαμπάνια και τραλαλά τραλαλό! Αλλά να που φτάνουμε και στο «πνευματικό κέντρο». Έφτασα την ίδια ημέρα του διαγωνισμού και είχα κύριε την ικανοποίηση να γιορτάσω τη νίκη μου! Η εργασία μου κρίθηκε άξια να πάρει το πρώτο βραβείο. Ζήτω! Την επόμενη ημέρα πηγαίνω στη λεωφόρο Νιέφσκι και αγοράζω, για εφτά ρούβλια, διάφορες εφημερίδες. Τρέχω πίσω στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ξαπλώνω στο ντιβάνι, και υπερνικώντας την τρεμούλα της αγωνίας, βιάζομαι να διαβάσω. Διατρέχω την μια εφημερίδα –τίποτα! Κοιτάζω την δεύτερη –όχι Θεέ μου! Στο τέλος, στην τέταρτη, συναντάω την εξής είδηση: «Εχθές με την ταχεία αφίχθη εις την Πετρούπολη η γνωστή καλλιτέχνις από την επαρχία τάδε. Με ικανοποίηση διαπιστώνουμε ότι το νότιο κλίμα επέδρασε ευεργετικά στην γνώριμή μας, στο υπέροχο θεατρικό παρουσιαστικό της..» και δεν θυμάμαι τι άλλο στην συνέχεια! Πολύ πιο χαμηλά στην σελίδα, με τα πιο μικρά στοιχεία είχε τυπωθεί: «Εχθές στον τάδε διαγωνισμό το πρώτο βραβείο κέρδισε ο δείνα μηχανικός». Μόνο! Και επιπλέον είχαν διαστρεβλώσει και το επίθετό μου: αντί για Κρικουνώφ έγραφαν Κιρκουνώφ. Ορίστε και το πνευματικό κέντρο. Αλλά αυτό δεν ήταν όλο… Όταν ύστερα από ένα μήνα έφυγα από την Πετρούπολη, όλες οι εφημερίδες συναγωνίζονταν να σχολιάσουν την «ασύγκριτη, θεϊκή και ταλαντούχα μας» και την φιλενάδα μου την προσαγόρευαν όχι πια με το επίθετο αλλά με το όνομα απλώς και το πατρώνυμο…
Έπειτα από μερικά χρόνια ήμουν στην Μόσχα. Με είχε καλέσει εκεί με χειρόγραφη επιστολή ο ίδιος ο δήμαρχος, για ένα έργο που η Μόσχα με τις εφημερίδες της φωνάζουν για πάνω από 100 χρόνια. Στον ελεύθερο χρόνο, που έβρισκα ανάμεσα στην εργασία μου, έδωσα πέντε δημόσιες διαλέξεις, σε ένα μουσείο, για φιλανθρωπικό σκοπό. Μου φαίνεται ότι είναι υπεραρκετά για να γίνει γνωστός στην πόλη έστω για τρεις ημέρες, έτσι δεν είναι; Αλλά αλίμονο! Για μένα δεν έγινε κουβέντα σε καμιά εφημερίδα της Μόσχας. Για πυρκαγιές, για την οπερέτα, για κοιμισμένους σε δημόσιο χώρο, για μεθυσμένους εμπόρους –για όλα γράφουν, αλλά για την δουλειά μου, το σχέδιο, τις διαλέξεις τσιμουδιά. Να το εκλεκτό κοινό της Μόσχας! Πηγαίνω με την ιππάμαξα… Το βαγόνι ήταν φίσκα: εδώ και κυρίες και στρατιωτικοί και φοιτητές και σπουδαστές –κάθε ζωντανό σε ζεύγος.
-«Ακούστηκε, ότι η Δούμα κάλεσε μηχανικό για κείνη την δουλειά!» – λέω στον διπλανό μου, τόσο δυνατά ώστε να ακουστεί σε όλο το βαγόνι –«Μήπως γνωρίζετε πως είναι το επίθετο αυτού του μηχανικού;»
Ο διπλανός κούνησε το κεφάλι δηλώνοντας άγνοια. Οι υπόλοιποι με κοίταξαν στα πεταχτά και στα βλέμματα όλων διάβασα : «δεν γνωρίζω».
-«Κάποιος, λένε, δίνει διαλέξεις στο τάδε μουσείο!!» κολλάω και εγώ στο κόσμο, επιθυμώντας να ανοίξω κουβέντα –«Λένε, έχει ενδιαφέρον!». Κανείς δεν έγνεψε καν το κεφάλι. Προφανώς, δεν άκουσαν όλοι για τις διαλέξεις, αλλά οι κυρίες δεν ήξεραν ούτε για την ύπαρξη του μουσείου. Όμως δεν σταματά εδώ η ιστορία αλλά, φανταστείτε κύριε, όλοι αναπηδούν ξαφνικά και σκύβουν στα παράθυρα, «τι συμβαίνει ; τι γίνεται;».
Κοιτάξτε, κοιτάξτε! Με σκούνταγε ο διπλανός μου «βλέπετε αυτόν τον μελαχρινό που κάθεται στην άμαξα; Είναι ο φημισμένος δρομέας Κινγκ!». Και όλο το βαγόνι, με χαρά, άρχισε να μιλά για τους αγώνες δρόμους, που απασχολούσαν τότε τα μοσχοβίτικα μυαλά.
Θα μπορούσα να σας παραθέσω πολλά παραδείγματα, αλλά νομίζω ότι φτάνουν αυτά. Τώρα, υποθέτοντας ότι εγώ σε σχέση με μένα πλανιέμαι, διότι είμαι καυχησιάρης και ανίκανος θα μπορούσα να σας υποδείξω πλήθος από σύγχρονούς μας ανθρώπους που διακρίθηκαν για το ταλέντο και την εργατικότητά τους, αλλά πέθαναν αφανείς. Όλοι αυτοί οι Ρώσοι θαλασσοπόροι, χημικοί, φυσικοί, μηχανικοί, γνώστες της αγροτικής οικονομίας είναι δημοφιλείς; Είναι γνωστοί άραγε στην μορφωμένη μας μάζα οι Ρώσοι ζωγράφοι, γλύπτες, λογοτέχνες; Ο άλλος, λογοτεχνικό σκυλί, εργατικό και ταλαντούχο, τριάντα τρία χρόνια χτυπά τις πόρτες της σύνταξης των εφημερίδων, μουτζουρώνοντας, ένας διάολος ξέρει, πόσο χαρτί, είκοσι φορές να έχει δικαστεί για δυσφήμηση και εντούτοις δεν πάει πέρα από την μυρμηγκοφωλιά του! Ονομάστε μου έστω έναν κορυφαίο της λογοτεχνίας μας, ο οποίος έγινε γνωστός πριν να απλωθεί στη γη η δόξα του, όταν σκοτώθηκε σε μονομαχία, τρελάθηκε, εξορίστηκε ή μαθεύτηκε ότι παίζει βρώμικα στα χαρτιά!
Ο επιβάτης της πρώτης θέσης παρασύρθηκε σε τέτοιο βαθμό που άφησε να του πέσει από το στόμα το πούρο και ανασηκώθηκε. Και συνέχισε με σκληρό τόνο «και παράλληλα με αυτούς τους ανθρώπους θα σας φέρω για παράδειγμα εκατοντάδες άλλους, κάθε είδους τραγουδίστριες, ακροβάτες και γελωτοποιούς γνωστούς ακόμη και στα βρέφη. Μάλιστα!».
Η πόρτα έτριξε, φύσηξε το ρεύμα, και στο βαγόνι μπήκε ένα άτομο με συνοφρυωμένη όψη, με φράκο, ψηλό καπέλο και μπλε γυαλιά. Η προσωπικότητα εξέτασε το μέρος, κατσούφιασε και προχώρησε παραπέρα. Ξέρετε ποιος είναι αυτός ακούστηκε ένα δειλό ψιθύρισμα από την μακρινή γωνία του βαγονιού. Είναι ο Ν.Ν., ο διάσημος πιανίστας της Τούλα, που δικάστηκε για την υπόθεση της τράπεζας Υ…
- Ορίστε! γέλασε ο επιβάτης της πρώτης θέσης. Τον απατεώνα από την Τούλα τον γνωρίζει, αλλά ρωτήστε τον, γνωρίζει άραγε τον Σεμιράντσκι, τον Τσαϊκόφσκι ή τον φιλόσοφο Σολοβιώφ, θα σας κουνά την κούτρα του… Αισχρότητα!
Πέρασαν τρία λεπτά σιωπής
- Συγχωρέστε με να σας ρωτήσω με την σειρά μου, έβηξε δειλά ο απέναντι, σας είναι γνωστό το όνομα Πουσκώφ… - Όχι δεν το γνωρίζω!
- Είναι το επίθετό μου… μουρμούρισε κάπως προβληματισμένα ο απέναντι. Ώστε δεν το γνωρίζετε. Όμως είμαι τριάντα πέντε χρόνια καθηγητής σε ένα από τα ρωσικά πανεπιστήμια… μέλος της Ακαδημίας Επιστημών …επανειλημμένα έχουν τυπωθεί οι εργασίες μου…
Ο επιβάτης της πρώτης θέσης και ο απέναντι αντάλλαξαν ματιές και άρχισαν να γελούν.

1886

Μετάφραση Σωτήρης Δημόπουλος

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ», τεύχος 5,Φεβρουάριος – Ιανουάριος 2001

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου