Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

Εκτός ελέγχου η Τουρκία- Τα σημάδια ότι ο Ερντογάν δεν θα τελειώσει ομαλά


Λ. ΚΑΛΑΡΡΥΤΗΣ - ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Στη συζήτηση μας (22-20-2021) ο Δρ. Κοινωνιολογίας τονίζει ότι η Τουρκία έχει περάσει πλέον σε ανεξέλεγκτη κατάσταση και ακόμα περισσότερο ο ίδιος ο Ερντογάν ο οποίος παρασυρμένος από τις επί μακρόν επιτυχίες του έχει χάσει το μέτρο ανοίγοντας μέτωπα παντού και με τους πάντες.
Ο κ. Δημόπουλος εκτιμά ότι η κατάσταση δεν θα τελειώσει ομαλά, κάτι που φαίνεται από τις κινήσεις παροξυσμού του Ερντογάν ο οποίος ανοίγει μέτωπα αδιακρίτως, προκαλώντας αντι-συσπειρώσεις αλλά και αδυνατώντας να διακρίνει πότε περνά κόκινες γραμμές ακόμα και δυνάμεων όπως οι ΗΠΑ.
Ο εκνευρισμός του Τούρκου Προέδρου από εξελίξεις που οδηγούν είτε σε απώλεια ερεισμάτων, όπως η αποχώρηση της Άγκελα Μέρκελ, είτε σε αναβάθμιση της Ελλάδας και σύμπηξη συνεργασιών ή και συμμαχιών ανταγωνιστικών προς την Τουρκία επιτείνει την κατάσταση και τον οδηγεί σε ακόμα πιο επιθετική πολιτική ανατροφοδοτώντας τις ανταγωνιστικές συνεννοήσεις και τον φαύλο κύκλο.
Την ίδια ώρα η αντιπολίτευση στο εσωτερικό ανησυχεί για το ενδεχόμενο ο Ερντογάν να επιλέξει ακόμα και αιματοκύλισμα στο εσωτερικό, προκειμένου να μην παραδώσει την εξουσία. 




Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

100 χρόνια από τη συνθήκη του Καρς μεταξύ των κρατών της Υπερκαυκασίας και των Τούρκων (13.10 1921).

Μεταφράσαμε το εκτενές κείμενο του Ρώσου στρατιωτικού αναλυτή και ιστορικού Γ. Κρούτικοφ σχετικά με την συνθήκη του Καρς το 1921, γιατί έχει οπωσδήποτε μια ιδιαίτερη σημασία για τον Έλληνα αναγνώστη. 

Αν και ο συγγραφέας προβάλλει, εύλογα, μια ρωσική ματιά στα γεγονότα, εντούτοις, περιγράφει με ενάργεια την σύνθετη κατάσταση που επικρατεί στην Ανατολία και στην Υπερκαυκασία, όπου απειλήθηκε η ίδια η ύπαρξη των Αρμενίων, καθώς διεξάγεται ταυτόχρονα η ελληνική Μικρασιατική Εκστρατεία. Κατά συνέπεια τα όσα συμβαίνουν εκεί έχουν άμεση συνέπεια στο ελληνικό μέτωπο. Επίσης, αφορούν άμεσα και την κατάσταση στον Πόντο, όπου διαβιούν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες. 

Επιπλέον, αναδεικνύεται ακόμη μια φορά η σημασία της σοβιετικής βοήθειας στους κεμαλιστές, τόσο σε στρατιωτικό υλικό, χρηματική ενίσχυση και στρατιωτικούς συμβούλους, όσο και με το κλείσιμο του ανατολικού μετώπου για τον Κεμάλ. 

Αυτό που ίσως για πρώτη φορά επισημαίνεται, όμως, είναι η, πιθανή, εσωτερική διαφωνία που εκδηλώθηκε στην ηγεσία των μπολσεβίκων για τους όρους της συμφωνίας με τους Τούρκους. Ενώ οι Λένιν και Τρότσκι αποδέχονται τα τουρκικά αιτήματα με σχετική ευκολία, οι Στάλιν και Ορτονικίντζε διαφωνούν, θεωρώντας ότι τα «σοβιετο»-τουρκικά σύνορα θα έπρεπε να ήταν τα ρωσο-οθωμανικά του 1878. Ως απόδειξη των διαθέσεων του Στάλιν και της ομάδας που τον στήριζε, ο Κρούτικοφ παραθέτει τις εντατικές στρατιωτικές προετοιμασίες της Σοβιετικής Ένωσης ήδη από το 1944 με σκοπό την εισβολή στην Τουρκία και την απαίτηση της Μόσχας να αποκτήσει στρατιωτική βάση στην Κωνσταντινούπολη και τα εδάφη του Καρς, του Αρνταχάν, του Αραράτ, και της Τραπεζούντας! Μια προσπάθεια που αποτέλεσε την θρυαλλίδα για την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου. 

 

Σ.Δ.

 

του Yevgeniy Krutikov

 

 

Πριν από εκατό χρόνια, στις 13 Οκτωβρίου 1921, υπογράφηκε η λεγόμενη Συνθήκη του Καρς. Οι τρεις υπερκαυκάσιες δημοκρατίες (Σοβιετική Γεωργία, Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν) από τη μία και η Τουρκία από την άλλη συνήψαν ειρήνη, και συμφώνησαν σε αιώνια φιλία. Αυτό το έγγραφο εξασφάλισε σημαντικά εδάφη για την Τουρκία - αλλά επίσης διατήρησε την Αρμενία ως τέτοια και διέσωσε ολόκληρο τον Αρμενικό λαό. Πώς έγινε αυτό?

 

Αυστηρά μιλώντας, η Συνθήκη του Καρς δεν ήταν η κύρια, αλλά μόνον η τελευταία σε μια σειρά διεθνών συνθηκών, που τελικά καθόρισαν την εδαφική οριοθέτηση στην Υπερκαυκασία μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Ρωσική Επανάσταση, την επανάσταση των Νεότουρκων και μια σειρά τοπικών πολέμων με στοιχεία εθνοκάθαρσης. Η προηγούμενη και η κύρια - η Συνθήκη της Μόσχας - συνήφθη την άνοιξη του 1921 ως αποτέλεσμα του βραχύβιου τουρκο-αρμενικού πολέμου μεταξύ της κυβέρνησης των Μπολσεβίκων και των Κεμαλιστών. Και η Συνθήκη του Καρς υπογράφηκε αφενός από τους Τούρκους και αφετέρου από τους εκπροσώπους της Αρμενίας, της Γεωργίας και του Αζερμπαϊτζάν, σε ρόλο παρατηρητή την Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία (ΡΣΟΣΔ). Τα άρθρα της Συνθήκης του Καρς, αν προσεγγίσουμε το ζήτημα αυστηρά νομικά, απλώς επέκτειναν τις διατάξεις της Συνθήκης της Μόσχας "Περί Φιλίας και Αδελφότητας" στην ΣΣΔ του Αζερμπαϊτζάν, την ΣΣΔ Αρμενική ΕΣΔ και τη Γεωργιανή ΣΣΔ.

Τι πήραν οι Τούρκοι; Τις πόλεις Καρς και Αρνταχάν, και όλη την ύπαιθρο στην περιοχή. Το όρος Αραράτ και την κοιλάδα γύρω απ’ αυτό. Το νότιο τμήμα της πρώην περιοχής του Μπατούμ (Αρτβίν), καθώς και την περιοχή Σουρμαλί της πρώην επαρχίας Εριβάν. Την Σαρικαμίς, την Ντογουμπαγιαζήτ, και το Ιγκντίρ, τα οποία τη στιγμή της αποχώρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον Α 'Παγκόσμιο Πόλεμο ελέγχονταν από ρωσικά στρατεύματα. Ως προτεκτοράτο της Τουρκίας καθορίστηκε αυτό που σήμερα αποκαλούμε Ναχιτσεβάν, και ανήκει στο Αζερμπαϊτζάν. Η Τουρκία έλαβε προνόμια και για τη χρήση του λιμανιού του Μπατούμι [Ατζαρία].

Επιπλέον, ακόμη νωρίτερα, οι Μπολσεβίκοι μετέφεραν, κρυφά, σχεδόν 700 κιλά χρυσού στους Κεμαλικούς μέσω του «Διαδρόμου Ναχιτσεβάν» από το σοβιετικό ΑζερμπαϊτζάνΜέσω του ίδιου καναλιού από τη Σοβιετική Ρωσία, οι κεμαλικοί εξοπίστηκαν με όπλα και άλλα εφόδια απαραίτητα για την αντεπίθεση εναντίον των Ελλήνων. Αλλά φυσικά, αυτό δεν ήταν στο κείμενο της συνθήκης. Εκεί αναφέρονταν μόνο τα σύνορα και τα βοσκοτόπια, αν και ήταν ζωτικής σημασίας για τους Τούρκους όχι μόνο να καταλάβουν το έδαφος, αλλά και να λάβουν φυσική βοήθεια για το ελληνικό μέτωπο. Στα εδάφη που παρέμειναν πίσω από τους Τούρκους, δεν υπήρχαν πλέον αρμενικοί και ρωσικοί πληθυσμοί. Συμπεριλαμβανομένου του Ναχιτσεβάν. Θα μπορούσε τα πράγματα να ήταν και χειρότερα.

 

Οι Αρμένιοι το 1919-1920 βρίσκονταν σε μια κατάσταση εκστασιακής ευφορίας. Είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στον πρόεδρο των ΗΠΑ Γούντροου Γουίλσον. Και αυτός είχε προτείνει στη νεογέννητη Αρμενική Δημοκρατία να συμμετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, υποσχόμενος βοήθεια σε χρήματα, όπλα και τρόφιμα, καθώς και αμερικανική διαιτησία στο θέμα των συνόρων της Αρμενίας. Θεωρήθηκε ότι οι Αμερικανοί θα συνέβαλαν στην επέκταση της Αρμενίας στα δυτικά και νότια, και για αρχή απλώς θα καταλάμβαναν τη Δυτική Αρμενία και το Κουρδιστάν. Χωρίς να περιμένουν καν την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης των Σεβρών (σύμφωνα με αυτήν, η Οθωμανική αυτοκρατορία διαμελίστηκε και καταλήφθηκε από τα στρατεύματα της Αντάντ), οι Αρμένιοι άρχισαν να καταλαμβάνουν τις παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες εκείνη την εποχή η τουρκική κυβέρνηση δεν είχε τον έλεγχο.

Οι Τούρκοι θεώρησαν ταπεινωτική την «αμερικανική διαιτησία» στο ζήτημα των ανατολικών και βορειοανατολικών συνόρων και απομάκρυναν τον Αμερικανό πρέσβη. Μέχρι τότε, οι Έλληνες είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη [στμ. προφανώς και δεν ισχύει, αφού η Πόλη τελούσε υπό συμμαχική κυριότητα], τη Σμύρνη και γενικά ολόκληρη την ακτή του Αιγαίου και ξεκίνησαν να κινούνται προς την Άγκυρα. Ο Κεμάλ Πασάς ανακοινώνει επιστράτευση στις ανατολικές επαρχίες. Δηλαδή, ακριβώς εκεί που οι Αρμένιοι σταδιακά αποσπούν από τους Τούρκους την μια πόλη μετά την άλλη. Η διέλευση από τους Αρμένιους των συνόρων, που ορίστηκαν με την ανακωχή του Μούδρου και τη Συνθήκη των Σεβρών, έγινε αντιληπτή από τους Τούρκους ως casus belli. Από τη Συρία και τη Μεσοποταμία, ένας στρατός 30 χιλιάδων με επικεφαλής τον στρατηγό Καραμπεκίρ Καζίμ Πασά, κινήθηκε προς το Αραράτ και το Ναχιτσεβάν. Σήμερα, υπάρχει ένα μνημείο του στο Ναχιτσεβάν του Αζερμπαϊτζάν (τα αποκαλυπτήρια τα έκανε ο Γκαϊντάρ Αλίεφ) και ήταν αυτός που θα υπογράψει στη συνέχεια τη Συνθήκη του Καρς για λογαριασμό των Τούρκων.

 

Οι Αρμένιοι δεν μπορούσαν να στρατολογήσουν περισσότερους από 15 χιλιάδες, αλλά όμως ανήκαν σε εκπαιδευμένες μονάδες που είχαν πολεμήσει στο παρελθόν στο ίδιο θέατρο επιχειρήσεων ως μέρος του ρωσικού αυτοκρατορικού στρατού εναντίον των Τούρκων. Ήταν όμως ανάγκη να συμπεριφερθούν με τον κατάλληλο τρόπο. Αλλά ο στρατηγός Ντρο [στμ. Ντρασταμάτ Μαρτιροσόβιτς Καναγιάν, (1883-1956) Αρμένιος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης, μέλος του κόμματος Ντασνάκ. Αργότερα συνεργάστηκε με το Τρίτο Ράιχ, και ήταν από τους ιδρυτές της ‘Αρμενικής Λεγεώνας’ που πολέμησε μαζί με τα ναζιστικά στρατεύματα] εκείνη την εποχή έκανε εκκαθαρίσεις στον τουρκόφωνο πληθυσμό, στο Ζανγκεζούρ και το Καραμπάχ.

Οι μπολσεβίκοι, όμως, στη Μόσχα δεν χρειάζονταν έναν τουρκο-αρμενικό πόλεμο. Η Μόσχα κατάλαβε τέλεια την ισορροπία δυνάμεων και προέβλεψε ότι οι Τούρκοι θα μπορούσαν να αφανίσουν ολόκληρη την Αρμενία και, στο μέλλον, να καταλάβουν ολόκληρη την Υπερκαυκασία. Και αυτό θα ήταν ένα λάθος.

 

Η σοβιετική παρέμβαση


Πρώτα ο Λένιν έστειλε στον Κεμάλ Πασά (όχι ακόμη Ατατούρκ) «αδέρφια στο μυαλό» - τους Αμπχάζιους Νέστορα Λακόμπα και Εφραίμ Έσμπα. Η απόφαση ήταν λογική και πιθανότατα δεν ήταν ο Βλαντιμίρ Ίλιτς που την έλαβε, αλλά ο Στάλιν που γνώριζε την τοπική πραγματικότητα. Το γεγονός ήταν ότι δεν υπήρχε ούτε ένας εθνοτικά «Οθωμανός» [στμ. Τούρκος] στην κυβέρνηση του Κεμάλ και οι περισσότερες από τις καίριες θέσεις μεταξύ των Νεότουρκων καταλήφθηκαν από τους "Τσερκέζους" - τους απογόνους των Μοχατζίρ [στμ. μουσουλμάνων μεταναστών], Καυκάσιων λαών που κάποτε μετανάστευσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από την Ρωσική Αυτοκρατορία. Μεταξύ αυτών υπήρχαν πολλοί Αμπχάζιοι και Σάντζοι [στμ. αμπχαζική υποεθνότητα] ανάμεσά τους, και θεωρήθηκε ότι ο Λακόμπα θα μπορούσε να ενεργήσει ως διαμεσολαβητής, στηριζόμενος στην επιρροή της διασποράς. Ταυτόχρονα, η 11η στρατιά του Κόκκινου Στρατού κινούνταν σταδιακά προς τα τουρκικά σύνορα.

Οι Αμπχάζιοι δεν τα κατάφεραν. Στη συνέχεια, έφτασε στην Άγκυρα ένας ένθερμος επαναστάτης και τροτσκιστής ο [Λιθουανός] Γιαν Ανγκάρσκι (Γιάνης Ουπμάλις, εκτελέστηκε το 1938). Για δύο μήνες προσπαθούσε να πείσει τον Κεμάλ να συμφωνήσει σε καθορισμό των συνόρων με την Αρμενία και μάλιστα του παραχωρούσε, επιπλέον, τις αρμενικές πόλεις Μπιτλίς και Βαν. Αλλά ο Κεμάλ είχε δώσει ήδη τον «Εθνικό του όρκο», ο οποίος απαριθμούσε ονομαστικά όλα τα εδάφη που θεωρούνταν, και εξακολουθούν να θεωρούνται, «εγγενώς τουρκικά». Λογικές δυνάμεις στη σοβιετική κυβέρνηση (πρώτα απ' όλα, ο Στάλιν και ο Ορτζονικίντζε, ό,τι κι αν πιστεύει κάποιος γι’ αυτούς) θεωρούσαν τα ρωσοτουρκικά σύνορα του 1878 ως "δίκαια" και τα είχαν ως αφετηρία για τις διαπραγματεύσεις. Μια εξασθενημένη Αρμενία, καθοδηγούμενη από αμερικανικές υποσχέσεις, δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στους Τούρκους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση των Ντασνάκ στο Ερεβάν ήταν εντελώς εκτός πραγματικότητας. Η διαπραγμάτευση μαζί τους ήταν ακόμη περισσότερο χωρίς νόημα, απ’ ότι η προσπάθεια να πειστεί ο Μουσταφά Κεμάλ.

 

Στις 24 Οκτωβρίου 1920, η Τουρκία κηρύσσει επίσημα τον πόλεμο στην Αρμενία και ο στρατηγός Καραμπεκίρ Καζίμ Πασάς συντρίβει σε λίγες μέρες τον αρμενικό στρατό. Καταλαμβάνει το Καρς, το Αρνταχάν, την Αρτβίν, την Σαρικασμίς, το Ιγκντίρ και το Ντογουμπαγιαζήτ. Αρχίζει η εθνοκάθαρση και οι σφαγές των Αρμενίων στα κατεχόμενα εδάφη. Ο άμαχος πληθυσμός φεύγει μαζικά. Στις 7 Νοεμβρίου, ο Καζίμ Πασάς εισέρχεται στην Αλεξανδροπόλ, δηλαδή το σημερινό Γκιουμρί. Ο αρμενικός στρατός έπαψε να υφίσταται και το έδαφος της Αρμενίας περιορίστηκε στην πόλη του Ερεβάν και τα περίχωρά της, καθώς και στην ορεινή περιοχή κοντά στη λίμνη Σεβάν. Οι Τούρκοι πλησίαζαν την Ετσμιατζίν [στμ. γνωστή και ως Βαγαρσαπάτ, πνευματικό κέντρο των Αρμενίων, έδρα του Καθολικού, του επικεφαλής δηλαδή της Αρμενικής Αποστολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας]. Εμφανίστηκε ορατή η απειλή πλήρους καταστροφής του αρμενικού κράτους αλλά και των Αρμενίων ως έθνος, καθώς ο στρατός του Καραμπεκίρ, και των Κούρδων που προσχώρησαν σε αυτόν, άφηναν πίσω τους μόνο στάχτες και πτώματα.

Η 11η στρατιά του Κόκκινου Στρατού υπό τη διοίκηση του Μιχαήλ Λεβαντόφσκι καταλαμβάνει το Ορντουμπάντ και το Ναχιτσεβάν, όπου συγκρούεται με τα στρατεύματα του Καραμπεκίρ.

Ο Λεβαντόφσκι, αν και εκρωσισμένος Πολωνός, ήταν ντόπιος - γεννήθηκε στην Τιφλίδα και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Γκρόζνι [Τσετσενία] και το Βλαδικαβκάζ [Β.Οσετία]. Γνώριζε την τοπική πραγματικότητα και ήξερε πώς να συνεννοηθεί με τους κατοίκους. Σταμάτησε την προέλαση των Τούρκων και έπεισε τους Αρμένιους να διαπραγματευτούν. Όπως πάντα, οι Γεωργιανοί χτύπησαν στην πλάτη των Αρμενίων την «κατάλληλη» στιγμή. Ο γεωργιανός στρατός κατέλαβε την περιοχή Λόρι, όπου πραγματοποιήθηκε ένα βιαστικό δημοψήφισμα μεταξύ εκείνων των ντόπιων που καταλάβαιναν τα γεωργιανά γράμματα και προσάρτησε αυτό το έδαφος στη Γεωργία.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1920, στο περικυκλωμένο Ερεβάν φθάνει μια σοβιετική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Μπορίς Λεγκράντ, επίσης καταγόμενο από την Τιφλίδα, παιδικό φίλο του ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ, και στη συνέχεια του Όσιπ Μαντελστάμ. Στη δεκαετία του 1930, ο Μπορίς Λεγκράντ έγινε διευθυντής του Ερμιτάζ και, σύμφωνα με μια εκδοχή, επέβλεπε προσωπικά την πώληση ανεκτίμητων έργων ζωγραφικής, όπως των Ρέμπραντ, Τιτσιάνο, Ραφαήλ και Μποτιτσέλι, στη Δύση, ενώ σύμφωνα με μια άλλη, τα διέσωσε. Ο Λεγκράντ επέδωσε ένα τελεσίγραφο στους Αρμένιους Ντασνάκ. «Αρνείστε να συμμετάσχετε στη Συνθήκη των Σεβρών για τη διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και αφήνετε να περάσουν τα σοβιετικά στρατεύματα από το υπόλοιπο έδαφός σας. Στο μέλλον, όλες οι διαφορές στα σύνορα θα επιλυθούν μόνο με τη συμμετοχή της Σοβιετικής Ρωσίας». Από τη πλευρά της η 11η στρατιά του Λεβαντόφσκι δεσμευόταν να ξεκαθαρίσει το Ζανγκεζούρ και το Καραμπάχ, να εκδιώξει τον Καραμπεκίρ από την Γκιουμρί και να εγγυηθεί την ακεραιότητα του εδάφους της Αρμενίας, όποιο κι αν ήταν αυτό.

Οι Αρμένιοι αρνήθηκαν για μερικές μέρες. Δεν τους άρεσε το πρώτο σημείο - η απόρριψη της Συνθήκης των Σεβρών. Ας επαναλάβουμε: ο αρμενικός στρατός δεν υπήρχε, η αρμενική έκταση συρρικνώθηκε στην περιοχή του Ερεβάν και σε μερικά χωριά στα βουνά, οι Τούρκοι σκότωσαν χιλιάδες ανθρώπους και έδιωξαν δεκάδες χιλιάδες από τα εδάφη τους. Και οι Ντασνάκ παρέμεναν προσκολλημένοι στις υποσχέσεις του Γούντροου Γουίλσον να οικοδομήσουν την Αρμενία από θάλασσα σε θάλασσα. Συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου.

Στις 15 Δεκεμβρίου, μια αντιπροσωπεία των Ντασνάκ έφτασε στην Αλεξανδροπόλ (Γκιουμρί), στην έδρα του Καραμπεκίρ, για να υπογράψει ειρηνευτική συμφωνία, η οποία έμεινε στην ιστορία ως Συνθήκη της Αλεξανδροπόλ. Ακόμα νωρίτερα, στις 4 Δεκεμβρίου, ο Κόκκινος Στρατός εισήλθε στο Ερεβάν, και έγινε δεκτός ως σωτήρας.

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι το πρώτο πράγμα που έκανε η νέα, σοβιετική κυβέρνηση της Αρμενίας, ήταν να αρνηθεί την αναγνώριση αυτής της συνθήκης. Έπρεπε να εξηγηθεί εκ νέου η πολιτική του κόμματος και της κυβέρνησης, καθώς και τι θα συνέβαινε σε όλους τους, εάν η 11η Στρατιά είχε καθυστερήσει τουλάχιστον μία εβδομάδα. Επομένως, από πολλές απόψεις, απαιτήθηκε η "διπλή" Συνθήκη του Καρς, βάσει της οποίας απαιτούνται και οι υπογραφές της αρμενικής πλευράς. Οι Τούρκοι στέλνουν τον υπουργό Εξωτερικών τους, Μπεκίρ Σάμι-μπέη, στη Μόσχα για να συνάψουν «συνθήκη αιώνιας φιλίας και αδελφοσύνης» με τη Σοβιετική Ρωσία.

Ο Μπεκίρ Μουσάεβιτς Κουντούχοφ γεννήθηκε στο οσέτικο χωριό Σανίμπα. Ήταν γιος του Ρώσου Ταγματάρχη Μουσά Κουντούχοφ, μουσουλμάνου Οσετού που υπηρέτησε στο ρωσικό στρατό, και ηγήθηκε του κινήματος των ΜΟχατζίρ - της εγκατάστασης μουσουλμάνων Οσετών στην Τουρκία. Ο Μπεκίρ Σάμι-μπέης ήταν ένα εξαιρετικά μορφωμένο άτομο, μιλούσε επτά γλώσσες, και πέρασε όλη του τη ζωή στην Ευρώπη. Ένα όμως ήταν το πρόβλημα: ήταν σφόδρα αντιρώσος. Στη συνέχεια, ακόμη και τουρκικές πηγές ανέφεραν ότι ο Σάμι Μπέης παραπλάνησε τον Κεμάλ σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων στη Μόσχα και, γενικά, τις προοπτικές των τουρκορωσικών σχέσεων. Απολάμβανε την υποστήριξη των Βρετανών. Οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών τον είχαν στρατολογήσει στο τέλος του Α 'Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Μπεκίρ Σάμι Μπέης υπηρετούσε ως κυβερνήτης της Βηρυτού. Πιθανότατα, ο Σάμι Μπέης επρόκειτο να οργανώσει ένα αντιμπολσεβίκικο μέτωπο των λαών του Καυκάσου υπό την αιγίδα των Βρετανών. Η καταπολέμηση του μπολσεβικισμού είναι ένα πράγμα. Αλλά η επιθυμία να προσαρτηθεί ολόκληρος ο Καύκασος «απαλλαγμένος από μπολσεβίκους» στην Τουρκία ήταν ένα εντελώς διαφορετικό θέμα.

Στη Μόσχα, ο Σάμι Μπέη έκανε διαπραγματεύσεις για κάθε κομμάτι γης, και ήταν έξαλλος για το γεγονός ότι ένας Αρμένιος (ο Λεβόν Καραχανιάν) εργαζόταν ως Αναπληρωτής Λαϊκός Επίτροπος Εξωτερικών Υποθέσεων της Σοβιετικής Ρωσίας και έπρεπε να ασχοληθεί μαζί του, και γι’ αυτό απαιτούσε συνάντηση με τον Λένιν. Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς δέχτηκε την τουρκική αντιπροσωπεία, μετά από επίμονα αιτήματα, και αμέσως μετά η υπόθεση προχώρησε. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν συμφωνούσαν όλοι στη σοβιετική κυβέρνηση να υπογράψουν αυτές τις συμφωνίες. Ως αποτέλεσμα, εκ μέρους της ΡΣΟΣΔ η Συνθήκη του Καρς υπογράφεται από τον Γιάκοβ Γκανέτσκι (Firstenberg). Ναι. Είναι αυτός - το δεξί χέρι του Πάρβους [στμ. Αλεξάντερ -μέλος του ΡΣΔΕΚ, συνεργάτης του Λένιν και του Τρότσκι, πράκτορας της Γερμανίας, επίσημος εκπρόσωπος της Krupp, οικονομικός σύμβουλος των Νεότουρκων, προμηθευτής όπλων στην Τουρκία κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων], του κύριου προσώπου που προωθούσε το ξέπλυμα χρήματος της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών στην ιστορία της χρηματοδότησης του Λένιν και της "σφραγισμένου βαγονιού" [που τον μετέφερε από την Ελβετία στην Πετρούπολη]. Το 1919, παρεμπιπτόντως, έγινε διευθυντής του ΓΚΟΧΡΑΝ [Κρατικό ίδρυμα για το σχηματισμό του Κρατικού Ταμείου πολύτιμων μετάλλων και πολύτιμων λίθων της Ρωσικής Ομοσπονδίας]. Υπάρχουν ακόμη πολλά κενά στην ιστορία.

 


Οι διαφωνούντες της σοβιετο-τουρκικής συμφωνίας


Οι φωνές εκείνων που επέμεναν να διατηρήσουν τουλάχιστον κάποια μορφή αναφοράς στα σύνορα του 1878 στη συνθήκη πνίγηκαν από την «επαναστατική σκοπιμότητα».Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι, παρατηρώντας την ρωσική αδυναμία, δεν βιάζονταν να εφαρμόσουν στην πράξη τις διατάξεις της Συνθήκης της Μόσχας, που αργότερα έγινε Συνθήκη του Καρς, οι οποίες δεν ήταν ευνοϊκές για αυτούς. Ο διοικητής Λεβαντόφσκι παραπονέθηκε στη Μόσχα ότι ο Καραμπεκίρ Καζίμ Πασάς αποχωρούσε από την Αλεξανδροπόλ με πολύ αργούς ρυθμούς. Τότε, ο Ορτζονικίντζε διέταξε να παραμείνει στο σταθμό το επίσημο τρένο, στο οποίο είχε επιβιβαστεί ήδη ο Μπεκίρ Σάμι-Μπέης με τις βαλίτσες γεμάτες με ράβδους χρυσού για να επιστρέψει στην Τουρκία. Και δεν το άφησε μέχρι που ο διοικητής της 11ης στρατιάς να επιβεβαιώσει ότι όλα τα τουρκικά στρατεύματα εγκατέλειψαν την πόλη Γκιουμρί και ολόκληρο το έδαφος της Αρμενίας.

 

Η «ομάδα των διαφωνούντων» με την εξέλιξη των πραγμάτων στην Υπερκαυκασία, σιώπησε, αλλά όχι για πολύ. Τον Μάρτιο του 1945, όταν τα σοβιετικά στρατεύματα είχαν ήδη εισβάλει στο Βερολίνο, ο Στάλιν κατήγγειλε τη Σοβιετοτουρκική Συνθήκη Φιλίας και Αδελφοσύνης του 1925, η οποία υποστήριζε νομικά τις διατάξεις της Συνθήκης της Μόσχας του 1921. Στον Τούρκο πρέσβη στη Μόσχα, Σελίμ Σαρπέρ, δίνουν να καταλάβει ότι έφθασε το τέρμα. Αργότερα, στη Διάσκεψη του Πότσδαμ, ο Στάλιν εξήγησε στον Βρετανό πρωθυπουργό Ήντεν ότι οι Τούρκοι διατηρούσαν έως και 23 μεραρχίες στην περιοχή των Στενών. Δηλαδή, το «μικρό κράτος», το οποίο κατέχει τα Στενά και υποστηρίζεται από την Αγγλία, «κρατά από το λαιμό το μεγάλο κράτος και δεν του δίνει κανένα πέρασμα».

Η πρώτη αντίδραση της Άγκυρας ήταν σχεδόν ένας πανικός. Την άνοιξη του 1945 πραγματοποιήθηκαν μόνο άτυπες «διαβουλεύσεις για τη σύναψη νέας συνθήκης φιλίας». Ο Σελίμ Σαρπέρ παρουσίασε την πρώτη τουρκική πρόταση στον Μολότοφ τον Μάιο του 1945. Η Τουρκία συμφωνεί «σε περίπτωση πολέμου» να παρέχει απρόσκοπτη διέλευση στα σοβιετικά στρατεύματα και το ναυτικό μέσω του εδάφους της. Αυτό σκέφτηκαν ως πρόταση. 

Μέχρι τώρα, κατά μήκος των πρώην σοβιετικοτουρκικών συνόρων στην Υπερκαυκασία, υπάρχει μόνο ένας «καθαρός» δρόμος - κατά μήκος της ακτής από το Μπατούμι στην Τραπεζούντα. Δεν υπάρχουν καθόλου δρόμοι στη Μεσχετία [στμ. συνοριακή περιοχή της Γεωργίας] και στο αρμενικό τμήμα και, προφανώς, δεν θα υπάρξουν. Στο σημερινό σύνορο Γεωργίας-Τουρκίας στο Σαρπί, το πέρασμα, από την άκρη της θάλασσας στο κάθετα ανερχόμενο βουνό, δεν υπερβαίνει τα εκατό μέτρα και όλο καταλαμβάνεται από ένα κατάστημα αφορολόγητων ειδών. Πώς θα έπρεπε, λοιπόν, να περάσουν τα στρατεύματα από εκεί «σε περίπτωση πολέμου»; Από το φθινόπωρο του 1944 (θυμίζουμε ότι εξακολουθούσε ο πόλεμος στην Ευρώπη και κάθε πόρος ήταν πολύτιμος), στην Ατζαρία [στμ. ηπεριοχή της Γεωργίας δίπλα στην Τουρκία] εκτυλίσσονται οδικά έργα μεγάλης κλίμακας. Χτίζονται τσιμεντένιες γέφυρες στον ποταμό Τσόροχ. Παραμένουν όρθιες μέχρι σήμερα, γιατί έπρεπε αρχικά να αντέξουν το βάρος των βαρέων αρμάτων μάχης IS-2 στην σχεδιαζόμενη απελευθερωτική εκστρατεία ενάντια στην Άγκυρα.

Ο Μολότοφ ενημερώνει ανεπίσημα τον πρέσβη Σαρπέρ ότι η τουρκική πρόταση δεν είναι λειτουργική. Τα σοβιετικά στρατεύματα πρέπει να εγκατασταθούν μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη σε στρατιωτική βάση για τον πλήρη έλεγχο των Στενών. Λαμβάνεται ως πρότυπο συνθήκη Hünkâr İskelesi του 1833. Τότε, θυμίζουμε ότι ρωσικό στρατιωτικό σώμα των 30.000 ατόμων, μετά μια δακρύβρεχτη παράκληση του Σουλτάνου Μαχμούντ Β, αποβιβάστηκε μέσα και γύρω από την Κωνσταντινούπολη, παίρνοντας την οθωμανική πρωτεύουσα υπό προστασία ενάντια στα στρατεύματα του επαναστατημένου Αιγύπτιου ηγεμόνα Μωχάμετ Άλι. Αυτή την ιστορία σπάνια την θυμούνται τώρα, αλλά ήταν πρακτικά ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα: τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη χωρίς μάχη, στρατοπέδευσαν εκεί (στην πραγματικότητα, δημιούργησαν μια "στρατιωτική βάση"), η Ρωσία απέκτησε τον πλήρη έλεγχο των Στενών και μόνο η στρατιωτική της δύναμη διατήρησε την ύπαρξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία διαλυόταν τότε μπροστά στα μάτια όλων. Η σύμβαση υπογράφηκε από τον ναύαρχο Λαζάρεφ (αυτό ήταν μια μορφή ταπείνωσης για τους Τούρκους) και ο Ρώσος πρέσβης, ο πρίγκιπας Αλεξέι Ορλόφ (ο μελλοντικός αρχηγός της χωροφυλακής) απλώς κυβερνούσε την αυλή του Σουλτάνου. Στους ευρωπαϊκούς διπλωματικούς κύκλους έλεγαν ότι δεν έμεινε ούτε ένας Τούρκος αξιωματούχος και πολιτικός στην Κωνσταντινούπολη που να μην είχε δωροδοκηθεί από τον Ορλόφ, εκτός ίσως από τον ίδιο τον Σουλτάνο Μαχμούντ. Και αυτό γιατί ο Ορλόφ το θεωρούσε περιττή δαπάνη. Αυτό το ειδύλλιο κράτησε οκτώ χρόνια, όσα είχαν υπολογιστεί στο συμβόλαιο. Υπό την πίεση του Λονδίνου και του Παρισιού το 1841, τα ρωσικά στρατεύματα εγκατέλειψαν την Κωνσταντινούπολη και σύμφωνα με τη νέα σύμβαση, απαγορεύτηκε ρητά στη Ρωσία ο έλεγχος των Στενών με στρατιωτικά μέσα. Στη συνέχεια έγινε ο πόλεμος της Κριμαίας ...

 

Ο Μολότοφ εξέφρασε επίσης στους Τούρκους το καλοκαίρι του 1945 μια σχεδόν τελεσιγραφική απαίτηση: να επιστρέψουν τα πάντα όπως ήταν πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε συνομιλίες με τον πρέσβη Σαρπέρ και άλλους Τούρκους, ο Μολότοφ αποκαλεί τις συνθήκες της Μόσχας και του Καρς «λανθασμένες» και προτείνει να «διορθωθούνι». Στη Διάσκεψη του Πότσδαμ, ο Στάλιν το διατυπώνει με αυτόν τον τρόπο: η Σοβιετική Ένωση πρέπει να λάβει πίσω όλα τα εδάφη που ανήκαν στη Ρωσική Αυτοκρατορία στην Υπερκαυκασία από το 1878. Δηλαδή, ολόκληρη την περιοχή του Καρς, την περιοχή Σουρμαλί, την πρώην επαρχία Εριβάν, νότια της περιοχής Μπατούμι έως και την Τραπεζούντα, συμπεριλαμβανομένης. Όλα αυτά συμπεριλαμβανομένου του όρους Αραράτ και να λένε ευχαριστώ που το Ερζερούμ και το Βαν δεν απαιτούνται από κανέναν. Επιπλέον, ο Μολότοφ είπε στην Ήντεν ότι οι Τούρκοι πρέπει να «επιστρέψουν» ένα εκατομμύριο Αρμένιους στη Σοβιετική Αρμενία.

Ο Στάλιν και ο Μόλοτοφ στην επίσημη ρητορική τους θα αποκαλούν όλα αυτά τα εδάφη "παρανόμως αφαιρεθέντα". Οι συνθήκες του 1921 (Μόσχα και Κάρσκ) με κάποιο τρόπο εξαφανίζονται από τη σοβιετική ιστοριογραφία, αν και ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν συμμετείχε προσωπικά, άμεσα ή έμμεσα, στην υπογραφή τους.

Ταυτόχρονα, το 1945, ξεκίνησε μια άτυπη «κούρσα για έδαφος» στο Ερεβάν και την Τιφλίδα. Οι πρώτοι γραμματείς της Γεωργίας και της Αρμενίας (ειδικά ο Καντίντε Τσαρκβιάνι) γράφουν επιστολές στην Κεντρική Επιτροπή, επιμένοντας ότι ορισμένα εδάφη πρέπει να μεταβιβαστούν στις δημοκρατίες τους. Ο Τσαρκβιάνι και ο Κικνάτζε μάλιστα κάνουν ένα ειδικό ταξίδι στη Μόσχα για να επισκεφτούν τον προστάτη τους Λαβρέντι Μπέρια, φέρνοντας μαζί τους «έργα Γεωργιανών επιστημόνων» που τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς τους για την περιοχή του «Λαζιστάν» (ανατολικός Πόντος). Παραστάσεις, ακόμη και όπερες για τον ηρωικό αγώνα των Γεωργιανών ενάντια στους Τούρκους καταπιεστές ανεβαίνουν στην Τιφλίδα. Ένα μεθύσι ελπίδας λαμβάνει χώρα και στο Ερεβάν, πολλαπλασιασμένο από τον μαζικό επαναπατρισμό Αρμενίων της Διασποράς στη Σοβιετική Αρμενία που έχει ήδη ξεκινήσει. Ο Καθολικός Γκεβόργκ ΣΤ΄ γράφει μια επιστολή στον Στάλιν (υποστηρίζεται από τον πρώτο γραμματέα Γκριγκόρι Αρουτίνοφ), στην οποία λέει στον «πατέρα των λαών» ότι όλα αυτά ήταν αρχικά αρμενικά εδάφη, αλλά «μετά έπεσαν κάτω από τον τουρκικό ζυγό».

Οι κεντρικές εφημερίδες, Πράβντα και Ιζβέστια, δημοσιεύουν άρθρα Σοβιετικών ακαδημαϊκών που απαξιώνουν τις συνθήκες της Μόσχας και του Καρς. Η επίσημη δικαιολογία είναι το γεγονός ότι η αρχική Συνθήκη της Αλεξανδροπόλ υπογράφηκε από την αρμενική κυβέρνηση των Ντασνάκ. Από την άποψη του σοβιετικού καθεστώτος, η κυβέρνηση των Ντασνάκ δεν υπήρχε πλέον και ο στρατηγός Ντρο και η ομάδα του απλώς δεν είχαν δικαίωμα να υπογράψουν τίποτα. Κανείς δεν ρώτησε τον ίδιο τον Ντρο - το 1945 βρισκόταν σε αμερικανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου ως άτομο που συνεργάστηκε με τη ναζιστική Γερμανία. Αν εκδιδόταν στην ΕΣΣΔ, θα είχε εκτελεστεί.

Ένας αριθμός ιστορικών πιστεύει ότι ήταν ακριβώς η πίεση που άσκησε ο Στάλιν στην Τουρκία την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1945 που έγινε ο επίσημος λόγος για την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και μάλιστα αποτέλεσε την αφορμή της ομιλίας του Τσώρτσιλ στο Φούλτον. Υπάρχει βέβαια μια υπεραπλούστευση σε αυτό. Υπήρχαν περισσότεροι από ένας λόγοι για τον Ψυχρό Πόλεμο. Αλλά σε γενικές γραμμές, όλες αυτές οι συμφωνίες του 1920-1921, όπως και τα ίδια τα δραματικά γεγονότα εκείνης της περιόδου της ιστορίας, δεν θα μπορούσαν να περάσουν χωρίς συνέπειες.

Υπήρξαν, ωστόσο, περίεργες συνέπειες. Για παράδειγμα, ο Χρουστσόφ στο 20ο  Συνέδριο συμπεριέλαβε τα γεγονότα του 1945 στο κατηγορητήριο εναντίον του Στάλιν. Ότι ήθελε να πυροδοτήσει έναν πόλεμο ενάντια στην Τουρκία. Τελικά, η ανεπίλυτη διαφωνία για τα σύνορα κράτησε την περιοχή υπό ένταση σχεδόν μέχρι την ύφεση που σημειώθηκε από το καθεστώς Μπρέζνιεφ, όταν ο σοβιετικός πρωθυπουργός Κοσίγκιν υπέγραψε μια νέα συμφωνία με τους Τούρκους για τη φιλία και την επίλυση των συνοριακών διαφορών.

Τώρα, ολόκληρη αυτή η δομή έχει καταρρεύσει, αφού δεν υπάρχει οντότητα που υπέγραψε αυτές τις συνθήκες - η σοβιετική εξουσία, η μεγαλύτερη Ρωσία, ακόμη και αν αποτελεί εικόνα της ΕΣΣΔ. Και το Ερεβάν αποστασιοποιείται από τις συνθήκες της Αλεξανδροπόλ και του Καρς, γιατί δεν του είναι επωφελές. Κανείς δεν θυμάται τις ιδιαιτερότητες της ιστορίας, και ότι, στην πραγματικότητα, καμία Αρμενία και κανένα αρμενικό έθνος δεν θα υπήρχε σήμερα αν η 11η στρατιά δεν έφτανε εγκαίρως πριν από εκατό χρόνια. Είναι άλλο, βεβαίως, ζήτημα ότι το Καρς, το Αρνταχάν και το Μπαγιαζέτ είναι εδάφη ποτισμένα με άφθονο ρωσικό αίμα και κατακτήθηκαν στην εποχή τους για κάποιο λόγο. Αυτό πρέπει επίσης να το θυμόμαστε.

 

Πηγή: https://vz.ru/society/2021/10/13/1123722.html

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2021

Η Τουρκία γνωρίζει ότι Ελλάδα & Κύπρος "βυθίζουν" τα σχέδιά της


Λ. ΚΑΛΑΡΡΥΤΗΣ - ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
25,3 χιλ. εγγεγραμμένοι

Στη συζήτησή μας ο Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου & Πτυχιούχος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Κιέβου Σωτήρης Δημόπουλος σπεριγράφει τη σειρά από διπλωματικές και γεωπολιτικές καραμπόλες οι οποίες ευνόησαν την Ελλάδα και διευκόλυναν τις αποφάσεις της ανατρέποντας το σκηνικό με την Τουρκία, αναλύει το σχέδιο της Ρωσίας για να παρακάμψει το αμερικανικό «τείχος» στην Ευρώπη και εξηγεί τους κατά τη γνώμη του λόγους που οδήγησαν τις ΗΠΑ να ανακοινώσουν την AUKUS εκτιμώντας ότι το μέτωπο με την Κίνα θα είναι πολύ δύσκολα διαχειρίσιμο για τους Αμερικανούς.



 

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

Η ρωσική ψυχή ανάμεσα στο χάος και την αυταρχικότητα

Του Αντώνη Παγκράτη από την Καθημερινή

Θεωρείται αυτονόητο ανθρώπινο χαρακτηριστικό και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο,  ανεξαρτήτως της συνειδητότητας με την οποία καθείς το αντιλαμβάνεται.

Το νόημα της ζωής, ο λόγος της υπάρξεως, είναι η κινητήριος δύναμη, η ζωτικότητα με την οποία διάγουμε τον βίο μας. Οι μεταπτώσεις της, δε, αποτελούν το αντικείμενο αναλύσεως άπασης της ιατρικής κοινότητας. Άνευ γενικού ή ειδικού σκοπού δεν μπορεί κανείς να σηκωθεί το πρωί από το κρεβάτι του. Η κατάθλιψη και τα συνακόλουθα είναι το άμεσο σύμπτωμα της ελλείψεως του νοήματος. Φυσικά τα παραπάνω δεν αποτελούν αποκλειστικό γνώρισμα της σύγχρονης εποχής. Το θέμα αποτελεί το βασικό φιλοσοφικό πρόβλημα και έχουν δοθεί μέχρι τώρα άπειρες απαντήσεις για το δυσπρόσιτο αίνιγμα χωρίς, όμως, μία οριστική λύση. Η αυθεντικότητα της ανθρώπινης υπάρξεως, αυτό που ονομάζεται αλήθεια ή νόημα ή σκοπός της, εντοπίζεται με κάθε δυνατό τρόπο στη θεολογία, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, στα έθιμα, σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Δηλαδή σε κάθε διαφορετική κουλτούρα και τον πολιτισμό που στηρίζει.

Ο Σωτήρης Δημόπουλος είναι πτυχιούχος της Σχολής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του Κιέβου και διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, με θέμα της διατριβής του το εθνικό ζήτημα στην ΕΣΣΔ κατά τον μεσοπόλεμο και οι Έλληνες της Μαριούπολης. Εργάζεται ως αναλυτής διεθνών σχέσεων και μεταφραστής. Το 2019 σε δική του επιμέλεια κυκλοφόρησε μια συλλογή ποιημάτων του πλέον διακεκριμένου ελληνιστή της Σοβιετικής Ένωσης Αντρέι Μπελέτσκι. Η συζήτηση μαζί του, όμως, ξεκίνησε με αφορμή το βιβλίο του “Διάλογος με την Ιστορία” το οποίο είναι μία σύνθεση μικρών κειμένων που πραγματεύονται το φλέγον ζήτημα με την ευαισθησία που του αρμόζει και κατά συνέπειαν τα ανοιχτά ερωτήματα που προκύπτουν. Στην παρακάτω συνέντευξη, όμως, περιοριστήκαμε στο  κείμενό του για τον Κονσταντίν Λεόντιεφ* “Από τον Ρομαντισμό στο μοναστήρι” και τον Ρώσο του 19ου αιώνα.


Ποιό είναι το παραδειγματικό στοιχείο στον βίο του Λεόντιεφ ή στο έργο του και πώς ερμηνεύεις τη φράση με την οποία αναφέρεσαι σε αυτόν: «Είχε μία γεμάτη ζωή». Εννοείς μια ζωή με λόγο υπάρξεως η οποία καταλήγει, προσωπικά και συλλογικά, σε ένα μηδενισμό του εγκοσμίου και μια ανάδειξη του θεϊκού;

Αυτό που διέκρινα διαβάζοντας τον Λεόντιεφ αλλά και τους υπολοίπους ρώσους διανοούμενους είναι ότι ταυτίζεται ο βίος τους με το έργο τους. Δεν είναι η εγκεφαλική επινόηση ενός αστού ή μικροαστού. Αυτό που γράφουν είναι αυτό που τους συμβαίνει, αυτό που αισθάνονται, το εσωτερικό τους βίωμα, ο πόνος τους. Ντύνουν με λέξεις και γράμματα την εσωτερική αγωνία τους, η οποία καταλήγει να είναι συλλογική. Είναι οι επίλεκτοι εκφραστές της ρωσικής κουλτούρας, κάτι που συμβαίνει σε κάθε εποχή και πολιτισμό.

Πού εντοπίζεται αυτή η αγωνία;

Είναι η ανάγκη αναζήτησης και διατύπωσης του νοήματος της ζωής. Ο Ρώσος έχει μια ευκαμψία ψυχής, σε αντίθεση με τον δυτικό άνθρωπο ο οποίος είναι περισσότερο εγκεφαλικός. Αυτή η αισθαντικότητά του, στους υψηλά ιστάμενους διανοούμενους διατυπώνεται με ιδέες, αλλά οπωσδήποτε το ρευστό ψυχικό στοιχείο είναι κυρίαρχο. Στο πασίγνωστο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι “έγκλημα και τιμωρία” ο ήρωας ονομάζεται, όχι τυχαία, Ρασκόλνικωφ. Ρασκόλ σημαίνει ρήξη, διάσπαση, αυτό που παλινδρομεί σε δύο μέρη. Ο Ρώσοι, όπως οι ίδιοι το αισθάνονται, κινούνται ανάμεσα στον διάβολο και τον Θεό. Δεν στρατολογούνται σε ιδέες χωρίς ταλαντεύσεις. Αυτό το βλέπουμε και στον Λεόντιεφ.

Εάν η ρευστότητα γίνει ιδεολογία, και κατ’επέκταση τρόπος οργανώσεως της ζωής; Κάποιος που ζει άνετα μέσα στους διχασμούς του πώς συνθέτει κοινωνία;

Η διαδικασία των εσωτερικών μετατοπίσεων του Ρασκόλνικωφ τον έφερε ενώπιον συγκεκριμένων νόμων, νόμων ηθικών.

Ανθρώπινων νόμων;

Οι υψηλοί νόμοι της ηθικής είναι θεικοί, έρχονται από ψηλά.

Η ηθική είναι μεταφυσική;

Ασφαλώς. Ο Μωυσής λαμβάνει τις δέκα εντολές, τους ηθικούς κοινωνικούς κανόνες από ψηλά. Οι χριστιανικοί κανόνες, είτε προέρχονται από τον Ιησού, τον Υιό του Θεού, είτε από τον Απόστολο Παύλο. Ερχονται επίσης από ψηλά. Ο ήρωας είναι αναγκασμένος να υποταχθεί στον θεϊκό νόμο. Στα έργα της ρωσικής λογοτεχνίας, τουλάχιστον όπως τα έχω προσεγγίσει, δεν υπάρχει ο τέλειος άνθρωπος, ούτε καν στον Ντοστογιέφσκι. Δημιουργεί τέλεια υποδείγματα ανθρώπων που συνεχώς βασανίζονται από αμφιβολίες. Στους “Αδελφούς Καραμαζώφ”, ο Αλιόσα, ο τρίτος αδελφός, ο μικρότερος και ο αγνότερος είναι τελικά ο πιό αδύναμος.

Στο μυθιστόρημα είναι ευκολότερο από την πραγματική ζωή να δομήσεις ιδανικά παραδείγματα ή χαρακτήρες. Δεν οικοδομείται ένα σπίτι με εργάτες αμφίθυμους. Δεν είναι αρκετός ο ηθικός νόμος για να δουλέψουν συντονισμένα.

Αυτό είναι αλήθεια. Όμως ο ψυχικός άνθρωπος επειδή κινείται αυθόρμητα μπορεί να κάνει άλματα. Δεν έχει το εμπόδιο της τετράγωνης λογικής στην προσπάθεια της υπερβάσεως. Παίρνει φωτιά ο ψυχισμός και σε ένα συλλογικό επίπεδο καταλαβαίνεις πού μπορεί να οδηγήσει. Οδήγησε στις επαναστάσεις.

Οι οποίες ήταν μια καταστροφή…

Να δούμε πόσο καταστροφικές ήταν. Θα ήταν λάθος να αποδίδαμε τις ρωσικές επαναστάσεις μόνο στην ψυχοσύνθεση του ρωσικού λαού. Υπήρξαν μία σειρά από παράγοντες που πρέπει να λάβουμε υπόψιν. Ωστόσο, στην ίδια την Σοβιετική Ένωση επικράτησε εντέλει η πλέον κυνική χρησιμοθηρία που μετέτρεπε τον άνθρωπο σε μέσο και όχι σε σκοπό. Ο Ντοστογιέφσκι λειτούργησε προφητικά και προσπάθησε να αποτρέψει τους συμπατριώτες του που πίστευαν στη χίμαιρα μιας παγκόσμιας δικαιοσύνης. Ο Ρώσος κομμουνιστής ήταν έντονα θρησκευόμενος, το αναφέρει ο Μπερντιάγιεφ στο βιβλίο του “Πηγές του ρωσικού κομμουνισμού”. Έβαλε στη θέση του θρησκευτικού «πιστεύω» το πολιτικό. Οι συνειδητοί κομμουνιστές ζούσαν όπως οι πρώτοι χριστιανοί. Δεν φοβόνταν τον θάνατο, και μάλιστα χωρίς τη μεταθανάτια ανταμοιβή. Ειδικότερα μιλώντας για την καταστροφική συνέπεια των επαναστάσεων πρέπει κανείς να αναρωτηθεί, τι θα γινόταν στην τσαρική Ρωσία χωρίς αυτές. Αποστασιούμενοι των γεγονότων, όλων αυτών των κακών που συνέβησαν στον κοινό άνθρωπο στο όνομα μιας ιδεολογίας, θα πρέπει να κάνουμε μία σύγκριση. Ανάμεσα στη μεσσιανική δικαιακή ζωή του πληθωρικού ρωσικού συναισθήματος και την επικράτηση αντιλήψεων απόλυτα υλιστικών όπως πρέσβευε η λογική Δύση, του εγκεφαλικού τρόπου ζωής, του εργαλειακού ρασιοναλισμού, τί είναι προτιμότερο. Όντως ο δυτικός άνθρωπος επιλύει τα καθημερινά προβλήματα. Όμως δεν μπορεί να νοηματοδοτήσει τις πράξεις του.

Μα, οι Ρώσοι αντιγράφουν τους δυτικούς.

Αντιγραφή δεν μπορείς να την πείς. Υπάρχει επιρροή.

Μα, τα πρότυπα του δυτικού πολιτισμού είναι κυρίαρχα.

Δεν μιλάμε για σήμερα. Μιλάμε για τον 19ο αιώνα. Μιλάμε για τα μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα και κυρίως τον γερμανικό ρομαντισμό, ο οποίος είναι μια αντίδραση στον ρασιοναλισμό που γέννησε η γαλλική επανάσταση. Η Ρωσία έπαιξε τον ρόλο του ισορροπιστή σε μια επικίνδυνη παρέκκλιση του δυτικού κόσμου.

Με τίμημα 100 εκατομμύρια νεκρούς…

Ναί, συνέβη αυτό, πράγματι. Ο σημερινός Ρώσος είναι μετέωρος. Στα 70 χρόνια του σοσιαλιστικού πειράματος το κράτος πίεσε στα όρια της εξαφάνισης την ατομική ελευθερία. Τώρα προσπαθεί να ξαναβρεί την προσωπικότητά του και μάλιστα σε συνθήκες που απέχουν από αυτές μιας πνευματικής αναγέννησης. Επίσης η χώρα υπόκειται τα αποτελέσματα ενός άγριου καπιταλισμού, διότι η ιδεολογία που, προς το τέλος του καθεστώτος, είχε γίνει προσχηματική αντικαταστάθηκε με το κυνήγι του κέρδους.

Ο Λεόντιεφ τί θα έλεγε;

Θα περνούσε πολύ μεγαλύτερη κρίση από αυτήν που πέρασε το 19ο αιώνα.

Στην κομμουνιστική περίοδο υπήρχαν ανθρωπολογικά πρότυπα υψηλού επιπέδου. Ο αντικαθεστωτικός διανοούμενος ήταν ένας ιερουργός της επιστήμης. Έχαιραν μιας εκτιμήσεως πού ήταν δύσκολο να τους αγγίξει και το ίδιο το καθεστώς.

Ως Έλληνες συνδεόμαστε με τη ρωσική νοοτροπία;

Ο Έλληνας έχει ανάγκη από ρομαντικά πρότυπα υπό την έννοια μιας αμφισβήτησης ενός καθολικού παγκοσμιοποιημένου προτύπου, γιατί έτσι μπορεί να συνδεθεί με τις δικές του ρίζες.

Έχουμε κοινά με τους Ρώσους;

Εάν υποθέσουμε ότι συναντιούνται ένας Ρώσος και ένας Έλληνας οι οποίοι δεν έχουν καμία γνώση του ιστορικού παρελθόντος τους, είμαι βέβαιος ότι θα κατορθώσουν να βρούν κοινό έδαφος. Σε αντίθεση με αντίστοιχη συνάντηση ενός δυτικού με έναν Ρώσο.

Στην παρέα πιθανώς να είναι έτσι. Τι γίνεται όμως όταν θέλεις να φτιάξεις κράτος, δηλαδή αστυνομία, στρατό, εφορία;

Οι Ρώσοι έχουν θεσμούς. Ο συναισθηματισμός τους ταλαντεύεται ανάμεσα στο χάος και την αυταρχικότητα. Έχουν ισχυρή αστυνομία και στρατό. Το δικό μας πρόβλημα είναι μάλλον μεγαλύτερο.



Konstantin Nikolaevich Leontiev (1831-1891): Ρώσος γιατρός, διπλωμάτης. στοχαστής μιας θρησκευτικά συντηρητικής τάσης. φιλόσοφος, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, κοινωνιολόγος. Στο τέλος της ζωής του έδωσε μοναστικούς όρκους με το όνομα Κλήμης. Υπηρέτησε ως διπλωμάτης στα Χανιά, στα Ιωάννινα και στην Αδριανούπολη, ενώ επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, στη διάρκεια μια σοβαρής υπαρξιακής κρίσης. Έγραψε νουβέλες και μυθιστορήματα με ελληνικά θέματα και υποστήριξε τις βυζαντινές ρίζες της Ρωσίας.

Ο Λεόντιεφ, που θεωρήθηκε ο Ρώσος Νίτσε, έβλεπε στον φιλελευθερισμό («φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό») και στον «μικροαστισμό» της καθημερινής ζωής και στη λατρεία της καθολικής ευημερίας τον κύριο κίνδυνο για τη Ρωσία και τις άλλες ορθόδοξες χώρες. Υποστήριξε τον «Βυζαντισμό» (εκκλησία, μοναρχισμός, ταξική ιεραρχία) και τη συμμαχία της Ρωσίας με τις χώρες της Ανατολής ως εγγύηση απέναντι στις επαναστατικές ανατροπές. Ο Λεόντιεφ αντιτάχθηκε στον πολιτικό ρεύμα του πανσλαβισμού, ενώ επέκρινε τους Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι για «ροζ χριστιανισμό».

Όπως  και ο Ντανιλέφσκι -και αργότερα ο Σπένγκλερ και ο Τόινμπι-  ανέπτυξε τη θεωρία των διακριτών πολιτισμικών και ιστορικών τύπων, οι οποίοι περνούν αναπόφευκτα ορισμένα στάδια της ανάπτυξής τους: νεότητα, ωριμότητα και γήρας. Προέβλεπε την νίκη του σοσιαλισμού στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, περιγράφοντάς τον ως την «φεουδαρχία του μέλλοντος».

Στη ελληνοβουλγαρική σύγκρουση, η οποία ήταν ένα από τα βασικά ζητήματα της ανατολικής πολιτικής για τη Ρωσία στη δεκαετία 1860-1870, πίστευε ότι το δίκαιο ήταν με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ενώ οι Βούλγαροι είχαν απομακρυνθεί από την ενότητα της Εκκλησίας.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/culture/books/561468481/i-rosiki-psychi-anamesa-sto-chaos-kai-tin-aytarchikotita/




Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

Πώς η Ορθοδοξία δημιούργησε το ρωσικό έθνος

         του Μιχάηλ Ντιούνοφ 


Πριν από 1033 χρόνια, ο πρίγκιπας Βλαδίμηρος Σβιατοσλάβοβιτς του Κιέβου ασπάστηκε την Ορθοδοξία. Τελικώς, η επιλογή του αποδείχθηκε όχι μόνον επιλογή πίστεως, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ρωσικής ιστορίας - ειδικά εξ απόψεως της διαμόρφωσης του ίδιου του ρωσικού έθνους. Υπ’ αυτήν την έννοια, τα όσα έπραξαν οι Μπολσεβίκοι μοιάζουν με εθνική τραγωδία της Ρωσίας.

Ας ξεκινούμε από την αρχή. Όταν ο πρίγκιπας του Κιέβου Βλαδίμηρος προσπάθησε να ενισχύσει το αρχαίο ρωσικό κράτος, είδε τη θρησκεία ως ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία για να το πετύχει. Δεν είναι τυχαίο ότι, αμέσως μετά την ανάρρησή του στον θρόνο, επεδίωξε να μεταρρυθμίσει το ρωσικό παγανισμό, καθιερώνοντας, αντί για πολλούς φυλετικούς θεούς, ένα ενιαίο πάνθεο έξι βασικών θεών, με επικεφαλής τον Περούν - τον "πριγκιπικό θεό".

Ωστόσο, μετά από λίγα χρόνια, αποδείχθηκε ότι ο παγανισμός ήταν, ουσιαστικά, θρησκεία, της διάσπασης. Κάθε φυλή, κάθε πόλη μπορούσε να λατρεύει τον δικό της θεό και η παρουσία κάποιου είδους πριγκιπικού πανθέου στο Κίεβο δεν συνέβαλε με κανέναν τρόπο στην ενοποίηση των πολλών σλαβικών φυλών σε ένα ενιαίο ρωσικό κράτος.

Αυτό που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τη μεσαιωνική κοινωνία, η παγανιστική πίστη, που πρέσβευε ο κάθε λαός, ήταν ταυτόχρονα και κάτι σαν επιγραφή που κρεμόταν στα σύνορα του κράτους του και έγραφε ότι «μπορεί και πρέπει να κατακτηθεί». Μέχρι τον δέκατο αιώνα, το μεγαλύτερο τμήμα της Ευρώπης ήταν χριστιανικό. Και το καθήκον κάθε χριστιανού ηγεμόνα ήταν προφανές: να φέρει την πίστη στους ειδωλολάτρες. Για τον σκοπό αυτό δεν ήταν αρκετό να αποστείλουν ιεραπόστολους. Η ανταμοιβή του ‘βαπτιστή’ ήταν η ευκαιρία να διευρύνει τα όρια του κράτους του, να εγκαθιδρύσει την εξουσία του μεταξύ των λαών που δέχθηκαν το σταυρό. Ο Αυτοκράτορας της Δύσης, ο Καρλομάγνος, πέρασε 12 χρόνια από τη ζωή του προσπαθώντας να εξαναγκάσει τους Σάξονες, δηλαδή τους ανατολικογερμανούς, να αποδεχθούν τον Χριστιανισμό. Όμως, χύθηκε τόσο πολύ αίμα που τα σαξονικά εδάφη ερημώθηκαν.

Ομοίως, οι Γερμανοί, που είχαν ήδη γίνει χριστιανοί, έκαναν το ίδιο με τους γείτονές τους, τους Δυτικούς Σλάβους. Οι πόλεις και τα ιερά τους καταστράφηκαν και οι ειδωλολατρικές φυλές σύρθηκαν με το ζόρι στο κατώφλι της Καθολικής Εκκλησίας. Η ίδια ακριβώς μοίρα περίμενε την παγανιστική Ρωσία.

Η ύπαρξη ενός μεγάλου ειδωλολατρικού κράτους ήταν μια πρόκληση για όλους τους γείτονές της. Το παγανιστικό Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας κατόρθωσε να αντέξει μέχρι τον 14ο αιώνα μόνο επειδή η Λιθουανία ήταν μια απομακρυσμένη επαρχία της ευρωπαϊκής περιφέρειας, γεμάτη δάση και έλη που δυσκόλευαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Και ακόμη και τότε το Τευτονικό Τάγμα, το οποίο αγωνίστηκε ενεργά ενάντια στους παγανιστές της Βαλτικής, δεν έχασε την ευκαιρία να επιτεθεί στη Λιθουανία και κάποια στιγμή βρέθηκε πολύ κοντά στην πλήρη καταστροφή του λιθουανικού κράτους.

 

«Η επιλογή της πίστης»

Επομένως, το βάπτισμα αποτελούσε, εκείνη την εποχή, τον ιδανικότερο τρόπο εθνικής αυτοάμυνας. Ο λαός που υιοθετούσε τον Χριστιανισμό εισερχόταν αμέσως στην κατηγορία των πολιτισμένων εθνών, ενώ οι παγανιστές παρέμεναν εκτός του πολιτικού συστήματος της Ευρώπης, που ήταν ενωμένο σε μία Εκκλησία. Διότι, οι διαφορές μεταξύ Καθολικισμού και Ορθοδοξίας άρχισαν να εμφανίζονται μόνο κατά τον ΙΑ΄ αιώνα, αλλά και μετά το Μεγάλο Σχίσμα (μια πράξη περισσότερο πολιτική, παρά δογματική) για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Χριστιανισμός διατήρησε την ενότητά του.

Αφού έγινε αντιληπτό ότι το παγανιστικό πάνθεο δεν θα βοηθούσε στη δημιουργία ενός ενωμένου Ρους, για τον πρίγκηπα Βλαδίμηρο ήρθε η ώρα για ένα ασυνήθιστο γεγονός, που περιγράφεται στο Χρονικό ως "η επιλογή της πίστης". Τώρα είναι δύσκολο να πούμε αν τα γεγονότα που περιγράφονται στα χρονικά συνέβησαν στην πραγματικότητα ή είναι καθαρός θρύλος, αλλά είναι προφανές ότι ο πρίγκιπας ανέλυσε λεπτομερώς ποια πίστη θα ήταν πιο χρήσιμη για τον ρωσικό λαό. 

Το Ισλάμ, το οποίο τον 9ο αιώνα ήταν μια πολύ ισχυρή πολιτική και στρατιωτική δύναμη, απορρίφθηκε με το ανεκδοτολογικό πρόσχημα της απαγόρευσης του αλκοόλ. Αλλά στην πραγματικότητα αυτό που ελήφθη υπόψη ήταν ότι η υιοθέτηση του Ισλάμ δεν θα προσπόριζε κανένα όφελος στο Ρους, αλλά αντιθέτως θα δημιουργούσε πολύ σοβαρά προβλήματα. Η ένταξη στη σύνθεση των ισλαμικών λαών θα οδηγούσε αυτόματα στην έξοδο της Ρωσίας από την χορεία των ευρωπαϊκών χωρών, και τη συμπερίληψή της σε έναν εντελώς διαφορετικό πολιτισμό, εχθρικό προς τον Χριστιανισμό. Όλοι, όμως, οι ισχυροί γείτονες του Ρους ήταν χριστιανοί. Σύντομα, η Ευρώπη θα ήταν έτοιμη να επιτεθεί στον μουσουλμανικό κόσμο - οι Σταυροφορίες στη διάρκεια τριών αιώνων επέδειξαν επιτυχώς τη στρατιωτική ισχύ του Χριστιανισμού. Μια υποθετική μουσουλμανική Ρωσία θα αποτελούσε αναπόφευκτα ένα πραγματικό σκιάχτρο για τον χριστιανικό κόσμο, ο οποίος θα θεωρούσε καθήκον του να το καταστρέψει.

Η επιλογή του Ιουδαϊσμού ήταν εντελώς άτοπη, επειδή αυτή η πίστη ήταν αδύναμη και, επιπλέον, θεωρήθηκε πίστη μόνο των Εβραίων, οι οποίοι δεν ήθελαν καθόλου να την μεταφέρουν σε ξένους. Ιδιαίτερα, αυτό ήταν εκτός επιλογής, μετά το θλιβερό τέλος του χαζαρικού χανάτου - την μόνη χώρα στην ιστορία που μια μη εβραϊκή ελίτ υιοθέτησε μαζικά τον Ιουδαϊσμό.

Η επιλογή του καθολικισμού ήταν αρκετά πιθανή και δυνατή. Επιπλέον, οι δυτικοί γείτονες της Ρωσίας έχουν ήδη υιοθετήσει τον Χριστιανισμό από τους απεσταλμένους της Ρώμης. Μάλιστα, υπάρχουν στοιχεία ότι η πρώτη χριστιανική αποστολή στη Ρωσία ήταν ακριβώς αυτή των καθολικών. Το 959, η πριγκίπισσα του Κιέβου Όλγα έγραψε στον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Όθωνα Α΄, ζητώντας του να στείλει έναν επίσκοπο στο Κίεβο με σκοπό να κηρύξει τον Χριστιανισμό. Το 961, ο επίσκοπος Adalbert του Μαγδεμβούργου κατέφτασε στο Κίεβο. Έμεινε στη Ρωσία μόνο για περίπου ένα χρόνο και αναγκάστηκε να αποχωρήσει, λόγω της εχθρικής στάσης που συνάντησε απέναντι στα κηρύγματά του από τον πρίγκιπα Σβιατοσλάβ και τα μελη της παγανιστικής αυλής του, με τους οποίους ήταν αδύνατον να συμφωνήσουν. Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, για την πριγκίπισσα Όλγα δεν υφίστατο κάποια αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ των εκκλησιών της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, και το σχίσμα δεν είχε ακόμη επισυμβεί. Έτσι, εάν ο επίσκοπος Adalbert ήταν ένας ικανός διπλωμάτης, σήμερα στην πραγματικότητα θα μπορούσαμε να ζούσαμε σε μια καθολική Ρωσία.

Ωστόσο, για τον Βλαδίμηρο, η επιλογή του Καθολικισμού ήταν αδύνατη. Ο λόγος, πιθανότατα, ήταν πολιτικός. Εάν η Ρωμαϊκή Εκκλησία σήμαινε την ενσωμάτωση της βαπτισμένης χώρας σε ένα πολύ άκαμπτο σύστημα υπακοής στον Πάπα, η Βυζαντινή Ορθοδοξία έδινε πολύ περισσότερα περιθώρια ελιγμών. Οι ορθόδοξες εκκλησίες μπορούσαν να λάβουν αυτοκεφαλία, δηλαδή ανεξαρτησία, και να διοικούνται εντελώς ανεξάρτητα. Αλλά ακόμη και υποτασσόμενος στην Κωνσταντινούπολη, ο Ρώσος μητροπολίτης απολάμβανε πολύ μεγαλύτερης ελευθερίας από ό,τι αν ήταν μέρος της Ρωμαϊκής Εκκλησίας.

Ο Βλαδίμηρος, επιλέγοντας την Ορθοδοξία, φυσικά, δεν μπορούσε να γνωρίζει πότε η Ρωσική Εκκλησία θα αποκτήσει ανεξαρτησία και δικό της πατριάρχη, αλλά το γεγονός ότι αυτό θα συνέβαινε αργά ή γρήγορα ήταν προφανές. Ένα παράδειγμα ήταν η Βουλγαρία, η οποία βαφτίστηκε το 865. Ήδη το 919 η Βουλγαρική Εκκλησία έγινε ανεξάρτητη από το Βυζάντιο.

 

Συγχώνευση των ανατολικών Σλάβων σε ένα έθνος

Αφού η επιλογή έγινε υπέρ της Ορθοδοξίας, προέκυψε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κατάσταση. Το Βυζάντιο ήταν πολύ μακριά και οι δεσμοί μαζί του ήταν περισσότερο πολιτιστικοί παρά πολιτικοί, και ακόμη περισσότερο στρατιωτικοί. Αλλά οι πιο κοντινοί γείτονες της Ρωσίας υιοθέτησαν τον καθολικισμό. Επιπλέον, ήταν ισχυροί, επιθετικοί γείτονες. Η Πολωνία ήταν ένα μεγάλο και πλούσιο σλαβικό κράτος, η Ουγγαρία, της οποίας οι βασιλιάδες έφεραν τον τίτλο των "αποστόλων" και ήταν περήφανοι για το ρόλο τους στο βάπτισμα των παγανιστών, οι Γερμανοί, που ενώθηκαν στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία από το ίδιο το γεγονός της ύπαρξής της είχε σκοπό να δημιουργήσει μια ενιαία καθολική μοναρχία. Τότε ήταν που η Ορθοδοξία κατέστη το κύριο μέσο αυτοπροσδιορισμού για τους Ρώσους. Εμείς -το Ρους- είμαστε αυτοί που δεν υποταχθήκαμε στη Ρώμη, στη Δύση. Αυτό σκέφτηκαν οι φωτισμένοι άνθρωποι του ρωσικού Μεσαίωνα.

Σε συνθήκες συνεχιζόμενων συγκρούσεων, η Ορθοδοξία αποδείχθηκε καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση του ρωσικού λαού. Οι σλαβικές φυλές του Κιέβου, του Νόβγκοροντ, του Σμολένσκ, του Μουρόμ συγχωνεύτηκαν σε έναν λαό που συνειδητοποιεί την ενότητα του, ακριβώς χάρη σε μια μόνο πίστη. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα, όταν οι Λευκορώσοι και οι Ουκρανοί διαχωρίστηκαν από τον αρχαίο ρωσικό λαό, αυτός ο διαχωρισμός πραγματοποιήθηκε ακριβώς κατά μήκος των ορίων της εξάπλωσης της Ορθοδοξίας. Οι Ρώσοι, που βρέθηκαν υπό την κυριαρχία των Καθολικών ηγεμόνων, έγιναν «άλλοι Ρώσοι», που ξεκίνησαν μια σταδιακή πορεία απομάκρυνσης από την κοινή ρωσική ρίζα.

Από την άλλη πλευρά, οι Ορθόδοξοι κάτοικοι της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας για μεγάλο χρονικό διάστημα (μέχρι τον 19ο αιώνα) δεν ένιωθαν ότι ανήκαν σε άλλους λαούς. Ένας μεσαιωνικός πολίτης του Κιέβου ή του Μινσκ θεωρούσε τον εαυτό του τόσο Ρώσο όσο ο κάτοικος της Μόσχας ή του Νόβγκοροντ. Αυτή η συνθήκη διευκολύνθηκε από τη ρωσική γλώσσα, η οποία για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε αμετάβλητη, έτσι ώστε εμείς να μπορούμε εύκολα να διαβάσουμε κείμενα γραμμένα στο Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, της Ρωσίας, ή στα ρωσικά εδάφη που κατέλαβε η Πολωνία. Η παρακμή του παλαιού ρωσικού κράτους και ο ζυγός της ταταρικής Ορδής οδήγησαν ένα σημαντικό μέρος των ρωσικών εδαφών να περιέλθει στην κυριαρχία της λιθουανικής δυναστείας των Γκεντιμινιδών.

Αρχικά, ήταν παγανιστές ηγεμόνες που αδιαφόρησαν για τις θεολογικές διαμάχες μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων. Ως εκ τούτου, για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Ορθοδοξία στη Λιθουανία δεν υπόκειτο σε κανέναν περιορισμό. Αυτή η πολιτική θρησκευτικής ανοχής βοήθησε τους Γκεντιμινίδες να δημιουργήσουν ένα γιγάντιο κράτος της Ανατολικής Ευρώπης, το έδαφος του οποίου υπερέβη τα εδάφη των πριγκίπων του οίκου του Βλαδίμηρου, που ηγεμόνευε στο βορειοανατολικό Ρους. Αλλά η πολιτική αναγκαιότητα ώθησε τους Λιθουανούς πρίγκιπες σε συμμαχία με την καθολική Πολωνία. Και το βάπτισμα που δέχθηκαν ήταν ακριβώς το καθολικό, και συνιστούσε το αντίτιμο για τη δυνατότητα να εγκαθιδρυθεί στην Πολωνία η εξουσία των απογόνων των Γκεντιμινιδών

Έτσι, οι εκρωσισμένοι Γκεντιμινίδες, οι οποίοι αφομοίωσαν τον ρωσικό πολιτισμό στη Λιθουανία - και η Λιθουανία ήταν ένα ρωσικό κράτος, όπου οι Λιθουανοί θεωρούνταν ένας άγριος ολιγάριθμος λαός που ζούσε κάπου στα δάση της Σαμογιτίας και της Aukštaitija, μετετράπηκαν σε εκπολωνισμένους Γιαγκελλόνους

Έχοντας σταδιακά απορροφήσει τη Λιθουανία, η Πολωνία επέβαλε νέα πρότυπα στη ρωσική ελίτ. Η διατήρηση της πίστης των πατέρων ήταν δυνατή, αλλά όχι επωφελής. Οι ορθόδοξοι ευγενείς δεν ευνοούνταν στις αυλές των βασιλέων και των μεγάλων δουκών, παρακάμπτονταν συνεχώς κατά τη διανομή προνομίων και τιμών, στη λήψη προσοδοφόρων θέσεων. Φυσικά, αυτό οδήγησε την κυρίαρχη ελίτ της Λιθουανίας σταδιακά να μετατραπεί από Ορθόδοξη σε Καθολική. Και αυτό, με τη σειρά του, προκάλεσε συνεχώς αυξανόμενες αντιθέσεις μεταξύ της λαϊκής πλειοψηφίας, που παρέμενε Ορθόδοξη, και των Καθολικών ηγεμόνων. Ήδη κατά την περίοδο της ενοποίησης του Ρους γύρω από τη Μόσχα, οι Λιθουανοί ηγεμόνες με έκπληξη διαπίστωσαν ότι οι υπήκοοί τους είχαν μεγαλύτερη συμπάθεια για τους "ξένους" ορθόδοξους Ρώσους πρίγκιπες, παρά για τους δικούς τους Λιθουανούς πρίγκιπες.

Ταυτόχρονα, με τη μετάβαση ενός μέρους της αριστοκρατίας στον καθολικισμό, άρχισε η αντίθετη διαδικασία. Όσοι από τους Λιθουανούς πρίγκιπες και βογιάρους δεν ήθελαν να αποδεχτούν τη λατινική πίστη περνούσαν στην υπηρεσία των Μεγάλων Δουκών της Μόσχας. Μάλιστα, σύμφωνα με τα έθιμα εκείνης της εποχής, το έκαναν μαζί με τα εδάφη τους και τους εξαρτώμενους ανθρώπους τους. Οι Πολωνοί και οι Λιθουανοί μπορούσαν να κατηγορούν τις αρχές της Μόσχας για δεσποτισμό, διαβεβαιώνοντας ότι μόνο στην πολωνική-λιθουανική Κοινοπολιτεία -Ρετς Ποσπολίτ- κατοχυρώνονταν όλες οι ελευθερίες, αλλά οι Ρώσοι ευγενείς μετανάστευαν συνεχώς στην Ανατολή. Και αυτό δεν ήταν θέμα ιδεολογίας, αλλά πίστης.

Όταν τον 17ο αιώνα οι Ουκρανοί Κοζάκοι επέλεξαν με ποια πλευρά να πάνε- με τον Πολωνό βασιλιά ή τον Ρώσο τσάρο- η Ορθόδοξη πίστη υπήρξε το αποφασιστικό επιχείρημα. Οι Κοζάκοι, γενικά, δεν ζούσαν άσχημα υπό την κυριαρχία των Πολωνών. Είχαν πολλά προνόμια, ανέπτυξαν αυτοδιοικητικές δομές. Πολωνοί βασιλείς στρατολόγησαν από τους Κοζάκους έναν οργανωμένο στρατό, στον οποίο πλήρωναν γενναιόδωρους μισθούς. Η Ρωσία εκείνη την εποχή ήταν φτωχότερη και πιο αδύναμη από την Πολωνία. Οι Κοζάκοι δεν μπορούσαν να βασιστούν σε μια εξίσου ελεύθερη ζωή έχοντας ρωσική υπηκοότητα, αλλά εξακολουθούσαν να προτιμούν τον Ορθόδοξο τσάρο. Ακόμη και όταν, τον επόμενο αιώνα, το ισχυροποιημένο ρωσικό κράτος, το οποίο μετατράπηκε σε αυτοκρατορία και έγινε μια από τις μεγάλες δυνάμεις του κόσμου, άρχισε να επιτίθεται στις παραδοσιακές ελευθερίες των Κοζάκων, οι περισσότεροι Κοζάκοι επέλεξαν να χάσουν την ελευθερία τους, αλλά να παραμείνουν Ορθόδοξοι. Τέτοια ήταν η δύναμη της πίστης

Η Ορθοδοξία έπαιξε τεράστιο ρόλο στην επιστροφή των ρωσικών εδαφών που είχαν κατακτηθεί από την Πολωνία και τη Λιθουανία. Όταν, υπό την Αικατερίνη Β, η Λευκορωσία και η Ουκρανία εκ δεξιών του Δνείπερου επέστρεψαν στη Ρωσία, ο τοπικός πληθυσμός αποδείχθηκε ότι ήταν στο πλευρό των ρωσικών αρχών, ενώ οι εκπολωνισμένοι ευγενείς ήταν πηγή εξέγερσης και αναταραχής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν, το 1863, μετά από μια ακόμη αντι-ρωσική εξέγερση, η ρωσική κυβέρνηση στράφηκε προς την ορθόδοξη αγροτιά για βοήθεια, ο ίδιος ο ορθόδοξος ρωσικός λαός άρχισε να παραδίδει στις αρχές τους επαναστατημένους ευγενείς. Πράγματι, στην αυτοκρατορική κυβέρνηση της Αγίας Πετρούπολης, οι Λευκορώσοι και οι Ουκρανοί έβλεπαν τους «δικούς τους», αυτούς που υπερασπίζονταν τα συμφέροντά τους.

Απαντώντας, οι Πολωνοί και οι Αυστριακοί (που θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως την εξουσία που θα ένωνε τους Σλάβους και γι’ αυτό θεωρούσαν τη Ρωσία ως τον κύριο ανταγωνιστή τους στην προσπάθεια αυτή) επεδίωξαν να παίξουν το εθνικό χαρτί, δημιουργώντας φανταστικές διαφορές μεταξύ των Μεγαλορώσων, των Μικρορώσων και των Λευκορώσων. Η πολιτική αυτή είχε κάποια επιτυχία τον 19ο αιώνα, αλλά χάρη στα προσεκτικά μέτρα της ρωσικής κυβέρνησης στις αρχές του 20ού αιώνα, τελικώς απέτυχε. Την εποχή εκείνη, μεταξύ των σλαβικών λαών, επικράτησε η ιδεολογία του πανσλαβισμού, η οποία συνεπαγόταν την ενοποίηση των Σλάβων υπό την κυριαρχία του Ρώσου αυτοκράτορα. Ακόμη και οι αιώνια δυσαρεστημένοι Πολωνοί, στις αρχές του 20ού αιώνα ηρέμησαν και συνειδητοποίησαν ότι ήταν πολύ πιο επωφελές για τους ίδιους να είναι με τους Ρώσους παρά εναντίον τους. Ένα περίεργο, αλλά ταυτόχρονα χαρακτηριστικό, γεγονός είναι ότι ένας από τους ιδεολόγους του ουκρανικού εθνικισμού, ο Σιμόν Πετλιούρα, μέχρι το 1917, ήταν ένας από τους κύριους υποστηρικτές της ενότητας των Ρώσων και των Ουκρανών, ένας μεγάλος πατριώτης της Ρωσίας.

Αυτή η καθυστερημένη ένωση ματαιώθηκε από τους Μπολσεβίκους. Ξεκινώντας έναν πόλεμο εναντίον της θρησκείας, κατέστρεψαν τον ενωτικό παράγοντα που συνένωνε τους Ανατολικούς Σλάβους. Και οργανώνοντας την πολιτική της αυτοχθονίας [κορενιζάτσια -την δεκαετία του 1920], αχρήστευσαν όλα τα επιτεύγματα της ρωσικής κυβέρνησης για την ένωση των ανατολικοσλαβικών λαών, ενώ εκπαίδευσαν μια νέα, αντιρωσική ελίτ. Αυτοί οι άνθρωποι, που εκπαιδεύτηκαν με την πολιτική των εθνοτήτων της Σοβιετικής Ένωσης, είχαν σημαντική συμβολή στην καταστροφή της ΕΣΣΔ και στην απόκτηση ανεξαρτησίας των δημοκρατιών. Η τρέχουσα έξαρση του εθνικισμού στην Ουκρανία και τη Λευκορωσία, η οποία στρέφεται κυρίως κατά της Ορθόδοξης Ρωσίας, αλλά δεν κρύβει τη συμπάθειά του για την Καθολική Πολωνία και τη Δύση - είναι το λογικό αποτέλεσμα της σοβιετικής πολιτικής απόσπασης των Ουκρανών και των Λευκορώσων από το ενιαίο ρωσικό έθνος.

 

 

*Ο Ντιούνοφ είναι ιστορικός και ανθρωπολόγος

 

Πηγή: https://vz.ru/society/2021/7/28/1110799.html

Τρίτη 22 Ιουνίου 2021

Οι τουρκικές εκδουλεύσεις για την εξημέρωση των ΗΠΑ

Σύνοδος ΝΑΤΟ: «Δεν υπήρχε χημεία Μπάιντεν - Ερντογάν, ούτε έσπασε ο πάγος»  - Υποτονικός ο Ερντογάν | ΣΚΑΪ 

Η Τουρκία, μετά την εκλογή Μπάιντεν, βρίσκεται υπό διαρκή πίεση για να απεμπολήσει τις ρωσικές επιρροές και να μειώσει τις σχέσεις και τις εξαρτήσεις από την Μόσχα. Για την νέα αμερικανική διοίκηση, ανεξάρτητα από την αισιοδοξία που δημιούργησε η πρόσφατη συνάντηση Μπάιντεν-Πούτιν, βασικός πυλώνας της εξωτερικής της πολιτικής είναι η υπονόμευση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και η μείωση στο ελάχιστο των ρωσο-ευρωπαϊκών σχέσεων. 

Για τον Ερντογάν, η επιλογή επιστροφής στην δυτική κηδεμονία, που τον σπρώχνει εμφανώς και αφανώς το βορειοατλαντικό σύστημα, είναι οδυνηρή για διάφορους λόγους. 

Κατ’ αρχάς για λόγους ουσίας, καθώς οι S400, για παράδειγμα, του προσδίδουν αξιοσημείωτη στρατιωτική ενίσχυση, ενώ το πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου θα αυξήσει γεωμετρικά τις ενεργειακές δυνατότητες της χώρας. Επιπλέον, η τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία οφείλεται αποκλειστικά σε παραχώρηση της Μόσχας. Το κουρδικό πρόβλημα στην χώρα αυτή συνιστά γόρδιο δεσμό, καθώς ούτε η Άγκυρα μπορεί να υποχωρήσει σε αναγνώριση κάποιας κουρδικής αυτονομίας, ούτε οι Αμερικανοί να εγκαταλείψουν τους πιστούς συμμάχους τους (και του Ισραήλ) στην Μέση Ανατολή. Παράλληλα, οι οικονομικές ρωσοτουρκικές σχέσεις στον αγροτικό, τουριστικό και κατασκευαστικό τομέα είναι ζωτικές για την Άγκυρα. Τέλος, η σχέση αυτή αφήνει πεδίο ελευθερίας στην Τουρκία έναντι των περιορισμών που βάζει η Δύση στην προσπάθειά της να αναδειχθεί σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη, βάση του νεοοθωμανικού οράματος. Ο βορειοατλαντικός παράγων θέλει μια Τουρκία ισλαμική μεν, φιλοδυτική δε, για να σέρνει τον ισλαμικό κόσμο σε φιλοδυτικές πρακτικές, υπονομεύοντας τους υπόλοιπους ανερχόμενους παγκόσμιους πόλους ισχύος -Ε.Ε., Ρωσία, Κίνα, Ινδία, Ιράν, αραβικός εθνικισμός.

Ταυτόχρονα, όμως, ο Ερντογάν πιέζεται από την τουρκική κοινή γνώμη. Οι Τούρκοι πολίτες, στην πλειοψηφία τους, όντως τρέφουν εχθρικά αισθήματα για την Αμερική και το Ισραήλ, όντως οραματίζονται νέες κατακτήσεις, όντως πιστεύουν ότι η Τουρκία είναι παγκόσμια υπερδύναμη. Είναι αδύνατο να δεχθούν αδιαμαρτύρητα μια τόσο μεγαλειώδη «κωλοτούμπα» από τον σουλτάνο τους, που τους «ταΐζει» με μεγαλοϊδεατισμό εδώ και χρόνια, χωρίς βεβαίως και η αντιπολίτευση, πλην HDP, να πηγαίνει πίσω σε κατακτητικούς οραματισμούς. Μια απότομη διάψευση των προσδοκιών, ειδικά της ισλαμιστικής Ανατολίας, θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε εμφύλια αντιπαράθεση, εν μέσω μάλιστα οικονομικής δυσανεξίας. 

Το ενδεχόμενο αυτό, ωστόσο, δεν εντάσσεται στους επιθυμητούς σχεδιασμούς του βορειοατλαντικού παράγοντα. Η Τουρκία ακόμη μπορεί να είναι χρήσιμη, και θα είναι χρήσιμη όσο είναι ενωμένη.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Ερντογάν κατέφυγε στην τακτική του ανατολίτικου παζαριού, που γνωρίζει πολύ καλά. Προσέφερε στον Μπάιντεν, κατά την πρόσφατη συνάντησή τους, μια σειρά από πολύτιμες υπηρεσίες και εκδουλεύσεις σε διάφορα μέτωπα που ικανοποιούν τους απώτερους αμερικανικούς στόχους, ευελπιστώντας να μειωθεί η πίεση για τα όσα η Άγκυρα επιθυμεί να διατηρήσει από  τη Ρωσία, πιστεύοντας ταυτόχρονα πως η Μόσχα εξ ανάγκης θα συνεχίσει να διατηρεί προνομιακή σχέση με την Τουρκία. 

Και οι εκδουλεύσεις αυτές δεν είναι λίγες: 

Εν πρώτοις, αυτό που έγινε και γνωστό, η προσφορά για την ασφάλεια του αεροδρομίου της Καμπούλ. Τώρα, που οι Αμερικανοί ηττήθηκαν και υποχωρούν άρον άρον -αν και ανέβαλαν την τελική τους αποχώρηση για τις 11 Σεπτεμβρίου- σε συνθήκες που θυμίζουν Βιετνάμ, ο Ερντογάν θέλει να τους αντικαταστήσει, απέναντι στους Ταλιμπάν. Ωστόσο, πρόκειται για κίνηση υψηλότατου ρίσκου. Στην χώρα αυτή, που επί αιώνες όσοι μπήκαν έφυγαν με το πιο ταπεινωτικό τρόπο,  δεν μετρά μόνον ότι αν είναι κάποιος μουσουλμάνος, αλλά πρωτίστως αν είναι ή όχι εισβολέας. Οι Ταλιμπάν, ο στρατός των Παστούνι, δεν ξεγελιούνται από την αντικατάσταση των Αμερικανών από τους Τούρκους. Ιδιαίτερα αν οι τελευταίοι αποφασίσουν να ξανοικτούν και εκτός του αεροδρομίου. Σε αυτή την φάση, πάντως, για τους Αμερικανούς είναι μια σωτήρια λύση. 

Δεύτερον, στο Αζερμπαϊτζάν, όπου ο Ερντογάν, κατά την τελευταία επίσκεψη στην πόλη Σούσα του Καραμπάχ, υπέγραψε με τον Αλίεφ συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας. Στο πλαίσιο αυτό θα δημιουργηθεί και τουρκική στρατιωτική βάση. Για τους Ρώσους μια τέτοια εξέλιξη είναι casus belli. Θεωρούν, ευλόγως, ότι η βάση θα γίνει στην ουσία νατοϊκή, και οι νατοϊκοί πύραυλοι θα τους σημαδεύουν πάνω στα σύνορά τους. Υπενθυμίζεται επίσης ότι, οι Τούρκοι «στρατιωτικοί σύμβουλοι», πάνω από 600, που πήγαν στο Αζερμπαϊτζάν για στρατιωτική άσκηση λίγο πριν τον δεύτερο πόλεμο του Ναγκόρνο Καραμπάχ, παραμένουν εκεί. Αξίζει να σημειωθεί ακόμη ότι, η Ρωσία μεταφέρει την βάση του πολεμικού στόλου της Κασπίας από το Αστραχάν στο Κασπίισκ, στο Νταγκεστάν, εγγύτερα στο Αζερμπαϊτζάν. Όταν τελειώσουν οι εργασίες, εκεί θα μπορούν να ελλιμενίζονται περί τα 54 πολεμικά πλοία. 

Η Τουρκία μπορεί, επίσης, να προσφέρει υπηρεσίες στο Ιράν, ενισχύοντας τον παντουρκισμό στον αζερικό πληθυσμό, στα βορειοδυτικά της χώρας. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν ειπώθηκε ανοιχτά, γιατί ακόμη η Άγκυρα επιθυμεί να διατηρεί καλές σχέσεις με την Τεχεράνη. Το γεγονός, όμως, ότι για το Ιράν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το Ισραήλ, και ότι χωρίς την αποκατάσταση των σχέσεων μαζί του η Τουρκία δεν μπορεί να αναμένει αποκατάσταση και στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, εντείνει τις υποψίες ότι και η παραπάνω προσφορά βρίσκεται στην κρυφή τουρκική ατζέντα.   

Εκεί, βεβαίως, που δεν διαπιστώνεται καμία κρυψίνοια στην τουρκική πολιτική είναι για την Ουκρανία και την Κριμαία. Αν για την Κριμαία προβάλλει ένα ιδεολογικό πρόσχημα, «τραβηγμένο από τα μαλλιά», ότι η χερσόνησος αυτή ως ταταρικό χανάτο υπήρξε υποτελές στην Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι και τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, για την ενίσχυση της Ουκρανίας με στρατιωτικά μέσα, κυρίως με τα Μπαϊρακτάρ, στον πόλεμο που κάνει κατά των αυτονομιστών στο Ντονιέτσκ και στο Λουγκάνσκ, καταγράφει ξεκάθαρα αντιρωσική δράση. Οι κινήσεις της Άγκυρας, που ξιφουλκεί υπέρ της ένταξης του Κιέβου στο ΝΑΤΟ, και προσβλέπει σε κοινό έλεγχο μαζί του της Μαύρης Θάλασσας, προφανώς εναντίον της ρωσικής παρουσίας, είναι υπερπολύτιμες για την βορειοατλαντική πολιτική στην περιοχή.  

Εκδουλεύσεις προσφέρει επίσης η Τουρκία και στην Γεωργία, επί της οποίας έχει τεράστια οικονομική επιρροή, για να εξακολουθήσει την αντιρωσική της πολιτική.  Την επαύριον της συνάντησης Μπάιντεν-Ερντογάν διέρρευσε και ότι συζητήθηκε η επιρροή της Τουρκίας στους μουσουλμάνους Ουιγούρους της επαρχίας Σινγιάνκ της Κίνας. Η αντικινεζική πίεση εκ μέρους της Άγκυρας είχε ατονήσει τελευταίως, λόγω της κινεζικής επενδυτικής στήριξης στην παραπαίουσα τουρκική οικονομία. Πρόκειται για ένα ακόμη ρίσκο της Άγκυρας, που αν το αναλάβει, το Πεκίνο δεν θα το αφήσει αναπάντητο. Αντιθέτως, η Ουάσιγκτον θα το εκτιμήσει ιδιαίτερα. 

Στο γενικότερο τουρκικό πακέτο προσφοράς προς τους Αμερικανούς δεν αποκλείεται να συμπεριλαμβάνονται τόσο η Λιβύη, με αντάλλαγμα την επιμήκυνση του χρόνου παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων, όσο και η επιρροή που ασκεί επί του μουσουλμανικού πληθυσμού των Βαλκανίων, όπως είναι οι Αλβανοί των Σκοπίων. Σκοπός κι εδώ είναι η εκμηδένιση της ρωσικής παρουσίας, προς όφελος των βορειοατλαντικών σχεδιασμών, με ταυτόχρονη, μάλλον πρόσκαιρη, μείωση των υπερβολικών τουρκικών φιλοδοξιών για μια διακριτή νεοοθωμανική επιρροή επί των Βαλκανίων. 

Τα παραπάνω δείχνουν και τις δυνατότητες που έχει η Άγκυρα να παζαρέψει με τους συνομιλητές της. Πρόκειται για υπαρκτές πραγματικότητες που βασίζονται επί ιστορικών και πολιτισμικών παραδόσεων αλλά και σταδιακής εντατικής οικοδόμησης επιρροής. Αυτή, όμως, η επιρροή δεν είναι αποτέλεσμα μόνον της εργασίας του Ερντογάν και των νεοοθωμανών οπαδών του. Το σχέδιο ενός ελεγχόμενου παγκόσμιου ισλαμικού κέντρου είναι παλαιό, και γι’ αυτό εργάστηκε επισταμένα και η Δύση, για τους δικούς της ιδιοτελείς σκοπούς. 

Ένα πρόσφατο γεγονός υπενθύμισε αυτό το τεράστιο έργο. Στις αρχές Ιουνίου απήχθη από τις μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας ο επικεφαλής του δικτύου των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Κιργιζίας, τα οποία είχαν ιδρυθεί από τον Γκιουλέν. Τέτοια σχολεία είναι εκατοντάδες σε όλο σχεδόν τον κόσμο, και κυρίως σε περιοχές που τελούσαν υπό μη βορειοατλαντική επιρροή. Σκοπός τους να διαμορφώσουν συνειδήσεις και νέες εξαρτημένες ελίτ. Όπως πληροφορηθήκαμε, το 90% των παιδιών της ελίτ της μικρής αυτής κεντροασιατικής χώρας σπουδάζουν στο δίκτυο Sapat, δηλαδή στο δίκτυο Γκιουλέν. Το ατύχημα για την Δύση ήταν ότι ο Ερντογάν, που συμπορευόταν με τον Γκιουλέν, και θεωρήθηκε ως το ισχυρό χαρτί της Δύσης -εξ ου και οι έπαινοι τότε των οπαδών της ελληνοτουρκικής προσέγγισης αλλά και της ανιστόρητης φιλο-οθωμανικής ανάμνησης- ανεξαρτητοποιήθηκε, έγινε ένας γεωπολιτικός «Φρανκεστάιν», που δρα ανεξέλεγκτα, χρησιμοποιώντας εντέχνως τις διαφορές των παγκόσμιων πόλων ισχύος και την γεωστρατηγική του θέση. 

Τώρα οι ΗΠΑ, με «μαστίγιο» και πολλά «καρότα», θέλουν να τιθασεύσουν το «τέρας», αφού, μάλλον, δεν τα κατάφεραν με το πραξικόπημα, και να δουλέψει για λογαριασμό τους. Από την πλευρά του ο σουλτάνος, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, αναλαμβάνει ριψοκίνδυνες αποστολές, που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να ανατρέψουν τις λεπτές ισορροπίες που εκμεταλλεύθηκε για χρόνια. 

Καταληκτικά να αναφέρουμε ότι μια αλλαγή της πολιτικής της Ουάσιγκτον προς την Τουρκία, κοντά σε αυτήν την ανοιχτά φιλοτουρκική του Βερολίνου, θα ήταν ένα πλήγμα για την Ελλάδα και την Κύπρο. Το χειρότερο θα ήταν, όπως επανειλημμένως έχει επισημανθεί στο παρελθόν, ο ελληνισμός να γίνει μέρος του παζαριού, τα δίκαιά του να μπουν στο δούναι και λάβείν για να κρατηθεί η Τουρκία στη Δύση. Η αποδοχή μιας τέτοιας λογικής από Αθήνα και Λευκωσία θα σήμαινε αυτοκτονία. Γιατί η πολιτική της Τουρκίας έναντι ολοκλήρου του ελληνισμού δεν έχει αλλάξει και ούτε πρόκειται να αλλάξει. Ο στόχος παραμένει η απορρόφησή του στον νεο-οθωμανικό χώρο που σχεδιάζει. Οι τακτικές μόνον αλλάζουν. Ο ρυθμός της υλοποίησης μεταβάλλεται ανάλογα με τις συνθήκες. Καμία πίστη λοιπόν σε καλές δήθεν προθέσεις. ΄Όποιες και αν είναι οι σχέσεις Τουρκίας και Δύσης. Επικέντρωση μόνον στον κεντρικό στόχο για την επιβίωσή μας, που δεν είναι άλλος από την πολιτική αποτροπής, εκφρασμένη σε κάθε επίπεδο, διπλωματικό, οικονομικό, ιδεολογικό και στρατιωτικό.