Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Ο θρήνος του παιδομαζώματος στην Κριμαία

ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ
Το πρόβλημα της αντικειμενικότητας της Ιστορίας είναι εξαιρετικά σύνθετο. Η διαμορφωμένη ιδεολογική οπτική του ιστορικού επηρεάζει την αφήγηση και την ερμηνεία των γεγονότων. Ως δικλείδες αντικειμενικότητας, όμως, τίθενται τα αυστηρά επιστημονικά κριτήρια καθώς και η ηθική του ιστορικού να μην ψεύδεται, αλλοιώνει ή αποσιωπά τα εν γνώσει του στοιχεία με σκοπό την επιβολή της άποψής του.
Η ορθή καταγραφή του ιστορικού πλαισίου σχετίζεται πρωτίστως με τις πηγές των οποίων κάνει χρήση ο ερευνητής. Για παράδειγμα είναι αδύνατον να κατανοηθεί έστω και στοιχειωδώς η κοινωνική και πολιτισμική κατάσταση των Ελλήνων κατά την τουρκοκρατία χωρίς την αναφορά στη λαϊκή παράδοση και κυρίως τα δημοτικά τραγούδια του. Όπως αναφέρει και ο Νικόλαος Πολίτης «τα δε τραγούδια εγκατοπτρίζουν πιστώς και τελείως τον βίον και τα ήθη, τα συναισθήματα και την διανόησιν του ελληνικού λαού και εξωραΐζοντα δια του ποιητικού διακόσμου αναζωπυρούν τας αναμνήσεις των εθνικών περιπετειών» (« Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού»).
Η προσέγγιση για παράδειγμα του φαινομένου του παιδομαζώματος από το Οθωμανικό κράτος είναι ιδιαίτερα παραπλανητική όταν αναφέρεται στο νέο βιβλίο της Στ΄ Δημοτικού, απλώς ως «στρατολόγηση των παιδιών των χριστιανών από τους Οθωμανούς» ή και σαν ευκαιρία κοινωνικής ανέλιξης. Η δημώδης παράδοση αντιθέτως δεν έχει διασώσει στην συλλογική μνήμη το φαινόμενο ως τέτοιο, αλλά ως αιτία σπαραγμού.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός τραγουδιού-θρήνου που διεσώθη σε μια εσχατιά του ελληνικού κόσμου, στην χερσόνησο της Κριμαίας, ως ανάμνηση του παιδομαζώματος (και πιθανώς είναι η πρώτη φορά που αποδίδεται στα νέα ελληνικά και δημοσιεύεται στην Ελλάδα). Το τραγούδι το παραθέτει ο Ιβάν Ντζούχα στο βιβλίο του «Η Οδύσσεια των Ελλήνων της Μαριούπολης» (στα ρωσικά, Vologda Ουκρανίας 1993), και αναφέρει ότι το άκουσε σε μαγνητοφωνημένη εγγραφή από την μητέρα του Έλληνα ποιητή της Αζοφικής Αντόν Σαπούρμα το πρώτο μισό του 20ού αι. (οι Έλληνες της Αζοφικής είναι οι απόγονοι των Ελλήνων που μετοίκησαν στην περιοχή από την Κριμαία το 1778). Να σημειώσουμε ότι η Κριμαία ως ταταρικό χανάτο από το 1461-1784, που ενσωματώθηκε στην ρωσική αυτοκρατορία, ήταν υποτελές στην Πύλη.
Το τραγούδι στο βιβλίο του Ντζούχα είναι γραμμένο με κυριλλική γραφή. Εδώ γίνεται μια απόπειρα να μεταφερθεί στην ελληνική γραφή με σκοπό να καταδειχθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η συγγένεια της διαλέκτου με την ελληνική γλώσσα αλλά και η κοινή θεματολογία του τραγουδιού με τα αντίστοιχα όλου του χριστιανικού χώρου που βρέθηκε υπό την οθωμανική εξουσία. Επίσης επιχειρείται και η απόδοσή του στη νέα ελληνική με την βοήθεια και της ρωσικής μετάφρασης του συγγραφέα.
Τι κάτισας αρχόντι πούλια,                  Τι κάθεστε, αρχοντόπουλα,
Τι βιγλίζιτι!                                              τι κοιτάτε!
Δράκοντας ίρτιν στου περιβόλι            Δράκοντας ήλθε στην περιοχή
Κι σουρέβ πουλίτσα.                               και μαζεύει αγόρια.
Δράκοντας εν μπουγιούκ-μπασίς,        Και αυτός ο δράκος είναι ο Μπουγιούκ πασάς,   
Άγρους κι μουσουρμάνους.                    άγριος και μουσουλμάνος.
Εχτ του μέγα του φιρμάνι                     Έχει φιρμάνι μέγα
Μιν του σφράν…                                      με τη σφραγίδα
Προστάζι κι σουρέβι                                Προστάζει και μαζεύει
Σουρέβι αρχόντι πουλιά.                       μαζεύει τα αρχοντόπουλα.
Σαράντα πούλιτσα σόριπσιν!                Σαράντα παιδάκια μάζεψε!
Τούτου του καλουσίν εκάμιντου          Αυτό είναι το καλό που μας έκανε
Εκάμιντου Ασσάν-μιρζάς.                    ο Ασσάν μιρζάς.
Τώρα σσέριτι κι πουρπατί-                   Τώρα χαίρεται και περπατά
Να το σον σαράντα τσάλα,                   να μαζέψει σκέφτεται σαράντα ακόμη.
Τα σαράντα εβγαλάντα-                        Τα σαράντα αγόρια βγάλανε
Πιγάντα στου καράβι.                            τα στείλανε στο καράβι.
Για να τουν πάγουν στην Μπόλι            Για να τα στείλουν στην Πόλη
Για νατσ’ τουρκέβουν.                           για να τα τουρκέψουν.
Σαράντα μανίτσις-μάνις                         Σαράντα μανούλες-μάνες
Κλαίγουν κι μουργουλίζουν                  κλαίνε και οδύρονται
Κι στεκιμού δεν πέρουν.                         και σταματημό δεν έχουν.
Κλαίγουν κι τα πουλίτσατουν!              Κλαίνε και τα παιδάκια τους!
Κι άντα τρομάκσιν κι                              Και σαν έτριξε να
Δάβιν του καράβι                                     ξεκινήσει το καράβι
Τράντα μάνις φουρτσιχτάν                    τριάντα μάνες φουρκίστηκαν
Κι δέκα μασεριάχταν!                           και δέκα μαχαιρωθήκαν!

Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Αντίβαρο", 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου