Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2022

Σχέσεις Μπολσεβίκων - Μουσταφά Κεμάλ κατά την περίοδο 1920-1922


Σωτήρης Δημόπουλος 
στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο Μνήμης Μικρασιατικού Ελληνισμού 
της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

Η αποτυχία της μικρασιατικής εκστρατείας οφείλεται στον εσωτερικό διχασμό, τις λανθασμένες αρχικές εκτιμήσεις και τα σφάλματα επί του πεδίου. Καθοριστικό ρόλο, όμως, έπαιξε η τελική εχθρική στάση, σαφής ή κεκαλυμμένη, προς την ελληνική παρουσία στο μικρασιατικό έδαφος, όλων των βασικών διεθνών δρώντων της εποχής, πλην της Αγγλίας. Τις υποδείξεις της οποίας ακολουθούσαν ευλαβικά όλες ανεξαιρέτως οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες. Για τον λόγο τούτο, άλλωστε, ο Άγγλος υπουργός εξωτερικών, και βασικός μέτοχος της Turkish Petroleum, Κώρζον, αισθανόταν τύψεις μετά την επονείδιστη εκτέλεση των εξ. Ωστόσο, κοινός στόχος όλων των υπολοίπων μεγάλων δυνάμεων της Αντάντ ήταν η αποτροπή της δημιουργίας αγγλικών διαδρόμων προς τις πετρελαιοφόρες περιοχές της Μοσούλης και της Κασπίας. 

Στην νίκη των δυνάμεων του Κεμάλ συνέβαλε, όμως, καθοριστικά, και η σοβιετική Ρωσία. 

[...] Από πλευράς Κεμάλ, είναι προφανές ότι το αίτημα βοηθείας προς τους μπολσεβίκους, έγινε σε μια κρίσιμη γι’ αυτόν, στιγμή, την άνοιξη του 1920. Η σχεδόν άμεση θετική ανταπόκριση του Λένιν για τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων, την ανάπτυξη κοινής στρατηγικής στην Υπερκαυκασία και την γενναία αρωγή, σε οπλισμό, χρήματα και στρατιωτικούς συμβούλους, στον στρατό του Κεμάλ, διαρκούντος ακόμη του ρωσικού εμφυλίου, είχε επίσης συγκεκριμένους λόγους: 

1. Η επιδίωξη της συγκρότησης ενός Etat tampon, μιας ουδέτερης οντότητας, στα νότια-νοτιοδυτικά σύνορα του σοβιετικού κράτους. Έτσι ώστε αυτό να είναι ασφαλές από πιθανή επέμβαση δυτικής δύναμης. Θυμίζουμε ότι την περίοδο αυτή οι κομουνιστές είχαν συντρίψει τις δυνάμεις του Ντενίκιν, καθώς και τις ξένες δυνάμεις που είχαν προστρέξει σε βοήθεια. Μεταξύ αυτών, και το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, στην περίφημη ουκρανική εκστρατεία. Μια συμμετοχή, που είχε ως στόχο, σύμφωνα με τις προσδοκίες του Βενιζέλου, κέρδη στην Μικρά Ασία. Βεβαίως, το γεγονός αυτό έδινε στους μπολσεβίκους και μια επιπλέον δικαιολογητική βάση στην φιλοτουρκική πολιτική τους. Αναφέρουμε επίσης ότι ήδη από τις 23 12 1917 Άγγλοι και Γάλλοι είχαν συνάψει μυστική συμφωνία, σύμφωνα με την οποία οι μεν Άγγλοι θα έπαιρναν κάτω από την άμεση επιρροή τους τον Καύκασο και τις περιοχές του Ντον και του Κουμπάν, ενώ οι Γάλλοι θα έλεγχαν την Ουκρανία, την Κριμαία και την Βεσσαραβία. Αγγλικός στρατός είχε βρεθεί στο Μπακού, αλλά και στο Μπατούμ. Ταυτόχρονα, η σοβιετική Ρωσία, την ίδια περίοδο θα αντιμετώπιζε το στρατό του Βράγγελ, στην τελευταία φάση του εμφυλίου, καθώς και την πολωνική εισβολή. Με τα πεδία των μαχών να βρίσκονται κυρίως στα εδάφη της σημερινής Ουκρανίας. Η νίκη στον εμφύλιο και η συμφωνία της Ρίγας το 1921 έκλειναν το δυτικό μέτωπο. Οπότε για τους σοβιετικούς κομουνιστές έμενε μόνον η Ανατολία, που θα σφράγιζε τις πύλες της Υπερκαυκασίας. 

2. Η Υπερκαυκασία ήταν ο δεύτερος λόγος της προσέγγισης των μπολσεβίκων με τους Τούρκους. Στην Γεωργία είχαν επικρατήσει οι μενσεβίκοι, που είχαν στραφεί προς την Αγγλία, στην Αρμενία το κίνημα των Ντασνάκ, που περίμενε την εκπλήρωση των υποσχέσεων των ΗΠΑ για την Μεγάλη Αρμενία και στο Αζερμπαϊτζάν ηγούνταν οι μουσαβατιστές με τμήματα των νεότουρκων. Η κατάσταση παρέμενε ρευστή, ενώ σύντομα θα κινδύνευε η ίδια η ύπαρξη της Αρμενίας από την προέλαση των Τούρκων. Επομένως, η διευθέτηση των διαφορών με την Τουρκία θα εμπέδωνε την σοβιετική εξουσία στην περιοχή. 

3. Η προσπάθεια των μπολσεβίκων να προσεταιριστούν τις χώρες της Ανατολής σε ένα πλαίσιο αντιιμπεριαλιστικό, αντιαποικιακό και αντιδυτικό. Η προσμονή της έκρηξης της παγκόσμιας επανάστασης, πρωτίστως στον αναπτυγμένο κόσμο, δηλαδή στην δυτική Ευρώπη, δεν επιβεβαιωνόταν. Ο Λένιν με μια πολιτική του τύπου «ex oriente lux», θα επιδιώξει να αναδείξει τη σοβιετική Ρωσία ως το κράτος-ηγέτη του απελευθερωτικού αγώνα των λαών της περιφέρειας, ως «φάρο της ανατολής». Και η συνεργασία με την Τουρκία εξυπηρετούσε αυτό το στόχο τη δεδομένη στιγμή. 

4. Η ανάγκη που είχε το σοβιετικό καθεστώς να γίνει αποδεκτό από τις τεράστιες μουσουλμανικές μάζες που κληρονόμησε από τη τσαρική Ρωσία. Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι παραμονές των επαναστάσεων του 1917, οι μουσουλμάνοι της Ρωσίας ανέρχονταν σχεδόν στα 20 εκατομμύρια σε ένα σύνολο 180. Ανάμεσά τους έβρισκαν εύφορο έδαφος πολιτικο-θρησκευτικές ιδεολογίες και κινήματα όπως ο «παντουρκισμός» και ο «παντουρανισμός», που υπονομευτικά προωθούσαν αρχικά, στο πλαίσιο του «Μεγάλου Παιχνιδιού», οι Βρετανοί και στη συνέχεια οι Γερμανοί. Και ήδη από το 1916 είχε εκδηλωθεί το κίνημα των Μπασμάτσι - μουτζαχεντίν- στην Κεντρική Ασία, με αφορμή την στρατολόγησή τους, καθώς έως τότε είχαν απαλλαγή. Οι Τούρκοι, είχαν σοβαρή επιρροή σε αυτούς τους πληθυσμούς. Η συμμαχία μαζί τους θα νομιμοποιούσε την κομουνιστική εξουσία, στο όνομα της αλληλεγγύης των προλεταρίων και των καταδυναστευομένων λαών. Δεν ήταν τυχαία, επομένως, και η στενή σχέση που διατηρούσε η Μόσχα με τον αντίπαλο του Κεμάλ, Ενβέρ πασά, ο οποίος συμμετείχε ενεργά επί 1,5 χρόνο, στην Εταιρεία για την Ενότητα της Επανάστασης με το Ισλάμ (OERI), και στηριζόταν ως εναλλακτική λύση σε περίπτωση ήττας του Κεμάλ, για να εισβάλει στην Ανατολία. Η σχέση αυτή διατηρήθηκε όσο ο πόλεμος στην Μικρά Ασία φαινόταν αμφίρροπος. Μετά στάλθηκε στην Κεντρική Ασία για να πολεμήσει τους Μπασμάτσι, αλλά αυτός άλλαξε στρατόπεδο και έπεσε στη μάχη όπου, θεία δίκη, επικεφαλής των μπολσεβίκων ήταν ένας Αρμένιος κομουνιστής 

Η προτεραιότητα που έδιναν οι σοβιετικοί κομουνιστές στο ζήτημα των μουσουλμάνων φάνηκε και στη διοργάνωση από την Κομιντέρν του Συνεδρίου των Λαών της Ανατολής τον Σεπτέμβριο του 1920 στο Μπακού. Από τους περίπου 1.900 σύνεδρους, που προέρχονταν από την Κεντρική Ασία, την Κίνα, την Ινδία, τον Καύκασο, την Μέση Ανατολή, την Μικρά Ασία, ελάχιστοι ήταν αυτοί που είχαν εμπειρία από το κομμουνιστικό κίνημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο επικεφαλής της Διεθνούς, Ζηνόβιεφ, για να μιλήσει στη γλώσσα που «καταλάβαιναν» οι σύνεδροι, έκανε έκκληση προς τους λαούς του Ισλάμ για «τζιχάντ-ιερό πόλεμο»(!) ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Βεβαίως, ο ίδιος ο Κεμάλ δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στους κομμουνιστές της Μικράς Ασίας. Και για το λόγο αυτό τους καταδίωξε ανελέητα. Τα στελέχη του ΚΚ Τουρκίας,  δολοφονήθηκαν στο πλοιάριο που τους φυγάδευε από την Τραπεζούντα στη Ρωσία, στη γνωστή ως "σφαγή των 15". Προφανώς τους θεωρούσε πιθανούς πράκτορες της Μόσχας, αλλά και φορείς δράσης των Αρμενίων.

Απέναντι στον ελληνισμό η σοβιετική θέση ήταν 

1. Ότι οι Έλληνες ήσαν ενεργούμενα των Άγγλων, εργαλείο του ιμπεριαλισμού. 

2. Ότι αποτελούσαν μαζί με τους Αρμένιους την αστική τάξη της οθωμανικής αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα της Μικράς Ασίας. 

3. Την σοβιετική εμπλοκή την ανιχνεύουμε όμως, και στη δράση του ΣΕΚΕ, που το διάστημα εκείνο εργαζόταν εντατικά για τον ηθικό αφοπλισμό και τη διάλυση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία.

[...]

Σε ότι αφορά το πλαίσιο βοήθειας της σοβιετικής Ρωσίας προς τους κεμαλικούς συνοπτικά να αναφέρουμε ότι μετά από τις πρώτες κρούσεις και τις επιστολές του Κεμάλ, έχουμε στις 24 Αυγούστου, με την επίσκεψη του Μπεκίρ μπεη στην Μόσχα, ένα σχέδιο συμφωνίας φιλίας, που αποτέλεσε τη βάση για τη συνθήκη που υπογράφτηκε στις 16 Μαρτίου 1921.  

Σύμφωνα με αυτήν, θα δινόταν οικονομική βοήθεια προς την Τουρκία ύψους 10 εκατομμυρίων χρυσών ρουβλίων, που αντιστοιχούσαν σε 7,74 τόνους χρυσού. Είχε προηγηθεί η αποστολή  μιας πρώτης παρτίδας χρυσού - 620 κιλά από τα αποθέματα χρυσού της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (100 χιλιάδες χρυσές οθωμανικές λίρες), μέσω του Χαλίλ Πασά.

Συνολικά, η προμήθεια όπλων και πυρομαχικών ανήλθε σε: 37.812  τουφέκια, 324 πολυβόλα -, 63 εκατομμύρια φυσίγγια -. 66 πυροβόλα, 141.173 οβίδες Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η Σοβιετική Ρωσία παρείχε περισσότερα από τα μισά φυσίγγια που χρησιμοποιήθηκαν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, το ένα τέταρτο τουφέκια και πυροβόλα και το ένα τρίτο οβιδών. 

Πέραν αυτών στάλθηκαν στρατιωτικοί σύμβουλοι, όπως τον Αύγουστο του 1921, ο Φρούνζε, που έπαιξε κρίσιμο ρόλο στην ανασυγκρότηση των τουρκικών στρατευμάτων και των κουρδικών εφεδρειών του, καθώς και στις τακτικές που ακολούθησε. Ενώ, ο Αράλοφ που έφθασε ως πρέσβης τον Ιανουάριο του 1922, και έχει αφήσει πολύ χρήσιμες αναμνήσεις από τη δράση του, συμμετείχε ενεργά στην προετοιμασία της τελικής τουρκικής αντεπίθεσης. 

Ταυτοχρόνως, με τη συμφωνία της Μόσχας και εν συνεχεία του Καρς στις 13 Οκτωβρίου 1921, διευθετείται το ζήτημα των συνόρων της Τουρκίας με την σοβιετική Υπερκαυκασία. Έτσι η Τουρκία είχε εξασφαλισμένα νώτα, για να επιδοθεί στον πόλεμο κατά του ελληνικού στρατού. 

Οι σχέσεις, ωστόσο, σοβιετικής Ρωσίας και Κεμάλ δεν ήταν καθόλου ανέφελες. Υπήρχε πάντοτε η αμοιβαία καχυποψία. Από πλευράς Κεμάλ για κομουνιστική διείσδυση στην Ανατολία, και στήριξη του αρμενικού στοιχείου, ενώ από πλευράς μπολσεβίκων για παρασπονδίες προς την Δύση. 

Σε αυτό το διάστημα εκδηλώθηκαν αρκετές κρίσεις, όπως η σύλληψη τον Απρίλιο του 1922 Τούρκων διπλωματών με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της Αγγλίας. Ήταν η εποχή ακριβώς που αναφέρει και ο Γιάννης Κορδάτος, ότι μυστικά ένα στέλεχος της Κομιντέρν, μάλλον ο Καρλ Ράντεκ, τον επισκέφθηκε στην Αθήνα, καθώς εκτελούσε χρέη γενικού γραμματέα του ΣΕΚΕ, για να του ζητήσει να μεταφέρει μια πρόταση για τη δημιουργία ζώνης προστασίας για τους χριστιανούς στην Σμύρνη, με αντάλλαγμα την αναγνώριση της Σοβιετικής Ρωσίας. Παρά τις προσπάθειες του Κορδάτου, δεν υπήρξε καμία θετική αντίδραση από ελληνικής κυβερνήσεως και η προσπάθεια απέτυχε. 

Εν πάση περιπτώσει, ο Κεμάλ εκμεταλλεύθηκε την αμέριστη βοήθεια και του νεαρού σοβιετικού κράτους, με το γνωστό τραγικό για τον ελληνισμό αποτέλεσμα. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών θα συνεχιστούν και την περίοδο του μεσοπολέμου, ιδίως στο πεδίο της οικονομίας, παραμερίζοντας προσωρινά τις σοβαρές αντιθέσεις τους, οι οποίες θα εκδηλωθούν με τη λήξη του β΄παγκοσμίου πολέμου.





 

 

 


 

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Η εθνική ταυτότητα των πρώτων Ρώσων

Князь Владимир Святой Креститель

Παράλληλα με τις στρατιωτικές συγκρούσεις, στον πόλεμο της Ουκρανίας, έχει ενταθεί και η μακρά ρωσο-ουκρανική διαμάχη στο πεδίο της ιστορίας. Κομβικά σημεία διαφωνίας αποτελούν οι σχέσεις Ρώσων και Ουκρανών στο βάθος του χρόνου, αλλά κι αυτή ακόμη η ύπαρξη ή όχι ουκρανικού έθνους. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι θεωρίες που προβάλλονται είναι συχνά άκρως στρατευμένες, με στόχο να δικαιολογήσουν τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες. Χρέος, όμως, της ιστορικής επιστήμης είναι να διαφυλάξει την αντικειμενικότητα της ανάλυσης, ανεξάρτητα από την εκάστοτε συγκυρία. 

Ένα από τα ζητήματα που τίθεται σε αυτήν την ιδιόμορφη αντιπαράθεση, αφορά την εθνική ταυτότητα του κράτους του Ρους του Κιέβου, που αναδύθηκε κατά τον 9ο και 10ο αιώνα. Επρόκειτο, στην ουσία, για την πρώτη ισχυρή κρατική οντότητα των ανατολικών Σλάβων, που σήμερα εκπροσωπούνται από τους Ρώσους, τους Ουκρανούς και τους Λευκορώσους. Από πλευράς, όμως, των Ουκρανών γίνεται λόγος για ένα πρώιμο ουκρανικό κράτος. Την «ουκρανικότητα» του Ρους του Κιέβου, την υποστήριξε αρχικώς, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Ουκρανός ιστορικός, και πρόεδρος της πρώτης Βερχόβνα Ράντα (1917-1918), Μιχαΐλο Χρουσέφσκι. Ο Χρουσέφσκι θεωρούσε ότι ο διαχωρισμός των ανατολικών σλάβων σε διαφορετικές εθνότητες είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της πρώτης χιλιετίας μ.Χ. Πρόσφατα, Ουκρανοί ιστορικοί επιμήκυναν έτι περαιτέρω την ουκρανική ταυτότητα, ταυτίζοντάς την, μάλιστα, με κάθε εθνοτική και φυλετική παρουσία εντός του υφιστάμενου ουκρανικού κράτους. Υπ’ αυτήν την οπτική, εντάσσονται στην ουκρανική συνέχεια, για παράδειγμα, ακόμη και οι Σκύθες, ιρανικό φύλο που κατοικούσε κατά την αρχαιότητα στα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου.

Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των ιστορικών, γλωσσολόγων και αρχαιολόγων ενστερνίζονται την άποψη ότι ο λαός που αναδύθηκε από το μεσαιωνικό Ρους, ήταν ένας, όπως ένας και ενιαίος ήταν ο πνευματικός και υλικός πολιτισμός του. Για να φθάσουμε εκεί, όμως, και στην «ομογενοποίηση» των 13 φυλών των ανατολικών Σλάβων, που κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή που περικλείεται από τη λίμνη Λάντογκα έως τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και από τα Καρπάθια Όρη έως τον Βόλγα, συνέβησαν, μετά τον 9ο αιώνα, δύο καταλυτικά γεγονότα. 

Αρχικώς, ήταν η κρατική συγκρότηση που επέβαλαν Σκανδιναβοί πολεμιστές Βαράγγοι - Ρως, αντικαθιστώντας το χαλαρό φυλετικό σύστημα. Αυτοί αποτέλεσαν την ηγεμονική τάξη της σλαβικής κοινωνίας, δίνοντας μάλιστα και το όνομά τους στο λαό που κυβερνούσαν. Οι ίδιοι αφομοιώθηκαν ταχύτατα από την σλαβική πλειοψηφία, όπως συνέβη, για παράδειγμα, και με την νορμανδική φεουδαρχία στην Γαλατία ή στην Αγγλία. 

Ωστόσο, συνείδηση μιας συλλογικής ταυτότητας επιτεύχθηκε μόνον έπειτα από την πρόσληψη και εμπέδωση της νέας θρησκείας, που ήταν ο Ορθόδοξος χριστιανισμός του Βυζαντίου. Η επιλογή, το 988, του πρίγκιπα Βλαδίμηρου του Κιέβου να βαπτιστεί ο ίδιος χριστιανός και να βαπτίσει, οικειοθελώς ή μη, τη φρουρά και τον λαό του, υπάκουε και στην ανάγκη άμβλυνσης των φυλετικών αντιθέσεων προς όφελος της ενότητας του κράτους. Ταυτόχρονα, με την απόφασή του, στόχευε στην αποτροπή της διείσδυσης των δυτικών δυνάμεων, που με πρόσχημα τον προσηλυτισμό των «παγανιστών», επεξέτειναν τα εδάφη τους. Η μεγάλη απειλή προερχόταν από τα καθολικά κράτη της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που συνένωνε τους Γερμανούς αλλά και τους εκγερμανισμένους Σλάβους. Το αποτέλεσμα ήταν η Ορθοδοξία να καταστεί το κυρίαρχο στοιχείο αυτοπροσδιορισμού των Ρως, που τους διαφοροποιούσε από τη Δύση, ενώ τα σύνορα της Ορθοδοξίας των ανατολικών σλάβων, και όσων άλλων μη σλαβικών φυλών την αποδέχθηκαν, μετατρέπονταν αυτόματα σε εθνική οριογραμμή.

Η ιδέα ότι το σύνολο των ανατολικών Σλάβων ήταν ένας αδιαίρετος λαός εκφράστηκε για πρώτη φορά στο «Χρονικό των Περασμένων Χρόνων», γραμμένο στις αρχές του 12ου αιώνα. Στο ίδιο έργο το Κίεβο, το οποίο στους πρώτους αιώνες της δεύτερης χιλιετίας συναγωνιζόταν επαξίως τις δυτικοευρωπαϊκές πόλεις σε πλούτο και ισχύ, αναφέρεται ως «μητρόπολη των ρωσικών πόλεων». 

Η κατάκτηση, ωστόσο, των ρωσικών εδαφών από την Μογγολοταταρική Ορδή, μια τεράστια ένωση πολλών λαών της Ευρασίας, κατά τον 13ο αιώνα, προκάλεσε το τέλος αυτής της πρώτης περιόδου στην ιστορία των ανατολικών Σλάβων. Αργότερα, η ηγεμονική σκυτάλη θα μεταφερθεί ανατολικότερα, στο δουκάτο της Μοσκοβίας, το οποίο αποτινάσσοντας τον ταταρικό ζυγό έβαλε τα θεμέλια της ρωσικής αυτοκρατορίας. Αντιθέτως, στις δυτικές περιοχές, οι ανατολικοί Σλάβοι βρέθηκαν υπό την εξουσία των Λιθουανών και των καθολικών Πολωνών. Αυτή η διαφοροποίηση στην ιστορική διαδρομή τους φαίνεται ότι συνέβαλε, παρά τις ακραίες θέσεις Ρώσων ιστορικών, στη διαμόρφωση αναμφίβολα διακριτών, αν και όχι περιχαρακωμένων, ταυτοτήτων μεταξύ των ανατολικών Σλάβων. 

Εν πάση περιπτώσει, οι απαντήσεις για την εμφάνιση και την εξέλιξη των εθνών δεν εντοπίζονται ποτέ στο απλουστευτικό δίπολο «άσπρο-μαύρο». Διότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σύνθετη διαδικασία, αενάως διαμορφούμενη από πλείστους εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες. Ας ευχηθούμε, πάντως, οι σκληρότερες αντιπαραθέσεις στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο σύντομα να περιοριστούν αποκλειστικά στο πεδίο της ιστορικής επιστήμης.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Καθημερινή" της Κύπρου, 4.9.22

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2022

Πότε θα λήξει ο πόλεμος στην Ουκρανία;

Map of the south of the country, updated 13 June

Την απάντηση στο ερώτημα πότε θα σταματήσει ο αιματηρός πόλεμος στην Ουκρανία, μάλλον, δεν την γνωρίζει κανείς. Ούτε ο ίδιος ο πρόεδρος της Ρωσίας, που τον ξεκίνησε και έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων, ως επιτιθέμενος. Είναι πιθανόν ο αρχικός σχεδιασμός του να ήταν διαφορετικός, και το χρονοδιάγραμμα που είχε στο μυαλό του πιο σύντομο. Ωστόσο, αυτό θα συνέβαινε αν είχαν ισχύσει κάποιες βασικές προϋποθέσεις.

Πρώτη προϋπόθεση, η κατάρρευση του μετώπου των Ουκρανών στο Ντονμπάς, ώστε η προέλαση του ρωσικού στρατού να έφθανε γρήγορα στα διοικητικά όρια των δύο περιφερειών, του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ, που τμήματά τους είχαν αποσχιστεί ήδη από το 2014. Ο στόχος αυτός ήταν ένας από τους πέντε που έθεσε το Κρεμλίνο για την εισβολή που εξαπέλυσε στο ουκρανικό έδαφος. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Όπως αποδείχθηκε, στα οκτώ χρόνια που μεσολάβησαν από τον εμφύλιο πόλεμο στην ανατολική Ουκρανία, ο ουκρανικός στρατός ανασυγκροτήθηκε ταχέως, εκπαιδεύθηκε και εξοπλίστηκε από δυτικές δυνάμεις, και ήταν ιδιαίτερα αξιόμαχος. Από την Μαριούπολη μέχρι το Χάρκοβο είχε δημιουργηθεί μια ισχυρή γραμμή άμυνας, με την κατασκευή απόρθητων οχυρών. Εξάλλου, οι Ουκρανοί στρατιώτες, που ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν χιλιάδες μέλη των εθνικιστικών ταγμάτων, δεν είχαν σταματήσει τις επιθέσεις κατά των αυτοανακηρυχθεισών δημοκρατιών. Το αποτέλεσμα ήταν οι ρωσικές δυνάμεις να βρεθούν απέναντι σε έναν σοβαρό αντίπαλο, καταβάλλοντας μεγάλο αντίτιμο σε απώλειες έμψυχου δυναμικού και άψυχου υλικού. Ακόμη και η κατάληψη της Μαριούπολης επιτεύχθηκε, αφού καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά το σημαντικό αυτό επίνειο που θεμελίωσαν οι Έλληνες της Κριμαίας το 1780. 

Δεύτερη προϋπόθεση, η επίτευξη της περικύκλωσης από τον ρωσικό στρατό του Κιέβου, εξαναγκάζοντας την ουκρανική ηγεσία είτε σε παραίτηση είτε σε μια επονείδιστη συμφωνία. Ωστόσο, η κύκλωση της ουκρανικής πρωτεύουσας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Οι απώλειες για την ρωσική πλευρά ήταν μεγάλες. Ο Ζελένσκι και η ουκρανική κυβέρνηση κέρδισαν το ηθικό πλεονέκτημα. Η πλειοψηφία των Ουκρανών πολιτών συντάχθηκε με το κράτος τους. Ως εκ τούτου, η ρωσική αποχώρηση από το βόρειο μέτωπο πρέπει να εκληφθεί ως ήττα, και όχι ως τακτική κίνηση. 

Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη φάση του πολέμου βρήκε τους Ρώσους με τεράστια κέρδη στο νότο, καθώς κατέλαβαν σχεδόν ολόκληρη την περιφέρεια της Χερσώνας και το μεγαλύτερο τμήμα της Ζαπαρόζιε. Κομβικές περιοχές, που εξασφαλίζουν την ενδοχώρα της, προσαρτημένης από το 2014 στη Ρωσία, Κριμαίας, αποκλείουν περαιτέρω την έξοδο της Ουκρανίας στην θάλασσα και καθηλώνουν σημαντικές ουκρανικές δυνάμεις για την άμυνα της Οδησσού. 

Σε κάθε περίπτωση, στη δεύτερη φάση του πολέμου η Μόσχα επικεντρώθηκε στο Ντονμπάς, και μετά την κατάληψη του Αζοφστάλ, ο ρωσικός στρατός προχωρά αργά αλλά σταθερά στην προέλαση εντός του υπόλοιπου εδάφους του Λουγκάνσκ και του Ντονιέτσκ, 5% και 45% αντίστοιχα, που είναι ακόμη υπό την κυριότητα των Ουκρανών. Παρά την συνεχή αποστολή στρατιωτικού υλικού από την Δύση, θα αποτελέσει έκπληξη αν οι Ρώσοι δεν ολοκληρώσουν την αποστολή τους στις συγκεκριμένες περιοχές. 

Μόνον, εφόσον φθάσουμε σε αυτό το σημείο, ο Πούτιν θα μπορούσε να σταματήσει τις εχθροπραξίες. Γιατί τότε μόνον θα μπορούσε να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υποστηρίζοντας ότι πέτυχε ήδη τους 3 από τους αρχικούς στόχους του. Δηλαδή: α. την πλήρη κατάληψη των εδαφών του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ, β. την αποναζιστικοποίηση της Ουκρανίας, μέσω της εξολόθρευσης των πιο αξιόμαχων τμημάτων του στρατού της, και γ. την μερική αποστρατιωτικοποίηση του Κιέβου. Θα μένει ασφαλώς η δήλωση ουδετερότητας της Ουκρανίας, που τελικά ήταν εξ αρχής προδιαγεγραμμένη, και η αναγνώριση της Κριμαίας ως ρωσικής επαρχίας. Γνωρίζει, όμως, ο Ρώσος πρόεδρος ότι καμία ουκρανική ηγεσία δεν θα υπέγραφε την απώλεια εθνικών εδαφών, καθώς είναι βέβαιη η διαδικασία ενσωμάτωσης στην ρωσική ομοσπονδία όχι μόνον του Ντονμπάς αλλά και των εδαφών που έχουν καταληφθεί σε Χερσώνα, Ζαπαρόζιε και Χάρκοβο. Άρα, θα οδηγηθούμε σε ένα παρατεταμένο αδιέξοδο. Μία προοπτική που όχι μόνον την προβλέπουν αλλά μάλλον την επιδιώκουν και οι ΗΠΑ, που προσβλέπουν στην οικονομική εξουθένωση της Μόσχας, αλλά και ο ίδιος ο Πούτιν. Κι αυτό γιατί, προφανώς, διαπιστώνει ήδη τα εσωτερικά ρήγματα στο δυτικό στρατόπεδο, λόγω των σοβαρών συνεπειών από την έκρηξη των τιμών της ενέργειας και της επισιτιστικής κρίσης. Το ερώτημα που εγείρεται, όμως, είναι μήπως στο σχεδιασμό του Ρώσου προέδρου, η τρίτη φάση του πολέμου περιλαμβάνει και μια επιχείρηση κατάληψης της Οδησσού και προέλαση μέχρι την Υπερδνειστερία της Μολδαβίας. Αν αυτό συμβεί θα συνεπαγόταν, σε κάθε περίπτωση, την συντριβή της Ουκρανίας, που θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαχειριστούν οι δυτικοί της σύμμαχοι.    


https://www.kathimerini.com.cy/gr/apopseis/prosopikotites-stin-k/pote-tha-stamatisei-o-polemos-stin-oykrania

Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Οι κίνδυνοι από έναν πιθανό ετεροκαθορισμό της εξωτερικής μας πολιτικής

Οι διεθνείς σχέσεις, όπως μας δίδαξε όλη η προηγούμενη περίοδος, δεν διέπονται πλέον με απόλυτα διαχωριστικές γραμμές και συμπαγείς ομάδες κρατών. Η πολυπλοκότητα των ιδιαίτερων συμφερόντων σε ένα σφόδρα ρευστό παγκόσμιο σύστημα εξαναγκάζει τα κράτη σε πολυπρισματική εξωτερική πολιτική, ανάλογα με τις επιμέρους και κατά τομέα και περιφέρεια επιδιώξεις τους. Οι ad hocσυμμαχίες παραβλέπουν πολιτικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές αντιθέσεις, ενίοτε ακόμη και αντιπαλότητες σε άλλα πεδία. Αυτή η ευελιξία αυξάνει το φάσμα των επιλογών και αναβαθμίζει τους δρώντες στο διεθνή καταμερισμό ισχύος. Αντιθέτως, η πρόσδεση σε έναν μόνον πόλο μπορεί να επιφέρει τον ετεροκαθορισμό των στόχων και, τελικώς, ακόμη και την αποδοχή ζημιογόνων αποφάσεων.

Εξ αυτής της απόψεως, είναι απαραίτητο η Ελλάδα, αν και ορθώς έχει συστρατευτεί με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες στο δυτικό στρατόπεδο απέναντι στην παράνομη ρωσική εισβολή, να μην παρασυρθεί σε προσαρμογές της εξωτερικής της πολιτικής σε άμεσα ή περιφερειακά προβλήματα, με αποκλειστικό γνώμονα την κεντρική αντιπαράθεση για την Ουκρανία, αν αυτές δεν εξυπηρετούν τα εθνικά της συμφέροντα. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι για τον ελληνισμό η βασική απειλή προερχόταν και συνεχίζει να προέρχεται πρωτίστως από τον τουρκικό αναθεωρητισμό, κι οι επιλογές της εξωτερικής πολιτικής της οφείλουν να στοχεύουν σε κάθε περίπτωση στην αναχαίτισή του. 

Χαρακτηριστικά παραδείγματα διλημμάτων για την ελληνική εξωτερική πολιτική που μπορεί να προκύψουν το επόμενο διάστημα, εξαιτίας των εξελίξεων του πολέμου μπορεί είναι:

Α. Το Κόσοβο. Η αλήθεια είναι ότι το Βελιγράδι, σε μεγάλο βαθμό, κατορθώνει να διατηρεί ακόμη σερβικό πληθυσμό εντός του βορείου Κοσσυφοπεδίου, λόγω της στήριξης που δέχεται από την Μόσχα. Σε διαφορετική περίπτωση, η Πρίστινα θα είχε, μάλλον, ήδη εκδιώξει κάθε σερβικό στοιχείο, και το πιθανότερο είναι ότι θα είχαμε ανησυχητικές εξελίξεις και στην περιοχή του Πρέσεβο και του Μπουγιάνοβατς. Αυτός είναι και ο κυριότερος λόγος -μαζί με την στήριξη της Δημοκρατίας της Σέρπσκα στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη- των φιλορωσικών αισθημάτων της Σερβίας, και λιγότερο οι ιστορικοθρησκευτικές σχέσεις με τη Ρωσία. Ταυτόχρονα, η σθεναρή σερβική στάση και η εκκρεμότητα της κατάστασης στο Κόσοβο είναι οι παράγοντες που αποτρέπουν, προς ώρας, την υλοποίηση της δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας, που θα αλλάξει καταλυτικά τους συσχετισμούς στην βαλκανική ενδοχώρα. Είναι, ωστόσο, προφανές ότι επιδίωξη του ατλαντικού παράγοντα είναι η ένταξη του Κοσόβου στο ΝΑΤΟ, δοθείσης και της παρούσας συγκυρίας. Προκύπτει, όμως, το ερώτημα, ποια πρέπει να είναι η θέση της Αθήνας σε αυτό το ζήτημα, καθώς ακόμη δεν αναγνωρίζει το Κόσοβο, όπως άλλωστε και η Ισπανία, η Σλοβακία, η Ρουμανία και η Κύπρος. Να συνταχθεί με την νατοϊκή γραμμή, γνωρίζοντας ότι πιθανώς θα συνδράμει στην ανάδυση ενός μεγάλου αλβανικού κράτους στα βόρεια σύνορά μας, ή να παραμείνει σε θέση αρχής, που σχετίζεται και με την μη αποδοχή των αποτελεσμάτων της τουρκικής εισβολής του 74 στην Κύπρο, και υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων της στα Βαλκάνια;

Β. Η Συρία. Ο εμφύλιος πόλεμος στην χώρα αυτή προκλήθηκε με φανερή υποστήριξη της Δύσης, αλλά και της Τουρκίας και πολλών αραβικών κρατών, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Αραβική Άνοιξη», με στόχο την ανατροπή του κοσμικού καθεστώτος του Αλαουίτη Μπασάρ αλ Άσαντ. Μια ευρεία συμμαχία σουνιτών, με αιχμή τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, προέλαυναν προς την Δαμασκό, που η πτώση της ήταν σχεδόν βεβαία. Μόνον, η, την υστάτη στιγμή, παρέμβαση του ρωσικού στρατού απέτρεψε την κατάληψη της πρωτεύουσας και ουσιαστικά όλης της Συρίας. Παρά το γεγονός ότι τμήματα της χώρας είναι ακόμη υπό τουρκική κατοχή, τα σημαντικότερα πληθυσμιακά κέντρα έχουν επιστρέψει σε μια κανονικότητα. Και μαζί με αυτά επιβιώνει ακόμη ο, διωκόμενος ανηλεώς από τους τζιχαντιστές, χριστιανικός πληθυσμός. Ο τελευταίος, όχι μόνον ο ορθόδοξος αλλά και όσοι ανήκουν στις αντιχαλκηδόνιες εκκλησίες, διατηρεί ισχυρή την βυζαντινή ανάμνηση και διακατέχεται από φιλελληνικά αισθήματα. Η Ελλάδα θα πρέπει να εγκαταλείψει τον χριστιανικό πληθυσμό, αλλά και μια χώρα, όπως η Συρία, που μπορεί να προσφέρει σημαντική επιρροή σε ολόκληρη την Μέση Ανατολή, επειδή ο Άσαντ στηρίζεται και από την Μόσχα; 

Γ. Η Αρμενία. Η χώρα αυτή της Υπερκαυκασίας χρωστάει την ύπαρξή της αποκλειστικά στην ρωσική στρατιωτική ισχύ. Αν η Μόσχα δεν είχε επέμβει, έστω και με τον μακιαβελικό τρόπο που το έκανε, ώστε να εξασφαλίσει την νομιμότητα της στρατιωτικής της παρουσίας στην περιοχή αλλά και να μην διαρραγούν οι σχέσεις της με το Μπακού, ολόκληρο το Ναγκόρνο Καραμπάχ θα είχε καταληφθεί. Κανείς δεν θα υπεράσπιζε τους Αρμένιους απέναντι στην επέλαση των Αζέρων και των Τούρκων. Η εξ ανάγκης από πλευράς Ερεβάν έναρξη διπλωματικών επαφών με την Άγκυρα δεν πρέπει να μας παραπλανήσει. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υφίσταται υπαρξιακή απειλή για την ίδια την Αρμενία. Χαρακτηριστική των προθέσεων Μπακού και Άγκυρας υπήρξε η προ ολίγων ημερών προέλαση του αζερικού στρατού εντός του Ναγκόρνο Καραμπάχ και η κατάληψη της περιοχής Φουρούχ, που βρίσκεται εντός των ορίων επίβλεψης της ρωσικής ειρηνευτικής δύναμης. Σε κάθε περίπτωση, η λογική λέει ότι η Ελλάδα οφείλει να συνεχίζει να στηρίζει σθεναρά την Αρμενία απέναντι στις αζερικές και τουρκικές προκλήσεις. 

Δ. Τα κράτη της Κεντρικής Ασίας. Τα τουρκόφωνα κράτη της Κ. Ασίας θα είχαν βρεθεί εδώ και δεκαετίες υπό την άμεση επιρροή της Άγκυρας, αν δεν υφίστατο η ρωσική παρουσία εντός αυτών, με έντονη την οικονομική αλληλεξάρτηση αλλά, και σε κάποιες περιπτώσεις, και την στρατιωτική παρουσία. Το κολοσσιαίο δίκτυο Γκιουλέν, που δημιουργήθηκε την δεκαετία του 1990, είχε προετοιμάσει το έδαφος για την στροφή της Κ. Ασίας προς την Τουρκία. Μπορεί το δίκτυο να αποδυναμώθηκε από την σύγκρουση μεταξύ των δύο παλαιών συνεταίρων Ερντογάν και Γκιουλέν, ωστόσο αυτό που καθόρισε την νέα πραγματικότητα ήταν η επανάκαμψη της Μόσχας στις περισσότερες χώρες της Κ. Ασίας, με πλέον πρόσφατη στην μεγαλύτερη από αυτές, το Καζακστάν. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν τα ελληνικά συμφέροντα εξυπηρετούνται καλύτερα με το παρόν ισοζύγιο επιρροής, και τον ρωσο-κινεζικό-τουρκικό ανταγωνισμό, ή με μια ανατροπή του υπέρ της Άγκυρας.

Ε. Η Κύπρος. Η εμμονή συγκεκριμένων δυτικών χωρών για «λύση» του Κυπριακού, που θα εντάσσεται σε μια συνολικότερη προώθηση των συμφερόντων τους στην Ανατολική Μεσόγειο είναι γνωστή. Έχει άλλωστε εκδηλωθεί, χωρίς αναστολές, σε όλες τις απόπειρες επιβολής ανάλογων σχεδίων στο παρελθόν, με κορυφαία αυτή του «σχεδίου Ανάν». Ποιος είναι ο πυρήνας αυτών των προτάσεων; Η κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αντικατάστασή της από ένα κρατικό μόρφωμα, με χαλαρή κεντρική εξουσία, με ισχυρή την παρεμβατικότητα της τουρκοκυπριακής κοινότητας και άρα της Τουρκίας, με προκαθορισμένα όρια άσκησης εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, και με εξασφάλιση της απρόσκοπτης παραμονής των βρετανικών βάσεων. Προοπτική που ελάχιστα ικανοποιεί την πλειοψηφία του ελληνοκυπριακού πληθυσμού, παρά την ραγδαία ελάττωση των προσδοκιών του και την ανηλεή προπαγάνδα της «όποιας λύσης». Γεγονός αναμφίβολο είναι ότι η Λευκωσία έβρισκε σε όλη την μακρά περίοδο από το 1974 και εντεύθεν την σταθερή στήριξη της Μόσχας. Προφανώς, η ρωσική συνέπεια έχει τους δικούς της λόγους, όπως η αποτροπή της πρόσδεσης της Κύπρου στο νατοϊκό στρατόπεδο, και η συνέχιση της ευρείας ρωσικής οικονομικής δραστηριότητας στο νησί. Όμως, ανεξαρτήτως των ιδιοτελών στόχων, υπάρχει μια σύγκλιση συμφερόντων, που συνιστά ως γνωστόν και το ουσιαστικό υπόβαθρο των διεθνών συμμαχιών. 

Σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη την τουρκοϊσραηλινή προσέγγιση, και την ανάγκη της Δύσης να διαμορφώσει μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και την ραγδαία μείωση του ρωσικού αποτυπώματος στην Κυπριακή Δημοκρατία, είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί νέο σχέδιο λύσης. Από την πλευρά της η Άγκυρα δείχνει ότι είναι έτοιμη για νέες προτάσεις που θα την εντάσσουν στο νέο σχήμα που διαμορφώνεται. Άλλωστε και οι ΗΠΑ έστειλαν το κατάλληλο σήμα, απαξιώνοντας την κατασκευή του EastMed, που δυστυχώς λειτούργησε μόνον σαν μοχλός διπλωματικής πίεσης για τους Τούρκους. Η Κύπρος, δεδομένου ότι ένας αγωγός φυσικού αερίου από το Ισραήλ προς την Ευρώπη, μέσω Τουρκίας, δεν μπορεί να περάσει από τα χωρικά ύδατα του Λιβάνου και της Συρίας, καθίσταται ο απαραίτητος ενδιάμεσος κόμβος. Προηγουμένως, όμως, απαιτείται να βρεθεί μια λύση. Και η πιθανότερη λύση ίσως είναι αυτή που προωθούν μετ’ επιτάσεως οι Βρετανοί: ένα μοντέλο συνομοσπονδίας, που θα σημάνει το τέλος της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ίσως την αρχή του τέλους της ελληνοκυπριακής παρουσίας.

Το ερώτημα είναι, απέναντι σε ένα νέο σχέδιο για το Κυπριακό, βασισμένο σε μια λογική απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο για την Ευρώπη, κι εφόσον θα έχει τα παραπάνω αρνητικά χαρακτηριστικά, ο ελληνισμός θα είναι υποχρεωμένος να το αποδεχθεί;

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

Η ιστορική διαδικασία της δημιουργίας της «Νοβορόσια» μέχρι τον 19ο αιώνα

View of Odessa - Original Tempera on Paper by C. Bossoli - Mid 19th Century  Mid 19th Century for sale at Pamono
 Οδησσός, μέσα του 19ου αιώνας


Το παρακάτω κείμενο παρουσιάζει σε γενικές γραμμές το ιστορικό υπόβαθρο της κατάκτησης και του αποικισμού, από την Ρωσική Αυτοκρατορία, της περιοχής που σήμερα αποτελεί την νότιο Ουκρανία, και ονομάστηκε κατά τον 18ο αιώνα "Νοβορόσια". Το πλαίσιο που περιγράφεται, θεωρούμε ότι, είναι αρκετά κοντά στην ιστορική αλήθεια, σε ότι αφορά στα γεγονότα μέχρι τις αρχές ή και τα μισά του 19ου αιώνα.


του Μιχαήλ Ντιούνωφ

 

Από τα τέλη του 15ου αιώνα, όταν ιδρύθηκε το ρωσικό συγκεντρωτικό εθνικό κράτος από τον τσάρο Ιβάν Γ', η Ρωσία κινείτο σταθερά προς το νότο. Αρχικά, ο λόγος για αυτήν την επιλογή ήταν η ανάγκη να περιοριστεί η απειλή των συνεχών επιθέσεων από τους Τάταρους της Κριμαίας. Ήταν, επίσης, απαραίτητο να αναγκαστούν οι Τούρκοι να εγκαταλείψουν τις αξιώσεις τους στη Νότια Ρωσία, εκείνα τα εδάφη που τον 18ο αιώνα άρχισαν να ονομάζονται Νοβορόσια [Νέα Ρωσία - η σημερινή Νότιος Ουκρανία, βορείως της Μαύρης Θάλασσας και της Αζοφικής Θάλασσας].

Ένα απομεινάρι της Χρυσής Ορδής - το Χανάτο της Κριμαίας - είχε εγκατασταθεί και διαβίωνε με άνεση στην εύφορη χερσόνησο της Κριμαίας. Περιβαλλόταν από μια προστατευτική ζώνη με στέπες, με σπάνιες πηγές νερού, και υπήρχε ένα ιδανικό μέρος για άμυνα - ο Ισθμός του Περεκόπ [το μικρό κομμάτι ξηράς που ενώνει την Κριμαία με την ενδοχώρα], όπου ένα μικρό στρατιωτικό απόσπασμα μπορούσε να σταματήσει με επιτυχία έναν ολόκληρο στρατό. Ωστόσο, η κύρια άμυνα της Κριμαίας ήταν η υποτέλεια του χανάτου στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενός πανίσχυρου κράτους, το οποίο έτρεμε, την περίοδο από τον 15ο έως και τον 17ο αιώνα, όλη η Ευρώπη.

Εκμεταλλευόμενοι την ατιμωρησία τους, οι Τάταροι της Κριμαίας διαμόρφωσαν έναν ιδιαίτερο τύπο οικονομίας, αυτήν των επιδρομών, συχνό στις νομαδικές κοινότητες που διαβιούσαν στην περιφέρεια του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Εμφανίστηκε σε περιοχές που υπήρχαν, αφενός, πυκνές μάζες εγκατεστημένου πληθυσμού και, αφετέρου, νομάδες που μπορούσαν να κινητοποιήσουν ταχύτατα μια μεγάλη και μετακινούμενη γρήγορα στρατιωτική δύναμη. Οι τακτικές ληστείες των εγκατεστημένων γειτόνων αντιπροσώπευαν σημαντικό μερίδιο στην οικονομία των λαών που ασχολήθηκαν με αυτήν την μορφή οικονομίας.

Λήστευαν, φυσικά, κυρίως Ρώσους. Άλλωστε, τα νέα σύνορά των τελευταίων βρίσκονταν μπροστά από τις, τόσο ευνοϊκές για την μετακίνηση του ταταρικού ιππικού, απέραντες πεδιάδες που εκτείνονται από τον Ντον μέχρι τον Δνείπερο. Στο Χανάτο της Κριμαίας διαμορφώθηκε επίσης ένα ιδιαίτερο έθιμο. Οι νεαροί Τάταροι πολεμιστές έπρεπε να αποδείξουν το θάρρος και την ικανότητά τους να θρέψουν τις οικογένειές τους, καθώς και να συγκεντρώνουν κεφάλαια για την αγορά της νύφης. Για να γίνει αυτό, μια φορά κάθε δύο ή τρία χρόνια διενεργούσαν μια επιδρομή, επιστρέφοντας στο σπίτι με λάφυρα.

Την μεγαλύτερη αξία την είχαν οι αιχμάλωτοι. Οι Ρώσοι άντρες θεωρούνταν δυνατοί σκλάβοι και οι νεαρές Σλάβες, που εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα για την ομορφιά τους, πουλιόντουσαν για σημαντικά ποσά στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Στη Ρωσία αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν ακόμη και ειδικό κονδύλι κρατικών δαπανών για τα λύτρα που θα έπρεπε να πληρώνονται για την απελευθέρωση των ορθοδόξων, που υποδούλωναν οι Τάταροι και οι Τούρκοι.

Ως αποτέλεσμα των συνεχών επιδρομών, έως τον 15ο-16ο αιώνα, μια τεράστια περιοχή από την ακτή της Μαύρης Θάλασσας μέχρι το Μπριάνσκ και το Ριαζάν [σήμερα εντός Ρωσικής Ομοσπονδίας] ερημώθηκε πλήρως. Οι γόνιμες εκτάσεις της «τσερνοζιόμ» [μαύρο χώμα - τεράστια εδάφη από την Ουκρανία έως βαθιά εντός της Ρωσίας], οι οποίες την περίοδο του αρχαίου Ρους [πριν την μογγολοταταρική κατάκτηση του 13ου αιώναέδιναν πλούσια σοδειά, δεν καλλιεργούνταν για πολλά χρόνια και πήραν το χαρακτηριστικό όνομα «Ντίκοε Πόλε» [Άγριο Πεδίο - πρόκειται για μια τεράστια περιοχή που βρίσκεται βορείως της Μαύρης Θάλασσας και της Αζοφικής και ορίζεται δυτικά από τον ποταμό Δνείστερο και ανατολικά από τους ποταμούς Δόν και Χαπιόρ]. Οι Λιθουανοί πρίγκιπες με δυσκολία κρατούσαν άμυνα κατά μήκος της γραμμής Κιέβου-Τσερνίγκοφ. Το Μεγάλο Δουκάτο της Μόσχας προσπαθούσε να σταματήσει τις επιδρομές της Κριμαίας στον ποταμό Οκά. Οι Τάταροι, όμως, έφταναν με ευκολία στο Ριαζάν, ακόμη και στην ίδια την Μόσχα.

 

Προσπάθειες αναχαίτισης της ταταρο-οθωμανικής πίεσης

Με τον καιρό, οι Ρώσοι έμαθαν να πολεμούν τους νομάδες. Το 1566, στα νότια σύνορα, κατά μήκος του ποταμού Οκά, κτίστηκε το Μεγάλο Τείχος [Zasechnaya cherta - μια οχυρωματική κατασκευή πολλών χιλιομέτρων, κάτι ανάλογο του Σινικού Τείχους και των ρωμαϊκών limes]. Αλλά ακόμη και η μόνιμη γραμμή άμυνας των συνόρων δεν βοηθούσε πάντα. Το 1571, όταν το ρωσικό κράτος είχε ήδη κατακτήσει με επιτυχία το Καζάν και το Αστραχάν και πολεμούσε στα κράτη της Βαλτικής, ο ταταρικός στρατός του Χάνου Ντεβλέτ Γκιράι έφτασε στην ίδια τη Μόσχα, την κατέστρεψε και την έκαψε ολοσχερώς.

Ωστόσο, σταδιακά η ρωσική τάξη άρχισε να ξεπερνά την τόλμη των νομάδων. Οι Τάταροι μπόρεσαν να φτάσουν στη Μόσχα για τελευταία φορά το 1591. Και τον 17ο αιώνα, υπό την δυναστεία των Ρομανώφ, η Ρωσία έγινε αρκετά ισχυρή ώστε να σταματήσει σχεδόν εντελώς τις επιδρομές.

Ωστόσο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνέχισε να θεωρεί ως εδάφη της ολόκληρη την περιοχή βορείως της Μαύρης Θάλασσας. Οι Τούρκοι επενέβαιναν συνεχώς στις υποθέσεις των Κοζάκων που ζούσαν στη Μικρή Ρωσία, που ονομαζόταν και Χετμανάτο, από τον τίτλο «Χέτμαν»[όρος προερχόμενος από τα γερμανικά, που σημαίνει, μεταξύ άλλων, τον επικεφαλής ενός στρατιωτικού αποσπάσματος. Αποτέλεσε τον τίτλο του ηγεμόνα της Ουκρανίας από το 1648 έως το 1764 και το 1918]. Αυτό ήταν το όνομα του επικεφαλής του «Σιτς του Ζαπαρόζιε», του ηγεμόνα των Μικρών Ρώσων Κοζάκων, που αρχικώς λάμβανε την εξουσία του από τον Πολωνό βασιλιά και στη συνέχεια, μετά την ένταξη του Χετμανάτου στη Ρωσία, από την Μόσχα.

Το 1669, οι Οθωμανοί κατάφεραν να κερδίσουν με το μέρος τους τον Χέτμαν Πέτρο Ντοροσένκο. Αυτός αναγνώρισε την υποτελή εξάρτηση της Μικρής Ρωσίας από την Τουρκία, προδίδοντας τον Ρώσο τσάρο, παραβιάζοντας τους όρους της Συνθήκης του Περεγιασλάβ του 1654, όπου, εκ μέρους όλου του πληθυσμού του Χετμανάτου, συμφωνήθηκε ότι: «θα υπηρετήσουμε άμεσα και πιστά σε όλα τα θέματα τις εντολές του Τσάρου για πάντα». Ο πόλεμος ήταν μακρύς και σκληρός. Στο τέλος του, η Δεξιά Όχθη της Ουκρανίας [τα εδάφη δυτικά από τον Δνείπερο - περίπου η σημερινή κεντρική Ουκρανία] και η Ποδολία [η περιοχή βορείως της περιφέρειας Οδησσού, ανατολικά και βόρεια από την σημερινή Μολδαβία] βρέθηκαν υπό την κυριαρχία των Τούρκων. Αργότερα, τα εδάφη αυτά καταλήφθηκαν από τους Πολωνούς, οι οποίοι νίκησαν τους Οθωμανούς κοντά στη Βιέννη το 1683.

Επί βασιλείας της πριγκίπισσας Σοφίας [ετεροθαλούς αδελφής του Μ. Πέτρου], ο ρωσικός στρατός έφτασε για πρώτη φορά στο Περεκόπ, ξεπερνώντας τις ξηρές στέπες, όπου οι Τάταροι είχαν δηλητηριάσει τα πηγάδια. Τα στρατεύματα ήταν πολύ αποδυναμωμένα και ο διοικητής του στρατού, ο πρίγκιπας Γκολίτσιν, δεν τόλμησε να εισβάλει στις οχυρώσεις του Περεκόπ.

 

Η ρωσική Reconquista

Ο τακτικός στρατός που δημιούργησε ο Πέτρος Α΄ και η μετατροπή της Ρωσίας σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος άλλαξαν την ισορροπία δυνάμεων. Τον 18ο αιώνα, η κατεύθυνση της δράσης άρχισε να αντιστρέφεται. Η Ρωσική αυτοκρατορία άρχισε να επιστρέφει στα ιστορικά εδάφη του Αρχαίου Ρους [της προ μογγολοταταρικής εισβολής]. Η ρωσική Reconquista είχε αρχίσει. Έτσι αντιλήφθηκε η Ρωσία τους πολέμους με την Τουρκία - ως ιερό καθήκον να επιστρέψει στο κράτος τα εδάφη που κάποτε ανήκαν στους πρώτους πρίγκιπες της δυναστείας των Ρουρικιδών.

Με βάση την ιδέα αυτής της μεγάλης αποστολής, αλλά και έχοντας τις συνεχείς επιδρομές των Τατάρων της Κριμαίας και την παρέμβαση των Τούρκων στα ρωσικά συμφέροντα στην Πολωνία, η Ρωσία το 1735 κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Μέχρι εκείνη την εποχή, ο ρωσικός στρατός, που απολάμβανε ακόμη τη δόξα των νικών επί των Σουηδών [ρωσο-σουηδικός ή βόρειος πόλεμος 1700-1721], ήταν από τους καλύτερους στην Ευρώπη. Επικεφαλής του ήταν ένας εξαιρετικός διοικητής και στρατιωτικός διοικητής, ο στρατάρχης Burchard von Munnich.

Στις 30 Μαΐου 1736, τα ρωσικά συντάγματά πλησίασαν το απόρθητο Περεκόπ και την 1η Ιουνίου το κατέλαβαν με μια γρήγορη επίθεση. Οι Τάταροι εξεπλάγησαν τόσο πολύ από τις επιτυχίες της Ρωσίας που παρέδωσαν την πρωτεύουσα του Χανάτου, το Μπαχτσισαράι, χωρίς μάχη και έφυγαν για τις στέπες. Η τελειότητα της στρατιωτικής μηχανής της ρωσικής αυτοκρατορίας κατέστησε πλέον δυνατή την εύκολη οργάνωση της προμήθειας ενός μεγάλου στρατού που κινείτο μέσα από τη στέπα, η οποία μέχρι τότε θεωρείτο αδιάβατο εμπόδιο.

Αν και, ήδη, από τη δεκαετία του 1730, η Ρωσία μπορούσε να επιφέρει στρατιωτικές ήττες στους Τούρκους, δεν ήταν, ωστόσο, ακόμη δυνατό να ξεκινήσει η ανάπτυξη της περιοχής της Νοβορόσια. Η Reconquista συνεχίστηκε υπό την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄. Τότε το ρωσικό κράτος αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα, ο πληθυσμός αυξανόταν ταχύτατα, η οικονομία διογκώθηκε, το εμπόριο διευρύνθηκε, χτίστηκαν εργοστάσια και τα έσοδα του ταμείου αυξήθηκαν σημαντικά. Η Ρωσία έχει γίνει μια από τις κορυφαίες δυνάμεις στον κόσμο. Αυτό κατέστησε δυνατό να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη μάχη για τον νότο της Ρωσίας.

Το 1768, ο Τούρκος σουλτάνος Μουσταφά κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Οι Οθωμανοί ήθελαν να καταλάβουν την Ποδολία και την Βολινία [η περιοχή που περιλαμβάνει την σημερινή βορειοδυτική Ουκρανία και επεκτείνεται δυτικά στην Πολωνία και βορείως εντός της Λευκορωσίας], κάτι που τους υποσχέθηκαν οι Πολωνοί που είχαν ξεκινήσει εξέγερση κατά της Ρωσίας. Οι Πολωνοί ήταν έτοιμοι ακόμη και να παραδώσουν τα εδάφη τους για να απαλλαγούν από την κηδεμονία της Αγίας Πετρούπολης.

Όμως ο πόλεμος έφερε πρωτοφανή επιτυχία για τα ρωσικά όπλα. Και οι Τούρκοι και οι Πολωνοί ηττήθηκαν. Ως αποτέλεσμα του πολέμου, η Κριμαία απέκτησε την ανεξαρτησία της [από την Οθωμανική αυτοκρατορία] και ο ρωσικός στόλος εδραιώθηκε σταθερά στη Μαύρη Θάλασσα.

Μια τέτοια απότομη ενίσχυση της Ρωσίας δεν άρεσε στους ηγεμόνες της Κωνσταντινούπολης. Οι Τούρκοι προσπαθούσαν συνεχώς να ανακτήσουν την επιρροή τους στις υποθέσεις της Κριμαίας και να εγκαταστήσουν εκεί φιλικούς τους Χάνους. Σε απάντηση, η Αικατερίνη Β' συμφώνησε με τον τελευταίο Χάνο Σαγκίν-Γκιρέι για την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία. Έτσι, εμφανίστηκε η επαρχία της Ταυρίδας στο ρωσικό κράτος, ενώ παράλληλα ξεκίνησε η ταχύτατη ανάπτυξη της Νοβορόσια υπό την επίβλεψη του πρίγκιπα Ποτέμκιν.

 

Η ίδρυση των πόλεων και η ανάπτυξη της οικονομίας

Σε ελάχιστα χρόνια, νέες πόλεις αναπτύχθηκαν, οι αγρότες άρχισαν να σπέρνουν την καλλιεργήσιμη γη ανέγγιχτη για αιώνες, και οι έμποροι άρχισαν να ανοίγουν νέους εμπορικούς δρόμους. Τα εδάφη μοιράστηκαν δωρεάν - με μόνη προϋπόθεση οι άποικοι να τα καλλιεργούν και να τα κατοικούν.

Το 1787, η Αικατερίνη Β', συνοδευόμενη από πολυάριθμους ξένους καλεσμένους, ταξίδεψε μέσω της Νοβορόσιας στην Κριμαία. Όλοι έμειναν έκπληκτοι με το πόσο γρήγορα μπόρεσαν οι Ρώσοι να κυριαρχήσουν στα εδάφη που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί από τους Τούρκους. Παρεμπιπτόντως, ο θρύλος των «χωριών Ποτέμκιν» δημιουργήθηκε τότε από τις προσπάθειες της γαλλικής διπλωματίας - συμμάχου της Τουρκίας. Οι Γάλλοι διπλωμάτες, οργισμένοι αλλά και αδύναμοι να αναχαιτίσουν τη Ρωσία, διέδιδαν ψευδείς φήμες για την αποτυχία των σχεδίων της Αικατερίνης Β' και του πρίγκιπα Ποτέμκιν.

Ο αποικισμός της Νοβορόσια προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από τις ρωσικές επαρχίες, γι' αυτό, μέχρι να έρθουν στην εξουσία οι Μπολσεβίκοι, κανείς δεν σκέφτηκε καν να θεωρήσει αυτά τα εδάφη ουκρανικά. Η Ουκρανία, που τότε ονομαζόταν Μικρή Ρωσία, καταλάμβανε μια πολύ μικρή περιοχή στο τρίγωνο Κιέβου-Τσερνίγκοφ-Πολτάβα. Οι Ρώσοι ίδρυσαν το Χάρκοβο (1654), την Οδησσό (1794), την Χερσώνα (1778), τον Γιεκατερινοσλάβ (1777) [προς τιμήν της Αγίας Αικατερίνης, προστάτριας της τσαρίνας]που το 1926 μετονομάστηκε σε Ντιεπροπετρόβσκ, και το 2016 σε Ντιπρό, την Μαριούπολη (1778)[η πόλη αρχικώς κατοικήθηκε αποκλειστικών από τους Έλληνες που είχαν έλθει από την Κριμαία το 1778], το Νικολάγιεφ (1788), το Λουγκάνσκ (1795), το Ζαπαρόζιε (1770) και το Ντονιέτσκ (1869).

Οδηγημένοι από τη δίψα για εκδίκηση, οι Οθωμανοί το 1787 κήρυξαν ξανά τον πόλεμο. Αλλά πάλι νίκησε η Ρωσική Αυτοκρατορία, με επικεφαλής τους στρατηγούς Ρουμιάντσεφ, Σουβόροφ, Ρέπνιν, και άλλους εξαιρετικούς διοικητές. Έτσι έληξε θριαμβευτικά η ρωσική Reconquista.

Τι πήρε τελικά η Ρωσία από όλους αυτούς τους πολέμους; Πρώτα απ' όλα, εξέλιπε η απειλή των επιδρομών των Τατάρων, που είχαν εξαντλήσει για αιώνες τις περιοχές στη νότια Ρωσία. Η Νοβορόσια αποδείχθηκε μια εξαιρετικά πλούσια και εύφορη γη, η οποία μετατράπηκε στον κύριο σιτοβολώνα της Ρωσίας. Επίσης, αναδύθηκε εκεί μια ισχυρή βιομηχανική περιοχή, η οποία στις αρχές του 20ου αιώνα αποδείχθηκε όχι μόνο η σημαντικότερη πηγή άνθρακα και μετάλλων, αλλά και το κέντρο για την παραγωγή μεγάλης ποικιλίας βιομηχανικών προϊόντων. Τα λιμάνια της Οδησσού και της Μαριούπολης έγιναν οι κύριες θαλάσσιες πύλες της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα και πηγές ολοένα αυξανόμενου εισοδήματος από τις εξαγωγές σιτηρών και άνθρακα.

 

Πηγή: https://vz.ru/society/2022/3/28/1150697.html

Κυριακή 20 Μαρτίου 2022

ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ της Ρωσίας στην Ουκρανία

 


Τα συμπεράσματα που βγάζουμε βάσει της αποτύπωσης των κινήσεων της Μόσχας στον χάρτη και των πληροφοριών που γίνονται γνωστές για τους στόχους της Ρωσίας, ανέλυσε ο Σωτήρης Δημόπουλος μιλώντας στην εκπομπή “Εμείς οι Έλληνες”, του γνωστού δημοσιογράφου, Λάμπρου Καλαρρύτη, στο ραδιόφωνο “ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ FM” 18.3.22. 
Σύμφωνα με την οπτική του οι στόχοι της Ρωσίας φαίνεται να είναι οι ακόλουθοι:

Στόχος πρώτος: κατάληψη όλων των εδαφών που περιλαμβάνονται στα διοικητικά όρια των νομών Ντονιέτσκ και Λουγκάνσκ. Στο Ντονιέτσκ, απομένει η κατάληψη της Μαριούπολης, που είναι κομβικό εμπορικό λιμάνι. Για το λόγο αυτό διεξάγονται εκεί λυσσώδεις μάχες εντός της πόλεως. Στο Λουγκάνσκ, κύριος στόχος είναι η κατάληψη της πόλης Σεβεροντονιέτσκ, που βρίσκεται το επιτελείο του ουκρανικού στρατού που επιχειρεί επί 8 χρόνια εναντίον των αποσχισθεισών περιοχών.
Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επιστροφής των περιοχών αυτών στην δικαιοδοσία του Κιέβου, εκτός και ηττηθεί η Ρωσία επί του πεδίου ή καταρρεύσει εξ ολοκλήρου η Ρωσική Ομοσπονδία. Η Μόσχα ζητά στους όρους της ανεξαρτησίας των δύο «Λαϊκών Δημοκρατιών». Θα την συνέφερε όμως περισσότερο να παραμείνουν εντός της Ουκρανίας με διευρυμένη αυτονομία, ώστε να ελέγχουν την κεντρική πολιτική του Κιέβου.

Στόχος δεύτερος: Σε συνδυασμό με τον πρώτο είναι η εξουδετέρωση όσο δυνατόν μεγαλύτερου τμήματος του ουκρανικού στρατού που βρίσκεται στα ανατολικά -πάνω από 30.000 στρατιώτες. Αυτό θα διευκολύνει, μεταξύ άλλων, και τον όρο της αποστρατιωτικοποίησης της Ουκρανίας, που έχει θέσει η Μόσχα.

Στόχος τρίτος: η κατοχύρωση των θέσεων της Ρωσίας στην Χερσώνα, που έχει καταληφθεί, και κατάληψη του Νικολάγιεφ, που βρίσκεται στον δρόμο προς την Οδησσό. Η μη προέλαση προς το ιστορικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας οφείλεται στις δυσκολίες της επιχείρησης του ρωσικού στρατού, που μάλλον θα συνεχιστεί μετά το Νικολάγιεφ.

Η κατάληψη όσο περισσοτέρων νομών από το ρωσικό στρατό ευνοεί την προώθηση του στόχου της Μόσχας για ομοσπονδιοποίηση της Ουκρανίας, που θα καταστήσει εντελώς αδύναμη την κεντρική κυβέρνηση, θα μειώσει την επιρροή της δυτικής Ουκρανίας αλλά και τις δυνατότητες επέμβασης των δυτικών δυνάμεων.
Προς αυτήν την κατεύθυνση είχαμε και κάποια επιπλέον δείγματα όπως:
Α. Η αναφορά για δημοψήφισμα στην Χερσώνα με σκοπό την ανακήρυξη Λαϊκής Δημοκρατίας και την δήλωση του κυβερνήτη της Κριμαίας Αξένοφ για πληρωμή των μισθών και των συντάξεων στον νομό αυτό σε ρούβλια.
Β. Η δημόσια έκκληση των Ρουθηνών, μειονότητας σλαβικής στην δυτική Ουκρανία, για ανακήρυξη αυτόνομης περιφέρειας, με τον τίτλο «Ρους των Καρπαθίων» στις περιοχές που διαβιούν.

Στόχος τέταρτος: Το σημαντικό όμως όλων των ρωσικών κινήσεων αφορά στο κλείσιμο της λαβίδας στο Κίεβο. Ήδη από τις δύο πλευρές αυτό έχει επιτευχθεί. Ο ρωσικός στρατός βρίσκεται ελάχιστα έξω από την περιοχή Μπραβαρί, στην δεξιά όχθη του Δνείπερου. Μοναδική διέξοδος είναι η νότια πλευρά, που αποτελεί και οδό διαφυγής των αμάχων.

Η διάχυση του πολέμου στην Ουκρανία με την συμμετοχή και δυτικών δυνάμεων είναι δύσκολο να συμβεί, καθώς οι ΗΠΑ επιθυμούν την επιμήκυνση του πολέμου εντός της Ουκρανίας, που καταπονεί τον ρωσικό στρατό και δημιουργεί προϋποθέσεις να τρωθεί το κύρος του Πούτιν, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την σταθερότητα του καθεστώτος.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2022

Δέκα οφέλη της Κίνας από τις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας

Ukraine crisis looms large as China-Russia trade tops record $140bn -  Nikkei Asia 

 

     της Ol'ga Samofalova



Αρκετές τρίτες χώρες μπορούν να επωφεληθούν από την οικονομική αντιπαράθεση της Δύσης με τη Ρωσία. Ωστόσο, η Κίνα, ως η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, θα έχει πολύ μεγαλύτερα κέρδη σε αυτή την παγκόσμια ανακατανομή. Τα οφέλη θα είναι τέτοια που μπορεί να κάνουν το Πεκίνο να ξεπεράσει τη Δύση στις εμπορευματικές και χρηματοοικονομικές αγορές, ακόμη και στον τομέα των αεροπορικών ταξιδιών. Η εφημερίδα VZGLYAD συγκέντρωσε 10 βασικά οφέλη που μπορεί να έχει το Πεκίνο από τη συνεχιζόμενη παγκόσμια οικονομική ανακατάταξη.

 

Πρώτο, το κινεζικό σύστημα πληρωμών Union Pay θα καταστεί το πλέον ευεργετημένο της γεωπολιτικής. Επτά μεγάλες ρωσικές τράπεζες έχουν ήδη ανακοινώσει τα σχέδιά τους να ενταχθούν σε αυτό το σύστημα πληρωμών, μετά την άρνηση της MasterCard και της Visa να πραγματοποιούν πληρωμές στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό, τα δυτικά συστήματα δεν σταμάτησαν την λειτουργία τους, αλλά οι συναλλαγές στο εξωτερικό έχουν σταματήσει. Για τις εγχώριες συναλλαγές, η Ρωσία έχει το δικό της σύστημα πληρωμών, το Mir. Μπορεί κάποιος να πληρώσει με την κάρτα Mir και σε κάποιες άλλες χώρες, αλλά ο αριθμός τους είναι ακόμα μικρός. Ενώ οι κάρτες με το κινεζικό σύστημα πληρωμών γίνονται δεκτές σε 180 χώρες του κόσμου. Η Mir θα προσπαθήσει να διευρύνει τη λίστα των ξένων εταίρων. Με την πάροδο του χρόνου, τη θέση της MasterCard και της Visa, τόσο στο εξωτερικό όσο και στη Ρωσία, μπορούν να καταλάβουν αυτά τα δύο συστήματα πληρωμών - το κινεζικό και το ρωσικό. Στη συνέχεια, ο εντεινόμενος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο παικτών θα οδηγήσει σε φθηνότερες υπηρεσίες συναλλαγών και χρήσης των καρτών, το κόστος των οποίων είναι πιθανό αρχικώς να αυξηθεί.

 

Δεύτερο, θα ωφεληθεί το κινεζικό τραπεζικό σύστημα. Η άρνηση της Δύσης να δανείσει σε ρωσικές τράπεζες και να επενδύσει σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία ανοίγει επίσης ευκαιρίες για την Κίνα. Μετά το 2014, το Πεκίνο έχει ήδη αρχίσει να δανείζει τις ρωσικές τράπεζές και πλέον η πρόσβαση στις δυτικές κεφαλαιαγορές έχει κλείσει εντελώς, πράγμα που σημαίνει ότι η ζήτηση για δάνεια στην Κίνα μπορεί να αυξηθεί απότομα. Το ασιατικό χρήμα ήταν αρχικά πιο ακριβό από τα δυτικά. Όμως η έλλειψη εναλλακτικών λύσεων θα επιταχύνει τον επαναπροσανατολισμό της χρηματοπιστωτικής αγοράς.

 

Τρίτο, το κινεζικό γουάν θα ενισχυθεί. Ο αποκλεισμός της πρόσβασης στο δολάριο και το ευρώ δημιουργεί έλλειψη δυτικού νομίσματος για την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας και τις ρωσικές τράπεζες. Επομένως, οι συναλλαγές με αυτά τα νομίσματα στη Ρωσία είναι περιορισμένες για όλους. Ρωσικές τράπεζες, εταιρείες, επενδυτές μετοχών και απλοί Ρώσοι μπορεί να στρέψουν την προσοχή τους στο κινεζικό γουάν. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το γουάν είναι το πέμπτο μεγαλύτερο αποθεματικό νόμισμα στον κόσμο. Οι κεντρικές τράπεζες διατηρούν αποθέματα 319 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε γουάν (στοιχεία για το τρίτο τρίμηνο του 2021). Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσικής Ομοσπονδίας διατήρησε το 13% των αποθεματικών της σε γουάν - και αυτό ήταν σωτήριο, γιατί τα αποθέματα σε δολάρια και ευρώ είναι παγωμένα από τη Δύση. Μόνο ο χρυσός και το γουάν έμειναν στον ρωσικό κουμπαρά.

Το γουάν μπορεί επίσης να αντικαταστήσει το δολάριο και το ευρώ στους διεθνείς διακανονισμούς ρωσικών εταιρειών με ξένους εταίρους. Στις αρχές Μαρτίου, μια κινεζική κρατική τράπεζα με υποκατάστημα στη Μόσχα είδε αύξηση στις ρωσικές εταιρείες που προσπαθούσαν να ανοίξουν νέους λογαριασμούς, επεσήμανε το Reuters.

Το νόμισμα της «Ουράνιας Αυτοκρατορίας» δεν έχει τη ρευστότητα του δολαρίου ή του ευρώ, αλλά στην τρέχουσα κρίση αποδείχθηκε πιο σταθερό από τα δυτικά νομίσματα. Η αστάθεια του δολαρίου και του ευρώ είναι αρκετές φορές υψηλότερη από την αστάθεια του γουάν έναντι του ρουβλίου. Το κινεζικό νόμισμα αυξάνεται επίσης έναντι του ρουβλίου, αλλά το άλμα δεν είναι τόσο απότομο όσο αυτό του δολαρίου. Και ο επαναπροσανατολισμός της Ρωσίας στο γουάν θα βοηθήσει το κινεζικό νόμισμα να αυξήσει τη ρευστότητά του στο μέλλον.

«Εκτός από τις καθαρά ποσοτικές μετρήσεις, στην οικονομία είναι σημαντική και η εμπιστοσύνη στο ίδιο το σύστημα. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, που εφάρμοσαν οικονομικές κυρώσεις, η Κίνα έχει αποδειχθεί αξιόπιστος εταίρος που δεν πολιτικοποιεί τα χρηματοπιστωτικά μέσα. Έτσι, το κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα παίρνει επίσης καλούς ηθικούς βαθμούς», λέει ο αναλυτής της EXANTE, Βλαντίμιρ Ανανίεφ.

 

Τέταρτο, το εμπόριο με τη Ρωσία θα συνεχίσει να σημειώνει ιστορικά ρεκόρΗ Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ρωσίας. Πέρυσι, το εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών έφτασε σε ιστορικό υψηλό, σχεδόν στα 147 δισεκατομμύρια δολάρια (αύξηση 36%). Αυτά είναι τα στοιχεία της Γενικής Διοίκησης Τελωνείων της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Φέτος μπορούμε να περιμένουμε ένα νέο ρεκόρ. Τουλάχιστον τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2022, το διμερές εμπόριο αυξήθηκε σχεδόν κατά 39%. Αυτή είναι η υψηλότερη ανάπτυξη τους πρώτους δύο μήνες κάθε έτους από το 2010.

Νωρίτερα, οι επικεφαλής της Ρωσίας και της Κίνας είχαν θέσει ένα σχέδιο για αύξηση του εμπορίου στα 200 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2024, μεταξύ άλλων και μέσω του διαδικτυακού εμπορίου. Ωστόσο, υπό το πρίσμα των γεγονότων, το εμπόριο με την Κίνα μπορεί να αρχίσει να αυξάνεται πολύ πιο γρήγορα από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως.

 

Πέμπτο, ακόμη περισσότερα κινεζικά καταναλωτικά αγαθά θα εισέλθουν στη ρωσική αγορά. Λόγω του ελλείμματος του δολαρίου και του ευρώ, τα οποία χρησιμοποιούνται για την αγορά εισαγόμενων αγαθών, τα κινεζικά ρούχα, και εν γένει τα καταναλωτικά αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των παιδικών παιχνιδιών, που κατασκευάζονται στην Κίνα, θα γίνουν πλέον ακόμη πιο ελκυστικά.

«Στην εγχώρια ρωσική αγορά μη εδώδιμων καταναλωτικών αγαθών, το μερίδιο των εισαγωγών ήταν 75%. Στην αγορά υποδημάτων, η κινεζική παραγωγή κατείχε το 60%. Υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι λογικό να αναμένεται αύξηση της προσφοράς καταναλωτικών αγαθών από την Κίνα: ρούχα, υποδήματα, παιχνίδια, υφάσματα και έπιπλα. Οι εισαγωγές κινεζικών προϊόντων διατροφής μπορεί να αυξηθούν σημαντικά λόγω των φρούτων και λαχανικών, των ψαριών και των θαλασσινών», δήλωσε η Μαρία Ντόλγκοβα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Οικονομικών και Τιμών του Οικουμενικού Πανεπιστημίου Γ. Πλεχάνοφ.

 

Έκτο, οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες, τις οποίες οι Ρώσοι προηγουμένως πολύ αντιπαθούσαν, θα βρεθούν σε πλεονεκτική θέση. «Στο φόντο της έλλειψης αυτοκινήτων άλλων εμπορικών σημάτων, οι πωλήσεις κινεζικών επιβατικών αυτοκινήτων διπλασιάστηκαν το 2021», λέει η Ντόλγκοβα. Φέτος, οι πωλήσεις τόσο των κινεζικών αυτοκινήτων όσο και των ανταλλακτικών θα συνεχίσουν να αυξάνονται. Αυτό θα διευκολυνθεί από την έλλειψη ανταλλακτικών και τη μείωση της πραγματικής ζήτησης, που θα προστίθενται στις κυρώσεις, καθώς και από τη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών, σημειώνει η Ντόλγκοβα.

Σύμφωνα με την Avtostat, τον Ιανουάριο του 2022, το μερίδιο των Κινέζων στην αγορά νέων επιβατικών αυτοκινήτων αυξήθηκε σχεδόν στο 10%, ενώ πριν από ένα χρόνο (τον Ιανουάριο του 2021) ήταν στο μισό - μόλις 4,8%. Σε γενικές γραμμές, πέρυσι ανήλθε στο 7,5%. Οι πωλήσεις κινεζικών εμπορικών σημάτων συνεχίζουν να κινούνται κόντρα στην αγορά, η οποία μειώνεται. Η μετοχή της κινεζικής μάρκας Chery ανήλθε στο 3,3%, της Haval - 3,1%, της Geely - 2,1%.

Η Κίνα είναι πιθανό να βοηθήσει τους Ρώσους με τις επισκευές αυτοκινήτων δυτικής μάρκας. «Όχι για όλα, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος των αυτοκινήτων, η μερίδα του λέοντος των ανταλλακτικών μπορεί να αντικατασταθεί με κινέζικα αντίστοιχα», επισημαίνει ο Ανανίεφ.

 

Έβδομο, η Κίνα μπορεί να πάρει όλη τη ρωσική ενέργεια και άλλες πρώτες ύλες που η Ευρώπη θα αρνηθεί, εάν βρει τη δύναμη για ένα τέτοιο αυτοκτονικό βήμα.

Το Πεκίνο θα αγοράσει ευχαρίστως όλο το πετρέλαιο και όλο τον άνθρακα που ενδέχεται να εγκαταλείψει η Ευρώπη. Τεχνικά, δεν θα είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν τέτοιες παραδόσεις δια θαλάσσης. Επιπλέον, η τιμή για αυτούς θα είναι ελκυστική. Το ίδιο ισχύει για τα μέταλλα και άλλες πρώτες ύλες. «Η Κίνα ενδιαφέρεται για όλες τις πρώτες ύλες, καθώς δεν έχει δικές της», λέει ο Ανανίεφ. Τα τελευταία πέντε χρόνια, η Κίνα έχει ήδη διπλασιάσει τις αγορές της ρωσικής ενέργειας, φθάνοντας σχεδόν τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια, επεσήμανε το Bloomberg.

Σοβαρότερα προβλήματα ενδέχεται να προκύψουν με το φυσικό αέριο, το οποίο είναι προσανατολισμένο για παραδόσεις στην Ευρώπη. Η μεταφορά του στην Κίνα θα απαιτούσε την κατασκευή νέων υποδομών, που θα απαιτούσαν πολύ χρόνο και χρήμα.

 

Όγδοο, οι Κινέζοι επενδυτές μπορούν να γίνουν πιο ενεργοί και να επενδύσουν σε ρωσικές εταιρείες σε μειωμένες τιμές, επειδή οι θέσεις στη ρωσική αγορά απαλλάσσονται από τους ανταγωνιστές. Στο πλαίσιο της φυγής δυτικών γιγάντων από τη Ρωσία (BP, Exxon, Equinor), η Κίνα μπορεί να γίνει ο κύριος επενδυτής, συμπεριλαμβανομένων των ρωσικών εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου (αλλά όχι μόνο). Έχουν ήδη προκύψει πληροφορίες ότι η Κίνα βρίσκεται σε συνομιλίες με τις κρατικές εταιρείες ενέργειας και φυσικών πόρων της σχετικά με την πιθανή απόκτηση μεριδίων σε ρωσικές εταιρείες ενέργειας και φυσικών πόρων, όπως η Gazprom και η Rusal, ανέφερε το Bloomberg, επικαλούμενο πηγές.

 

Ένατο, θα αποκτήσει μεγαλύτερη δυναμική ο ρόλος της Κίνας ως οδός παράκαμψης για τη Ρωσία. Δηλαδή, η Κίνα μπορεί να γίνει η μεσάζουσα, μέσω της οποίας η Ρωσία θα πάρει τα απαραίτητα δυτικά εξαρτήματα με την καταβολή προμήθειας σε τρίτο. Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη ότι η Κίνα δεν θα ρισκάρει τα οικονομικά της συμφέροντα ούτε για χάρη των Ηνωμένων Πολιτειών ούτε για χάρη της Ρωσίας. Με την Κίνα, όπως και με οποιονδήποτε άλλο εταίρο, πρέπει κανείς να είναι σε εγρήγορση.

«Τόσο οι κυβερνητικές δομές όσο και οι επιχειρήσεις στην Κίνα είναι πολύ ρεαλίστριες. Θα αξιολογήσουν σχολαστικά όλα τα πιθανά οφέλη και τις ζημίες από τη συνεργασία με Ρώσους εταίρους. Αυτό ισχύει τόσο για τις εξαγωγές από την Κίνα όσο και για τις ρωσικές εισαγωγές στη χώρα αυτή. Εάν οι απειλές για κυρώσεις από τρίτες χώρες για συνεργασία με τη Ρωσία, κατά τη γνώμη τους, είναι πραγματικές, τότε αυτό μπορεί να υπερβεί όλα τα οφέλη από αυτήν», πιστεύει η Ντόλγκοβα.

«Μπορεί να υπάρξουν προβλήματα με την άφιξη κινεζικών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας, μεταξύ άλλων λόγω του κινδύνου δευτερογενών κυρώσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει απαγόρευση στην εξαγωγή στη Ρωσία ενός αριθμού τύπων εξοπλισμού υψηλής τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένων των ημιαγωγών, όχι μόνο απευθείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και από οποιαδήποτε χώρα όπου τα προϊόντα κατασκευάζονται με χρήση αμερικανικών εξαρτημάτων και τεχνολογιών - όπου οι προμήθειες θα απαιτούν άδεια από τις αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές. Οι «παραβάτες» μπορεί να υπόκεινται σε αυστηρά πρόστιμα ή ακόμη και να χάσουν την πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ», λέει η Όλγα Μπλελένκαγια, επικεφαλής του τμήματος μακροοικονομικής ανάλυσης της FG Finam.

Την Πέμπτη, ο εκπρόσωπος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Αερομεταφορών Βαλέρι Κουντίνοφ έκανε μια απροσδόκητη δήλωση, λέγοντας ότι η Κίνα αρνήθηκε να προμηθεύσει εξαρτήματα αεροσκαφών στη Ρωσία, επομένως θα πρέπει να αναζητήσει εναλλακτικούς προμηθευτές στην Ινδία και την Τουρκία. Σύντομα, ωστόσο, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αερομεταφορών διέψευσε τα λόγια του συνεργάτη της, όπως τα εξέφρασε σε συνέδριο του κλάδου. Επιπλέον, δεν έχει το δικαίωμα να σχολιάζει εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Αερομεταφορών. «Ο Κουντίνοφ μετέδωσε λάθος πληροφορίες. Προφανώς, μεμονωμένες αεροπορικές εταιρείες προσέγγισαν αρκετούς από τους Κινέζους αντισυμβαλλομένους τους για ανταλλακτικά και εκείνοι αρνήθηκαν. Αλλά αυτό δεν είναι επίσημη άρνηση της Κίνας να προμηθεύσει ανταλλακτικά στη Ρωσία. Ένα άλλο πράγμα είναι ότι η Κίνα δεν παράγει βασικά δυτικά ανταλλακτικά για Boeing και Airbus. Και σε ποιο κράτος θα εγγραφεί μια εταιρεία που θέλει να γίνει μεσάζουσα για την αγορά ανταλλακτικών και την παροχή τους σε Ρώσους μεταφορείς - δεν παίζει κανένα ρόλο. Η Κίνα δεν είναι πανάκεια. Υπάρχουν πολλές χώρες στον κόσμο, ακόμη και οι Σεϋχέλλες μπορούν να γίνουν ενδιάμεσοι», εξηγεί ο Ρομάν Γκουσάροφ, επικεφαλής της διαδικτυακής πύλης Avia.ru.

 

Δέκατο, η Κίνα μπορεί να έχει άλλο ένα όφελος από την επιβολή κυρώσεων στον αεροπορικό τομέα της Ευρώπης και της Ρωσίας. Πρώτον, οι κινεζικές αεροπορικές εταιρείες μπορούν να κερδίσουν χρήματα από τα δρομολόγια επάνω από την Σιβηρία. «Για τους Ευρωπαίους, οι πτήσεις πάνω από το ρωσικό έδαφος απαγορεύονται. Και αυτή είναι η συντομότερη και πιο κερδοφόρα διαδρομή από την Ευρώπη στην Ασία και αντιστρόφως. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα πρέπει να πετούν γύρω από τη ρωσική επικράτεια, επομένως οι αποστολείς εμπορευμάτων και οι επιβάτες θα πάνε όπου είναι φθηνότερα - σε ασιατικούς αερομεταφορείς, συμπεριλαμβανομένων των κινεζικών. Οι ασιατικοί αερομεταφορείς μπορούν να κατακτήσουν πλήρως την αγορά μεταφοράς επιβατών και αγαθών από την Ευρώπη στην Ασία και να πλουτίσουν σε αυτό», λέει ο Ρομάν Γκουσάροφ. Δεύτερον, εάν η Ρωσία έχει προβλήματα με τον στόλο μεγάλων αποστάσεων και οι ρωσικοί αερομεταφορείς δεν μπορούν να πετάξουν μεγάλες αποστάσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, τότε αυτά τα δρομολόγια θα χαρούν επίσης να αναληφθούν από κινεζικές αεροπορικές εταιρείες.

«Πέρυσι, η Ρωσία εξυπηρέτησε 17.000 διαμετακομιστικές πτήσεις στις υπερσιβηρικές (από την Ευρώπη προς την Ασία) και τις διαπολικές διαδρομές (από τις ΗΠΑ στην Ασία). Πρόκειται για 1,5 χιλιάδες πτήσεις το μήνα. Ακόμη και αν οι ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες αντιπροσώπευαν μόνο τις μισές πτήσεις, αυτό σημαίνει απώλεια 700 πτήσεων το μήνα. Αυτή είναι μια τεράστια απώλεια της αγοράς. Είναι ένα πολύ οδυνηρό χτύπημα. Ενώ η Ρωσία δεν κατάλαβε καν την απώλεια της ευρωπαϊκής κατεύθυνσης. Οι πτήσεις στο εξωτερικό πέρυσι αντιπροσώπευαν μόνο το 21% της συνολικής κίνησης και η Ευρώπη αντιπροσώπευε μόνο ένα δύο τοις εκατό», καταλήγει ο Γκουσάροφ.

Φυσικά, οι Κινέζοι θα υπολογίσουν τους κινδύνους συνεργασίας με τη Ρωσία και θα προσπαθήσουν να αποφύγουν να πέσουν σε δευτερογενείς κυρώσεις. Ωστόσο, το Πεκίνο και η Μόσχα έχουν ήδη ισχυρή εμπειρία στην επιχειρηματική δραστηριότητα και τη διασφάλιση της οικονομικής ανάπτυξης ενόψει των περιορισμών των κυρώσεων.

 

Πηγή: https://vz.ru/economy/2022/3/11/1147920.html