Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Η σοβιετική πολιτική στα Βαλκάνια την περίοδο 1939-1941


Τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου στην ευρωπαϊκή διπλωματική σκηνή, το έργο είχε έναν πρωταγωνιστή: τη ναζιστική Γερμανία. Τα υπόλοιπα κράτη καθόριζαν την πολιτική τους σύμφωνα με τις κινήσεις του Βερολίνου.
Οι αποφάσεις τους ήταν προϊόν είτε αγχωτικής απόπειρας για την αποφυγή του πολέμου είτε επιθυμίας για συμμετοχή στην επερχόμενη λεία, στο πλευρό της Γερμανίας.
Για τη, καθημαγμένη από τις σταλινικές διώξεις, Σοβιετική Ένωση η απειλή μιας πιθανής ναζιστικής εισβολής είχε γίνει άμεσα ορατή. Οι δυτικές δημοκρατίες, περιδεείς μπροστά στην ισχυροποίηση της γερμανικής στρατιωτικής μηχανής, προσδοκούσαν την αλληλοεξόντωση των δύο ολοκληρωτισμών. Οι υποχωρήσεις τους, στο κλίμα του ντεφαιτισμού, όπως εκδηλώθηκε και με τη συμφωνία του Μονάχου, εντέλει αποθράσυναν τον Χίτλερ.
Οι εξελίξεις αυτές επηρέαζαν άμεσα και τα Βαλκάνια. Για την ΕΣΣΔ ο όγκος των Βαλκανίων ήταν ιδιαίτερα κρίσιμος για την ασφάλειά της. Έτσι ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της ΕΣΣΔ, Ποτέμκιν, θα περιοδεύσει το 1939 σε χώρες των βαλκανικής χερσονήσου προωθώντας ένα σχέδιο αντι-γερμανικού μετώπου. Η πρωτοβουλία αυτή θα έμενε, όμως, μετέωρη. Την περίοδο αυτή, ο επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής Λιτβίνωφ θα έδινε τη θέση του στον Μολότωφ, δείγμα της επερχόμενης αλλαγής προσανατολισμού που προετοίμαζε ο Στάλιν. Αρχικώς, βέβαια, ο Μολότωφ αποπειράθηκε μια τελευταία προσπάθεια δημιουργίας με την Αγγλία και τη Γαλλία ενός διχτύου προστασίας, σε περίπτωση επίθεσης, το οποίο θα περιελάμβανε μια σειρά αδύναμων χωρών. Ανάμεσά τους ήταν η Ρουμανία, η Τουρκία, η Ελλάδα και τα κράτη της Βαλτικής. Τα τελευταία αντέδρασαν έντονα σε μια ανάλογη προοπτική, διότι διείδαν στις προθέσεις της Μόσχας την πιθανότητα προσάρτησής τους από το σοβιετικό γίγαντα. Και το σχέδιο αυτό ναυάγησε. Ως εκ τούτου, και κατανοώντας τις μύχιες σκέψεις της Δύσης, ο Στάλιν αποφάσισε να προχωρήσει τάχιστα σε συμφωνία με τη Γερμανία. 
Τα νέα από το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, στις 24 Αυγούστου 1939, πάγωσαν όλο τον κόσμο. Ως γνωστόν, το γεγονός αυτό επηρέασε καθοριστικά την έναρξη του πολέμου, δυνάμει και του μυστικού παραρτήματος, που επέτρεψε μεταξύ άλλων το διαμελισμό της Πολωνίας. Αυτό που είναι, ίσως, λιγότερο γνωστό αφορά στην αναφορά στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών όπως αναφέρει ο Αν. Ζαπάντης στο βιβλίο του «Ελληνο-σοβιετικές σχέσεις 1917-1941», ο Στάλιν ρώτησε τον Ρίμπεντροπ για τις προθέσεις της Ιταλίας έναντι της Ελλάδας και ο τελευταίος του απήντησε ότι η «Αλβανία (η Ιταλία την κατείχε από τον Απρίλιο 1939) είχε σημασία για την Ιταλία για στρατηγικούς λόγους. Επιπλέον, ο Μουσολίνι ήταν ένας ισχυρός ανήρ που δεν μπορούσε να εκφοβισθεί». Από τα λεγόμενα του Ρίμπεντροπ γινόταν φανερό ότι η ιταλική επίθεση στην Ελλάδα ήταν δεδομένη και θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από τη Μόσχα, όταν αυτή εκδηλωθεί.
Εν τω μεταξύ ο Μεταξάς αντιλήφθηκε την κρισιμότητα της κατάστασης, Την ημέρα της αναγγελίας του συμφώνου διέταξε μερική δοκιμαστική επιστράτευση. Οι εξελίξεις θα τον δικαιώσουν. Το επόμενο διάστημα, η σοβιετική παρουσία έγινε πιο έντονη στο βαλκανικό χώρο. Ως επίκεντρό της θα επιλεχθεί η Βουλγαρία. Η πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης στη Σόφια αναβαθμίστηκε εντυπωσιακά, ενώ αυτή της Αθήνας θα έμενε, για πρώτη φορά, με έναν απλό επιτετραμμένο, χωρίς πρεσβευτή. Στην Αθήνα, το χειμώνα του 1939-1940, θα ξεσπάσει ένα κύμα αγανάκτησης για τον φινο-σοβιετικό πόλεμο, ενώ δημοσιεύονταν πύρινα άρθρα που εξήραν τον ηρωισμό των Φινλανδών.
Στην ελληνική διπλωματία ήταν διάχυτος πλέον ο φόβος για σοβιετική επέλαση στο βαλκανικό χώρο. Η λαβή δινόταν και από μια ανησυχητική σύσφιξη των ιταλο-σοβιετικών σχέσεων, που έτειναν σε έναν ιδιότυπο άξονα ελέγχου της βαλκανικής χερσονήσου και, εν γένει, της Ανατολικής Μεσογείου.
Στις 25 Ιουνίου 1940, ο Μολότωφ ενεχείρισε μια διακοίνωση στον Ιταλό πρέσβη στη Μόσχα, στην οποία αναφερόταν: «…με τη Βουλγαρία η ΕΣΣΔ έχει τις καλές σχέσεις ενός καλού γείτονα. Υπάρχει βάση για να γίνουν στενότερες. Οι διεκδικήσεις της Βουλγαρίας έναντι της Ρουμανίας και της Ελλάδος έχουν έγκυρη θέση […] Όσον αφορά την Μεσόγειο, η ΕΣΣΔ θεωρεί ότι είναι απολύτως δίκαιον η Ιταλία να έχει την προεξάρχουσα θέση στην θάλασσαν αυτήν. Επ’ αυτού η ΕΣΣΔ ελπίζει ότι η Ιταλία θα αναγνωρίσει τα δικαιώματα της ΕΣΣΔ ως μείζονος δυνάμεως στη Μαύρη θάλασσα».
Η προσάρτηση της Μπουκοβίνας και της Βεσσαραβίας, αλλά και η αναζωπύρωση των βουλγαρικών διεκδικήσεων επί της Μακεδονίας θα έδιναν τροφή στα σενάρια της σοβιετικής καθόδου. Τη συγκατάθεσή τους σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο φρόντισαν να δώσουν και οι Βούλγαροι κομμουνιστές και το προπαγάνδιζαν ανοιχτά, ενώ η Κομιντέρν κατηγορούσε τον Μεταξά πως ακολουθούσε φιλοβρετανική πολιτική. 
Στη διαδικασία αυτή μοιράσματος του βαλκανικού χώρου θα έβαζε τέλος το Βερολίνο. Ο Χίτλερ δεν είχε πλέον ανάγκη τη συμμαχία της Μόσχας αλλά, αντιθέτως, αποκάλυπτε σταδιακά τα σχέδιά του για την επιχείρησή του στην απέραντη χώρα των σοβιέτ. Το τριμερές σύμφωνο Γερμανίας-Ιταλίας-Ιαπωνίας συνιστούσε, πλέον, για την ΕΣΣΔ απειλή ενός διμέτωπου πολέμου. Βέβαια, ακόμη και μετά από αυτό, η Μόσχα δεν βιάστηκε να άλλαξε στάση–ελπίζοντας προφανώς ότι, τελικώς, οι Γερμανοί δεν θα τολμούσαν να επιτεθούν.
Έτσι, όταν εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση στην Ελλάδα ο σοβιετικός Τύπος αντιμετώπιζε τα γεγονότα με «ουδετερότητα». Στις σελίδες των σοβιετικών εφημερίδων δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου αναφορές για τον ηρωισμό που επεδείκνυε ο ελληνικός στρατός στη φασιστική εισβολή. Όχι τυχαία, λοιπόν, ο Γερμανός αρχηγός του στόλου ναύαρχος Ρέντερ σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Η στάση της Ρωσίας, όσον αφορά την ιταλο-ελληνική σύγκρουση δεν δημιουργεί κανέναν στοιχείο ανησυχίας. Η Ρωσία θα εξακολουθήσει να αποτελεί τη μετόπισθεν προστασία του ευρωπαϊκού μπλοκ». 
Η πολιτική της Μόσχας θα αλλάξει εκ των πραγμάτων, όταν θα υποστεί τη γερμανική επίθεση τον Ιούνιο του 1941, η οποία, ωστόσο, θα έχει καθυστερήσει εξαιτίας και της γενναίας στάσης της Ελλάδος απέναντι στις δυνάμεις του άξονος.
  

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Βραδυνή», 26.10 2003

ΕΛΛΗΝΟ-ΣΟΒΙΕΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ 1917-1941

Το εξαιρετικό βιβλίο του Ανδρέα Ζαπάντη «Ελληνο-σοβιετικές σχέσεις 1917-1941», κυκλοφόρησε το 1989 από τις εκδόσεις «Εστία», σε μετάφραση του Άγγελου Βλάχου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου