Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Οι δομικές αλλαγές της κυπριακής κοινωνίας και η εκλογική αναμέτρηση της 24ης Μαΐου

Στην Ελλάδα είθισται να προσεγγίζουμε τις εκλογικές αναμετρήσεις στην Κύπρο κυρίως μέσα από το πρίσμα του εθνικού ζητήματος. Ωστόσο, αυτό που περισσότερο θα προσδιορίσει το αποτέλεσμα στις κοινοβουλευτικές εκλογές της Κυριακής στη Μεγαλόνησο είναι οι κοινωνικοοικονομικές παράμετροι. 

Η Κύπρος του 2026 μικρή σχέση έχει όχι μόνον με αυτό που ήταν τη δεκαετία του 1970, αλλά ακόμη και με τις αρχές της παρούσας χιλιετίας. Αν και για δεκαετίες παρουσίαζε σταθερά υψηλό βιοτικό επίπεδο, τα τελευταία χρόνια βιώνει ένα πραγματικό οικονομικό θαύμα. Η οικονομία της καλπάζει και ταυτόχρονα η κοινωνία της μεταμορφώνεται με γοργούς ρυθμούς. Πρόκειται, όμως, για αλλαγές που γίνονται απολύτως με τους όρους της παγκοσμιοποίησης, πέρα από κάθε πολιτική κάποιας εθνικής αυτοπροστασίας. Το αποτέλεσμα είναι η αλματώδης οικονομική ανάπτυξη να διαμορφώνει μια πολυπολιτισμική κοινωνία, που προσομοιάζει σε Βαβέλ, τα τμήματα της οποίας σε ένα σημαντικό βαθμό ζουν βίους παράλληλους. 

 

Τα «χρυσά διαβατήρια» και η ραγδαία ανάπτυξη

Η Κυπριακή Δημοκρατία, μετά την εισβολή του 1974, κατόρθωσε να αξιοποιήσει την ασύγκριτη γεωγραφική της θέση και το υψηλό επίπεδο των υπηρεσιών της, ώστε να προσελκύει κεφάλαια. Έτσι συνέβη αρχικώς, μετά την κρίση του Λιβάνου τη δεκαετία του 1980, και ακολούθησαν η Γιουγκοσλαβία και κυρίως η Ρωσία μετά το 1990, με τη βοήθεια των κυπριακών λογιστικών γραφείων και της χαμηλής επιχειρηματικής φορολογίας. Το «κούρεμα» των καταθέσεων το 2013, περισσότερο ως πολιτική πράξη αναχαίτισης της ρωσικής επιρροής, οδήγησε σε μια σοβαρή υπαναχώρηση την κυπριακή οικονομία. Ωστόσο, χάρη στην κυνική επιδεξιότητα του προέδρου Αναστασιάδη, και με φόρμουλα τα λεγόμενα «χρυσά διαβατήρια», δηλαδή κυπριακή και ευρωπαϊκή υπηκοότητα για επενδυτές άνω των 2,5 εκατομμυρίων ευρώ, εισέρρευσαν στην κυπριακή οικονομία σχεδόν 10 δισεκατομμύρια, ενώ ο κατασκευαστικός τομέας κατέστη η ατμομηχανή της παραγωγής. Λόγω της υψηλής ζήτησης άρχισαν να ξεφυτρώνουν παντού ουρανοξύστες, κάνοντας τη Λεμεσό μικρό Ντουμπάι. Βεβαίως, η απληστία οδήγησε σε υπερβολές, και αυτές με τη σειρά τους στη λήξη του προγράμματος, και στην πρόσκληση του FBI από τον νέο πρόεδρο Χριστοδουλίδη σε μια πρωτοφανή χειρονομία νομιμοφροσύνης προς τις ΗΠΑ – φαίνεται ότι η ιδέα του άρεσε τόσο που ο πρόεδρος ξανακάλεσε το FBI για την περίεργη υπόθεση καταγγελίας παραδικαστικού Δρουσιώτη-«Σάντη». 

Σε κάθε περίπτωση, τα περίπου 7.000 «χρυσά διαβατήρια» τη δουλειά τους την έκαναν. Η κρίση όχι μόνον ξεπεράστηκε, αλλά η κυπριακή οικονομία έφθασε σε πρωτόγνωρα μεγέθη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ από τα σχεδόν 20 δις δολ. ονομαστικό ΑΕΠ και τα 23.130 δολ. κατά κεφαλήν του 2015, σκαρφάλωσε το 2026 στα 45,17 δις και στα 45.409 αντιστοίχως. Η πρόβλεψη μάλιστα για το 2031 δείχνει το ΑΕΠ στα 57.180 δισ. δολ. 

Η ανάπτυξη για το πρώτο τετράμηνο του 2026 είναι 3,0%, ενώ προηγήθηκε το 3,8% για το ’25 και 3,9% για το ’24. Το εμπορικό ισοζύγιο, από ελλειμματικό προ Covid, σημειώνει πλεονάσματα άνω του €1 δις μετά το 2021, κυρίως χάρη στις υπηρεσίες. Οι καταθέσεις το 2024 φθάνουν σε 55,9 δις ευρώ.

Καθοριστική συμβολή στην ανάπτυξη έχει πάντα ο κατασκευαστικός κλάδος και γενικά το realestate. Χιλιάδες αλλοδαποί, κυρίως υψηλού και πολύ υψηλού εισοδήματος κατασκευάζουν ή αγοράζουν κατοικίες σε όλη την Κύπρο. Προηγούνται ασφαλώς οι Ρώσοι, που αποτελούν μια πολύ μεγάλη κοινότητα, κυρίως στη Λεμεσό, η οποία ζει σχεδόν σε «ρωσικές» συνθήκες. Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, ακολούθησαν και μερικές δεκάδες χιλιάδες πολύ ευκατάστατοι Ουκρανοί. Παρουσία έχουν, βεβαίως, και εκπρόσωποι άλλων εθνοτήτων από Ευρώπη και Ασία. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια τον τόνο τον δίνουν οι Ισραηλινοί. Είναι αυτοί που αγοράζουν όχι μόνον κατοικίες, αλλά κάθε ακίνητο που πωλείται, και στην Κύπρο πλέον πωλούνται τα πάντα. Η υπόθεση με την αγορά ολόκληρου χωριού, την Τρόζενα Λεμεσού, από εβραϊκά επιχειρηματικά συμφέροντα, είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου. 

Το αποτέλεσμα είναι να έχει πάρει «φωτιά» ο κατασκευαστικός κλάδος. Η συνολική συνεισφορά των κατασκευών και της ανάπτυξης ακινήτων στο κυπριακό ΑΕΠ ξεπερνά το 15%, ενώ η απασχόληση στον κλάδο ανέρχεται στις 47.000 εργαζόμενους. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εγγεγραμμένα μέλη του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου ανέρχονται σε 14.200, εκ των οποίων 4.700 πολιτικοί μηχανικοί, 3.300 αρχιτέκτονες, 3.100 μηχανολόγοι μηχανικοί, 2.400 ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, 300 επιμετρητές ποσοτήτων και 400 εκτιμητές γης, καθώς και περισσότεροι από 2.200 εγγεγραμμένοι εργολάβοι.

Σοβαρή συνεισφορά στο ΑΕΠ έχει όμως και τουρισμός με 14% το 2025, καθώς οι αφίξεις ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 4,5 εκατ., με άνοδο 41,6% σε ορίζοντα τριετίας και το ίδιο διάστημα τα έσοδα κατά 51,1%. Πολύ δυναμικός είναι και ο κλάδος της Ναυτιλίας με 5,4% στο ΑΕΠ.

Ένας ακόμη πολύ δυναμικός κλάδος, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, είναι οι λεγόμενες εταιρείες FOREX ή fintech, που έχουν κάνει έδρα τους την Κύπρο, οιοποίες παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες με βάση την αγορά του ξένου συναλλάγματος και παράλληλα μέσω διαδικτυακών προγραμμάτων αγοραπωλησίας πρόσβαση σε χρηματιστήρια και αλλά χρηματοοικονομικά μέσα. Οι συγκεκριμένες απασχολούν μεγάλο αριθμό εισαγόμενων υπαλλήλων

 

Δομικές αλλαγές στον πληθυσμό

Οι οικονομικές αλλαγές που συνέβησαν όλο το προηγούμενο διάστημα είχαν δραματικές συνέπειες στη σύνθεση του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Απογραφής του 2021, ο συνολικός πληθυσμός στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου ανήλθε στα 923.381 άτομα, σημειώνοντας αύξηση της τάξης του 9,9% σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της Απογραφής του 2011. 

Μια αύξηση 10% σε μια δεκαετία για μια ευρωπαϊκή χώρα είναι εντυπωσιακή, όμως, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά δείχνουν τι πραγματικά έχει συμβεί. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι όσον αφορά στον πληθυσμό που καταγράφηκε κατά υπηκοότητα, 719.252 άτομα ή ποσοστό της τάξης του 77,9% ήταν Κύπριοι, 93.540 ή ποσοστό 10,1% ήταν υπήκοοι άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως από Ελλάδα (4,7%), ενώ 107.168 άτομα ή ποσοστό της τάξης του 11,6% ήταν υπήκοοι χωρών εκτός ΕΕ.

Σε κάποιες περιοχές, μάλιστα, όπως η επαρχία Πάφου το ποσοστό των αλλοδαπών προκαλεί έκπληξη, καθώς φθάνει το 38%!

Εν τω μεταξύ, νεότερα στοιχεία που εμφανίστηκαν για το 2025 δείχνουν ότι στην Κύπρο τουλάχιστον ένας στους τέσσερεις κατοίκους είναι αλλοδαπός (24,8%).

Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι το ποσοστό των ατόμων 65 ετών και άνω (17,2%) έχει ξεπεράσει το ποσοστό παιδιών ηλικίας κάτω των 15 ετών (15,4%). Αλλά και μεταξύ των νέων διαπιστώνεται η διαρκώς αυξητική παρουσία των αλλοδαπών. 

Έτσι, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι αλλοδαποί μαθητές αποτελούν το: 

23% στο σύνολο της δημόσιας εκπαίδευσης, με αυξανόμενα ποσοστά στις κατώτερες βαθμίδες, δείγμα της αύξησης της πιο πρόσφατης εισροής:

- 26,4% στα νηπιαγωγεία

- 22,4% στα δημοτικά

- 20,6% στα δημόσια Γυμνάσια

- 16% στις Τεχνικές Σχολές

- 15% στα Λύκεια

Στην ιδιωτική εκπαίδευση η αύξηση των αλλοδαπών μαθητών είναι ακόμη πιο μεγάλη, αποτέλεσμα της έλευσης νέων κατοίκων με υψηλά εισοδήματα. Συγκεκριμένα, στα Δημοτικά, από 1905 παιδιά το 2014, ανήλθαν το 2024 σε 4550. Στα Γυμνάσια, οι ξένοι μαθητές από 1105 το 2014, δέκα χρόνια μετά ανήλθαν στους 4237.

Σχετικά με τον τομέα της εκπαίδευσης θα πρέπει να σημειωθεί η ραγδαία αύξηση των ιδιωτικών, και κυρίως των αγγλόφωνων σχολείων. Είναι αυτά τα σχολεία που στέλνει η κυπριακή ελίτ τα παιδιά της, όπου διδάσκονται τα μάθηματά τους κυρίως στα αγγλικά, με ελάχιστες ώρες αφιερωμένες στην ελληνική γλώσσα και ιστορία. Τα αγγλόφωνα Λύκεια δεν δίνουν καν τη δυνατότητα για συμμετοχή στις παγκύπριες εξετάσεις αλλά παρέχουν απολυτήρια για την εισαγωγή σε αγγλόφωνα Πανεπιστήμια του εξωτερικού. Στα συγκεκριμένα σχολεία, που το ποσοστό των αλλοδαπών είναι ακόμη υψηλότερο, και με προέλευση από οικογένειες με οικονομική επιφάνεια, συχνά διαμορφώνεται μια νοοτροπία «παγκοσμιοποιημένου» ανθρώπου, με νέες και νέους που όχι μόνον εκφράζονται στην αγγλική Lingua Franca, αλλά σκέφτονται εκτός του όποιου εθνικού πλαισίου. 

Ένα άλλο ιδιαίτερο φαινόμενο είναι οι εξ ολοκλήρου ξένες εκπαιδευτικές δομές – από νηπιαγωγείο μέχρι και λύκειο- κυρίως ρωσικές, βρετανικές, εσχάτως και ουκρανικές. Στα σχολεία αυτά, βεβαίως, δεν διδάσκεται τίποτε το ελληνικό. Πρόσφατα, ανακοινώθηκε ότι στη Λεμεσό ιδρύεται και ανάλογο εβραϊκό ίδρυμα. Πρόκειται για το διεθνές σχολείο Cyprus Jewish Academy of Excellence, με προϋπολογισμό άνω των 50 εκατομμύρια ευρώ, που χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Yael Foundation, και θα προσφέρει σπουδές με έμφαση στις εβραϊκές αξίες, σε 1.500 μαθητές από την Κύπρο και το εξωτερικό. Όπως δήλωσε ο Ραβίνος Yehoshua Smukler, που εποπτεύει του έργου: «Το σχολείο θα αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο της εβραϊκής κοινότητας της Κύπρου».

 

Οικοδομή και οικιακές βοηθοί 

Γυρνώντας, πάλι στο «θαύμα» της οικοδομής πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι βασίστηκε όχι μόνον στα εισρέοντα ξένα κεφάλαια, αλλά και στην αφθονία φθηνού εργατικού δυναμικού. Τον ρόλο αυτό έχουν αναλάβει οικοδόμοι από την Ασία, πρωτίστως Σύριοι και γενικώς Άραβες, και έπονται αυτοί της υποσαχάριας Αφρικής. Η απορρόφηση όλων αυτών στην αγορά εργασίας μείωσε και τις αντιδράσεις από την εισροή των μεταναστών. Η αλήθεια είναι ότι το αρμόδιο υφυπουργείο Μετανάστευσης,-μετά την έκρηξη στις αιτήσεις ασύλου το 2022 που ξεπέρασαν τις 22.000,  έχει εντείνει από το 2023 τις επιστροφές των παράνομων μεταναστών - 3.000 ήδη στο α΄ τετράμηνο του 2026, ενώ οι ροές φέτος έχουν μειωθεί κατά 30%. Ωστόσο, η εισροή διεξάγεται κυρίως μέσω των νομίμων οδών από τα εξειδικευμένα πρακτορεία παροχής εργαζομένων, που είναι εξαιρετικά προσοδοφόρες επιχειρήσεις. 

Ένα ακόμη σημαντικό τμήμα των αλλοδαπών εργαζομένων στην Κύπρο, είναι το υπηρετικό προσωπικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2023, περίπου 29.167 νοικοκυριά εργοδοτούν κοντά στους 24.207 βοηθούς, εκ των οποίων άνω του 90% αφορά οικιακές βοηθούς. Άγνωστος βεβαίως ο αριθμός της αδήλωτης εργασίας στον συγκεκριμένο κλάδο. Στην τελευταία έκθεση αξιολόγησης, για την περίοδο 2020-2024, η οργάνωση «GRETA» σημειώνει ότι οι οικιακές βοηθοί είναι μετανάστες που προέρχονται κυρίως από Φιλιππίνες, Σρι Λάνκα, Νεπάλ και Βιετνάμ. Οι περισσότερες εργάζονται κατά μέσο όρο 58 ώρες την εβδομάδα, ξεπερνώντας κατά πολύ τις 42 ώρες που προβλέπονται από τα συμβόλαιά τους, καθώς η συντριπτική τους πλειοψηφία, μένει στα σπίτια των εργοδοτών τους. Βάσει της κυπριακής νομοθεσίας, ο μικτός μηνιαίος μισθός για οικιακούς βοηθούς καθορίζεται στα 460 ευρώαπό τα οποία μπορεί να αφαιρεθεί έως και το 25% για φαγητό και διαμονή, ενώ, ο κατώτατος μισθός για τις άλλες κατηγορίες εργαζομένων ξεκινά από τα 1.000 ευρώ. Να σημειωθεί ότι η εργοδότηση υπηρετικού προσωπικού επί 24ώρου βάσεως είναι ευρέως διαδεδομένη, και δεν περιορίζεται στην φροντίδα ηλικιωμένων, αλλά περιλαμβάνει παιδιά, σκυλιά κλπ. Κοντά σε αυτούς είναι οι αναρίθμητοι Ινδοί και Πακιστανοί ντελιβεράδες, οι υπάλληλοι των καταστημάτων, αφού αρκεί γι’ αυτήν την εργασία μόνον η γνώση της αγγλικής γλώσσας, οι εργάτες σε αγροτικές και κτηνοτροφικές μονάδες κλπ.  

 

Η άλλη πλευρά του νομίσματος

Το κυπριακό οικονομικό θαύμα, ωστόσο, δεν περιλαμβάνει όλους τους Ελληνοκύπριους. Ένα όχι ευκαταφρόνητο τμήμα της κυπριακής κοινωνίας αγκομαχάει στο νέο περιβάλλον των ακριβών προϊόντων και υπηρεσιών. Ανάμεσά τους οι 100.000 συνταξιούχοι που ζουν με συντάξεις από 450 έως 1.000 ευρώ, τουλάχιστον όσοι από αυτούς δεν έχουν κάποια άλλη πηγή εισοδήματος. 

Αλλά και για τους νεότερους, παρά την πληθώρα εργασιακών ευκαιριών (ανεργία 4,4% το 2025), οι ανάγκες γίνονται ολοένα και πιο ασφυκτικές. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, το 2025 στη Λευκωσία, ένα νέο ζευγάρι με ένα παιδί χρειαζόταν τουλάχιστον 2.6-2.9 χιλ. ευρώ καθαρά τον μήνα για αξιοπρεπή διαβίωση. Στη Λεμεσό, ο προϋπολογισμός εκτοξευόταν στα 3.6-4.0 χιλ. Αν και ο μέσος μισθός στην Κύπρο για το δεύτερο τρίμηνο του 2025 ανερχόταν σε 2.476 ευρώ μεικτά, περίπου το 36% των εργαζομένων λαμβάνουν κάτω από €1.500 τον μήνα, και ο εθνικός κατώτατος μισθός παραμένει στα €1.000.

Τη μεγαλύτερη πίεση στα νοικοκυριά την ασκεί αναμφίβολα το στεγαστικό. Η σαρωτική αγορά ακινήτων από αλλοδαπούς, αλλά και η ενοικίαση διαμερισμάτων από εταιρείες για τους υπαλλήλους τους με δυσθεώρητα μισθωτήρια, εκτοξεύουν τις τιμές. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Λεμεσό, το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στο κέντρο κυμαίνεται μεταξύ 1.600 και 2.200 ευρώ, ενώ πιο έξω πέφτει 15–25%. Στη Λευκωσία, το αντίστοιχο διαμέρισμα ενοικιάζεται γύρω στα 900-1.050. Το στεγαστικό αναγκάζει τους ελληνοκύπριους που παντρεύονται να μετακινηθούν στα προάστια ή και σε χωριά, όπου είναι χαμηλότερες οι τιμές, ενώ παρατηρείται και το φαινόμενο, που δεν ήταν σύνηθες στην Κύπρο, οι νέοι να παραμένουν στα σπίτια των γονιών τους ακόμη και όταν μπουν στην αγορά εργασίας αναβάλλοντας τη δημιουργία οικογένειας. 

Εξαιρετικά ενδιαφέρον, είναι επίσης ότι παράλληλα με την εμβάθυνση της οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης στο νησί, πολλοί Ελληνοκύπριοι εξακολουθούν να τηρούν τον «νεοβυζαντινό βίο». Αυτό σημαίνει κατάμεστες Εκκλησίες τις Κυριακές, αξιοσημείωτη επιρροή του κλήρου, ακόμη και τακτική συμμετοχή στο μυστήριο της εξομολόγησης. Επιπλέον, παραμένει ισχυρή η ελληνική συνείδηση, που εκδηλώνεται από τα μαθήματα γλώσσας και ιστορίας στα δημόσια σχολεία μέχρι τις ελληνικές σημαίες που επιμένουν να ανεμίζουν ιδίως στα σπίτια των φτωχότερων συνοικιών –όχι βέβαια εκεί που είναι οι επαύλεις ή οι ουρανοξύστες. 

 

Το χάσμα πολιτικής – κοινωνίας

Αν, λοιπόν, θέλουμε με ειλικρίνεια να ανιχνεύσουμε τις αιτίες του αντισυστημισμού στην Κύπρο, ο οποίος κατά τα φαινόμενα θα εκφραστεί δυναμικά στις εκλογές της Κυριακής, θα πρέπει να σκύψουμε σε αυτές τις αντιθέσεις και το πώς τις διαχειρίστηκε ο κυπριακός πολιτικός κόσμος. Οι ηγεσίες των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων ανήκουν σχεδόν στην πλειοψηφία τους στους πλέον ευνοημένους της οικονομικής έκρηξης, ενώ και οι διάφοροι υποστηρικτές τους προέρχονται από τα ανώτερα οικονομικά στρώματα. Τα παράπονα των «αδικημένων» από τις οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές συχνά δεν έβρισκαν ευήκοα ώτα από τους κρατούντες. Κάτι που εύλογα προκάλεσε απογοήτευση. Στα παραπάνω προστέθηκαν τα διάφορα σκάνδαλα που βγαίνουν κατά καιρούς στο φως της δημοσιότητας με εμπλεκόμενους πολιτικούς απ’ όλο το κομματικό φάσμα. Ως συνέπεια των παραπάνω υπονομεύθηκε η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, το οποίο για δεκαετίες κινείτο πάνω σε αρκετά συμπαγείς άξονες. Τώρα πιά οι παραδοσιακοί δεσμοί έχουν σε μεγάλο βαθμό διαρραγεί, και η ψήφος διαμαρτυρίας μπορεί να παίρνει και απροσδόκητες διαστάσεις, στρεφόμενη ακόμη και σε ιλαροτραγικά πολιτικά φαινόμενα τύπου Φειδία, που στην πραγματικότητα είναι το χαρακτηριστικότερο δείγμα της νεοπλουτίστικης «φούσκας» που παράγει η σημερινή Κύπρος. 

Στις εκλογές της Κυριακής μένει να αποδειχθεί αν τα παραδοσιακά κόμματα έχουν ακόμη αντοχές απέναντι στο κύμα της αμφισβήτησης, ή θα δημιουργηθούν νέοι συσχετισμοί δυνάμεων, αν και λόγω του πολιτειακού συστήματος της χώρας δεν μπορεί να απειληθεί η σταθερότητα της χώρας. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, το παγκοσμιοποιητικό παραγωγικό μοντέλο όπως έχει δομηθεί μέχρι αυτήν τη στιγμή είναι απίθανο να το αλλάξει οποιαδήποτε πολιτική δύναμη ή όποιος πρόεδρος. Τουλάχιστον, όσο η «κότα γεννάει χρυσά αυγά»… Τώρα, αν η επιλογή αυτή εξασφαλίζει και το μέλλον του κυπριακού ελληνισμού, λαμβάνοντας υπόψη τις υπαρκτές απειλές κυρίως από την Τουρκία, είναι θέμα προς σοβαρή συζήτηση πρωτίστως από τους ίδιους τους Κύπριους. 

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Ο χρόνος είναι με το μέρος της Κίνας

Το ταξίδι του Τραμπ στο Πεκίνο απέδειξε οριστικά ότι οι ΗΠΑ έχουν αποδυναμωθεί, ενώ η Κίνα, αντίθετα, έχει ενισχυθεί και είναι έτοιμη να υπαγορεύσει τους δικούς της κανόνες.

Για πρώτη φορά μετά από εννέα χρόνια, ένας Αμερικανός πρόεδρος επισκέφθηκε την Κίνα — και μάλιστα με μια τεράστια συνοδεία. Ο Ντόναλντ Τραμπ συνοδεύτηκε από τον ιδρυτή της SpaceX και διευθύνοντα σύμβουλο της Tesla, Έλον Μασκ, τον διευθύνοντα σύμβουλο της Apple, Τιμ Κουκ, και τους επικεφαλής των Meta, Goldman Sachs, Boeing, Visa και άλλων εταιρειών. Ωστόσο, είναι απίθανο η παρουσία τους να είχε μεγάλο αντίκτυπο. Επιπλέον, μετά από δύο ημέρες στο Πεκίνο, δεν είναι σαφές γιατί ακριβώς ήρθε ο Τραμπ. Ο Σι Τζινπίνγκ, ωστόσο, γνώριζε ξεκάθαρα τι ήθελε να πετύχει από τη συνάντηση. Αυτή είναι η άποψη του Αλεξάντερ Γκαμπούεφ, σινολόγου και διευθυντή του Κέντρου Ρωσικών και Ευρασιατικών Σπουδών Carnegie Berlin. Σε ένα άρθρο για το έργο Carnegie Politika, αναλύει τη συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών και συζητά τι να περιμένουμε από τις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ στο μέλλον. 

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ μόλις είχαν αγγίξει το επιδόρπιο («Το πιο όμορφο κέικ σοκολάτας που έχετε δει ποτέ», το περιέγραψε ο Τραμπ), όταν ο Αμερικανός πρόεδρος ενημερώθηκε για την επιτυχημένη πυραυλική επίθεση στη Συρία. Ο Τραμπ αμέσως μετέφερε τα νέα στον Κινέζο ομόλογό του και στη συνέχεια απόλαυσε τον αντίκτυπο αυτής της επίδειξης αμερικανικής ισχύος. Αυτό συνέβη πριν από εννέα χρόνια - μια πολύ διαφορετική εποχή, όπως τώρα πια το καταλαβαίνουμε.

Τότε, ο Σι, ο οποίος ήταν Γενικός Γραμματέας μόνο για λίγα χρόνια, πέταξε στο μισό ημισφαίριο προς τις Ηνωμένες Πολιτείες για λίγες ώρες συνομιλίας με τον πιο ισχυρό άνδρα στον πλανήτη στο φανταχτερό κτήμα Mar-a-Lago. Ο Κινέζος ηγέτης χαμογέλασε ευγενικά τόσο στα κινέζικα ποιήματα που του διάβασε η εγγονή του Τραμπ, Αραμπέλα Κούσνερ, όσο και στα νέα για τις επιθέσεις Tomahawk σε στρατιωτικούς στόχους στη Συρία, χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Ωστόσο, οι προσπάθειες να κερδίσει την εύνοια του Τραμπ τότε δεν βοήθησαν πολύ. Δύο χρόνια αργότερα, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν εμπορικό πόλεμο εναντίον της Κίνας, αναγκάζοντας το Πεκίνο να κάνει παραχωρήσεις και να υποσχεθεί ότι θα αγοράσει περισσότερα αμερικανικά προϊόντα για να διορθώσει την εμπορική ανισορροπία (η πανδημία τότε παρείχε μια βολική δικαιολογία για να παραβιάσει αυτή την γραπτή υπόσχεση).

Εννέα χρόνια αργότερα, ο Τραμπ επιστρέφει από την Κίνα όχι μόνο με άδεια χέρια, αλλά και σχεδόν με άδειες τσέπες, με τους Κινέζους να τον αφήνουν μόνο με μερικές προσφορές παρηγοριάς και ένα πακέτο σπόρους τριαντάφυλλου. Η πρώτη επίσκεψη προέδρου των ΗΠΑ στην Κίνα μετά από εννέα χρόνια σηματοδοτεί μια νέα κατάσταση στις σχέσεις μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη - την ισοτιμία.

Φυσικά, η κατάσταση θα μπορούσε να αλλάξει υπέρ της Αμερικής ακόμη και κατά τη διάρκεια της προεδρίας Τραμπ: το μέλλον είναι απρόβλεπτο και κανένα σύστημα δεν είναι απρόσβλητο από ξαφνικά λάθη - ειδικά όταν στην κορυφή βρίσκεται ένας μόνιμος ηγέτης άνω των 70 ετών, περιτριγυρισμένος από χρήσιμους συμβούλους και ιδέες για την αποκατάσταση του παλιού μεγαλείου. Ωστόσο, προς το παρόν, φαίνεται ότι στον ανταγωνισμό μεταξύ Πεκίνου και Ουάσινγκτον, ο χρόνος είναι με το μέρος της Κίνας.


Πώς η Κίνα Βρήκε το υπερόπλο της

Στις αρχές της άνοιξης του 2024, αξιωματούχοι από διάφορες κινεζικές υπηρεσίες και εμπειρογνώμονες από κυβερνητικά συνδεδεμένες ομάδες σκέψης ανέλαβαν την προετοιμασία σεναρίων για το πώς θα έπρεπε να αντιδράσει το Πεκίνο σε περίπτωση που ο Τραμπ κέρδιζε τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ. Η ηγεσία ενδιαφερόταν για τα βήματα που θα μπορούσε να κάνει ο Τραμπ στην Κίνα και τι θα έπρεπε να κάνει η Κίνα σε απάντηση.

Σε εκείνο το σημείο, ακόμη και η υποψηφιότητα των Ρεπουμπλικάνων του Τραμπ φαινόταν απίθανη, δεδομένης της φήμης του και των αρκετών ποινικών δικών. Τουλάχιστον, οι Ευρωπαίοι γραφειοκράτες άρχισαν να εξετάζουν μια νίκη του Τραμπ ως πιθανή μόνο πιο κοντά στον Νοέμβριο του 2024. «Αποφασίσαμε να πάρουμε τη ρητορική του Τραμπ κατά γράμμα. Δηλαδή, ό,τι λέει, θα το κάνει. Και ακόμα χειρότερα. Αυτό ακριβώς θα έπρεπε να ξεκινήσουμε», σημείωνε ένας Κινέζος αναλυτής, ο οποίος, όπως εκατοντάδες συνάδελφοί του, προετοίμαζε τις συστάσεις του για τους ανωτέρους του. Τα αποτελέσματα αυτού του έργου έγιναν εμφανή τον Απρίλιο του 2025, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι αύξανε τους δασμούς εισαγωγής παγκοσμίως, και ιδιαίτερα στην Κίνα. Ενώ άλλοι παγκόσμιοι ηγέτες έκαναν συναισθηματικές δηλώσεις και αναζητούσαν τρόπους να κατευνάσουν τον Λευκό Οίκο, το Πεκίνο απάντησε με ψυχραιμία. Το Πεκίνο απάντησε σε κάθε αύξηση των δασμών εισαγωγής με αντίστοιχη, και δεν ήταν καν ο Σι Τσινπίνγκ που ανακοίνωνε την αύξηση, αλλά ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εμπορίου.

Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ αγοράζουν περισσότερα κινεζικά αγαθά, απ' όσα πωλούν στην Κίνα, οι δασμοί έπληξαν περισσότερο τους Κινέζους εξαγωγείς. Ως εκ τούτου, το Πεκίνο συμπλήρωνε πάντα τις αυξήσεις των δασμών ως αντίποινα με ασύμμετρα μη δασμολογικά εμπόδια, πολλά από τα οποία δεν ανακοινώθηκαν επίσημα. Το κύριο όπλο αντιποίνων έγιναν τα μέταλλα σπάνιων γαιών, όπου η Κίνα αντιπροσωπεύει περίπου το 90% της παγκόσμιας αγοράς για τη διύλιση και την κατασκευή ημιτελών προϊόντων.

Τελικά, μετά από αρκετούς γύρους κλιμάκωσης, ο Λευκός Οίκος συμβιβάστηκε, ανακοινώνοντας τον Μάιο του 2025 ότι θα επέστρεφε τους δασμούς στα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση. Η Κίνα αποδέχτηκε τη συμφωνία. Και κάθε φορά που ο Τραμπ απειλούσε στη συνέχεια να αυξήσει ξανά τους δασμούς, το Πεκίνο παρέμενε σιωπηλό, περιμένοντας απλώς τους συμβούλους του προέδρου των ΗΠΑ να του υπενθυμίσουν ότι χωρίς τις κινεζικές σπάνιες γαίες, η αμερικανική βιομηχανία θα σταματούσε, συμπεριλαμβανομένου του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος που τόσο πολύ ευνοεί ο Τραμπ. Προσπαθώντας να σώσει την υπόληψή του, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ ​​Μπεσένετ επέμεινε ότι το Πεκίνο είχε κάνει λάθος και ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους σε όλο τον κόσμο θα δημιουργούσαν τώρα εναλλακτικές εγκαταστάσεις παραγωγής και θα έσπαζαν το μονοπώλιο της Κίνας στις σπάνιες γαίες. Αλλά αυτά τα λόγια δεν κατάφεραν να πείσουν όχι μόνο την Κίνα αλλά και τους συμμάχους της Αμερικής. Για παράδειγμα, η Ιαπωνία, αντιμέτωπη με κινεζικούς περιορισμούς στις εξαγωγές, άρχισε να προσπαθεί να μειώσει την εξάρτηση της βιομηχανίας της από τα μέταλλα σπάνιων γαιών από την Κίνα το 2010. Ωστόσο, στα 15 χρόνια που έχουν περάσει από τότε, ελάχιστα έχουν επιτευχθεί (μείωση από 80% σε 65%), και αυτό οφείλεται κυρίως στη μεταφορά του παραγωγικού δυναμικού στην Κίνα—πιο κοντά στις πολυπόθητες πηγές σπάνιων γαιών.

Τα γεγονότα του εμπορικού πολέμου του 2025 απέδειξαν ότι η Κίνα έχει σφυρηλατήσει ένα όπλο γεωοικονομικής αποτροπής και έχει μάθει πώς να το χρησιμοποιεί. Ο κόσμος δεν έχει ακόμη δει πού θα χαράξει η Κίνα τα όρια του εφικτού, τώρα που έχει πειστεί ότι έχει το δικό της όπλο για να αντιμετωπίσει το όπλο των αμερικανικών κυρώσεων και των τεχνολογικών περιορισμών.

Αυτή η νέα πραγματικότητα είναι ήδη εμφανής σε ορισμένα μέρη. Για παράδειγμα, στην προσπάθεια του Τραμπ να τιμωρήσει με δασμούς σε όσους αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο, αυξάνοντας τους μόνο για την Ινδία, όχι για την Κίνα. Ή στην αποτυχία της Ουάσιγκτον να ανταποκριθεί στην προθυμία του Πεκίνου να αγοράσει ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο από το έργο Arctic LNG 2 - με σημαντική έκπτωση στην τιμή της αγοράς και σε μια προκλητική αγνόηση των αμερικανικών περιορισμών.


Γιατί ο Τραμπ έχασε τα πάντα

Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, πολλοί περίμεναν ότι θα έπαιρνε την Κίνα στα σοβαρά στη δεύτερη θητεία του, δεδομένου ότι το Πεκίνο είναι ο κύριος αντίπαλος της Ουάσινγκτον στον ανταγωνισμό για παγκόσμια επιρροή. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα επειδή η ομάδα του Τζο Μπάιντεν του είχε αφήσει μια σταθερή βάση: ενισχυμένες σχέσεις με συμμάχους στην Ευρώπη, μια νέα στρατιωτική συμμαχία (AUCUS) που περιλαμβάνει τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία, πρωτοφανείς τεχνολογικές κυρώσεις κατά της Κίνας και την έναρξη ενός προγράμματος για την αποκατάσταση της αμερικανικής βιομηχανικής ηγεσίας μέσω επενδύσεων σε υποδομές, πράσινες τεχνολογίες και θεμελιώδεις επιστήμες.

Αλλά τα βήματα του πρώτου έτους της θητείας του Τραμπ έχουν μειώσει αυτή τη βάση σχεδόν στο μηδέν. Ο Λευκός Οίκος ήλθε σε ρήξη με συμμάχους που ήθελε προηγουμένως να προσελκύσει στον συνασπισμό για την ανάσχεση της Κίνας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Καναδάς. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος κέρδισε τις εκλογές ως αντίθεση του Τραμπ, παρέθεσε με στόμφο τον Βάτσλαβ Χάβελ στο Νταβός, αλλά αντ' αυτού επικεντρώθηκε στην αποκατάσταση των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων με την Κίνα.

Τα πιθανά οφέλη της φιλόδοξης προεδρίας του Μπάιντεν, όπως ο Νόμος για τη Μείωση του Πληθωρισμού του 2022 και ο Νόμος για τα Τσιπ και την Επιστήμη, καταστράφηκαν από την έλλειψη εφαρμογής τους. Τέλος, ο Τραμπ προσπάθησε ακόμη και να μετατρέψει τις τεχνολογικές κυρώσεις κατά της Κίνας σε διαπραγματευτικό εργαλείο.

Για παράδειγμα, ο Λευκός Οίκος επέτρεψε στην Nvidia, τον παγκόσμιο ηγέτη στην παραγωγή τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, να πουλήσει τα προηγμένα προϊόντα της στην Κίνα έναντι μεριδίου των εσόδων. Ωστόσο, τα προβλήματα της Nvidia στην Κίνα προέκυψαν από μια απροσδόκητη πηγή: το καλοκαίρι, το Πεκίνο απαγόρευσε ανεπίσημα στις κρατικές εταιρείες και τους οργανισμούς του να αγοράζουν ξένα τσιπ, απαιτώντας από αυτές να υποστηρίξουν τους εγχώριους κατασκευαστές Huawei και SMIC.

Η πολιτική στελέχωσης της διοίκησης από τον Τραμπ επίσης δεν συμβάλλει στην ανάδυση οποιασδήποτε συνεκτικής στρατηγικής. Κατά την πρώτη του θητεία, μπορούσε ακόμα να βασιστεί στην επαγγελματική γραφειοκρατία που κληρονόμησε από τους προκατόχους του, η οποία είχε σε μεγάλο βαθμό υποστηρίξει μια σκληρή γραμμή απέναντι στο Πεκίνο - όπως ο τότε αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας, Ματ Πότινγκερ, ο οποίος είχε εμπειρία τόσο ως δημοσιογράφος στην Κίνα όσο και στις υπηρεσίες πληροφοριών του Σώματος Πεζοναυτών.

Αλλά τώρα, η σταυροφορία του Έλον Μασκ κατά του «βαθέος κράτους» έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση στην οποία η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει πλέον συγκρίσιμες δυνάμεις. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, του οποίου προεδρεύει ο Μάρκο Ρούμπιο παράλληλα με τον ρόλο του ως Υπουργός Εξωτερικών, έχει μόνο μερικούς Σινολόγους, με επικεφαλής τον Ιβάν Κανάπατι (επίσης βετεράνο των Πεζοναυτών), και οι πιο καταρτισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι εγκαταλείπουν ενεργά τις θέσεις τους για τον ιδιωτικό τομέα, όπου οι μισθοί είναι σημαντικά υψηλότεροι.

Ως αποτέλεσμα, η επίσκεψη που πραγματοποιείται μία φορά ανά θητεία ήταν πρακτικά απροετοίμαστη από την αμερικανική πλευρά - και αναβλήθηκε επανειλημμένα λόγω του πολέμου στο Ιράν, στον οποίο ο Τραμπ βρέθηκε άβολα βυθισμένος. Καθώς κατέβαινε τα σκαλιά στο αεροδρόμιο του Πεκίνου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ βρέθηκε ήδη σε πιο αδύναμη θέση από τον ομόλογό του.


Αποτελέσματα της συνάντησης

Αφού ο Τραμπ πέρασε δύο ημέρες στο Πεκίνο, είναι ασφαλές να πούμε ότι ο Σι και η ομάδα του ήταν αρκετά σαφείς σχετικά με το αποτέλεσμα που επιδίωκαν, ενώ η αμερικανική πλευρά ήταν απίθανο να είναι.

Μετά την επίσκεψη, η Κίνα φαίνεται να είναι μια δύναμη ισότιμη με τις Ηνωμένες Πολιτείες στην παγκόσμια ιεραρχία. Το Πεκίνο εκμεταλλεύτηκε επιδέξια το πλεονέκτημα της χώρας υποδοχής του - και με τρόπο που άφησε στον Τραμπ τις πιο ευνοϊκές αναμνήσεις. Στις δημόσιες δηλώσεις του κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, ο Σι επινόησε μια νέα φόρμουλα για την αλληλεπίδραση Κίνας-ΗΠΑ: «Μια Σχέση Εποικοδομητικής Στρατηγικής Σταθερότητας».

Αυτή η φόρμουλα δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί, αλλά κρίνοντας από τις δηλώσεις του Σι, το Πεκίνο την κατανοεί ως διατήρηση του status quo, αποφυγή αρνητικών ενεργειών εναντίον του άλλου και αναζήτηση συμβιβασμού, αναγνωρίζοντας παράλληλα την πραγματικότητα της αντιπαλότητας. Για παράδειγμα, ο Σι σκιαγράφησε δημόσια μία από τις κόκκινες γραμμές: υποστήριξη για την ανεξαρτησία της Ταϊβάν και διατάραξη της σταθερότητας στο Στενό της Ταϊβάν.

Κατά την επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Τραμπ δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι δεν θα έλεγε αν η Αμερική θα παρενέβαινε εκ μέρους του νησιού εάν η Κίνα επιχειρούσε να το προσαρτήσει με τη βία. Αυτή είναι μια επιστροφή στην παραδοσιακή αμερικανική ρητορική της «στρατηγικής ασάφειας» και ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός για το Πεκίνο σε σύγκριση με τον Μπάιντεν, ο οποίος δήλωσε τρεις φορές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ήταν έτοιμες να υπερασπιστούν το status quo στο Στενό της Ταϊβάν με τη βία (αν και οι σύμβουλοί του στη συνέχεια υποβάθμισαν αυτές τις δηλώσεις).

Επιπλέον, ο Τραμπ άφησε στο Πεκίνο την εντύπωση ότι ο Σι βλέπει το ζήτημα του Ιράν με τον ίδιο τρόπο όπως η Ουάσινγκτον. Η Κίνα επίσης δεν θέλει η Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και υποστηρίζει το γρήγορο άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ. Τίποτα από αυτά δεν είναι είδηση, αλλά το αν το Πεκίνο είναι πρόθυμο να κάνει οτιδήποτε για να πείσει τις ιρανικές αρχές να κάνουν παραχωρήσεις παραμένει ασαφές - προφανώς ακόμη και για τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ.

Πέρα από τους επαίνους και τις αόριστες υποσχέσεις, ο Τραμπ θα επιστρέψει με μερικές συμφωνίες - την υπόσχεση της Κίνας να αγοράσει 200 ​​αεροσκάφη Boeing (η αγορά ανέμενε 500, επομένως οι μετοχές της εταιρείας έπεσαν κατακόρυφα κατά 4%), τις υποσχέσεις για εισαγωγή περισσότερου αμερικανικού πετρελαίου και σόγιας, και πιθανή διευρυμένη πρόσβαση για αμερικανικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες στην εγχώρια αγορά της Κίνας. Γνωρίζουμε για πολλές από αυτές τις συμφωνίες μόνο από τα ίδια τα λόγια του Τραμπ — οι κινεζικές αρχές και οι εν λόγω εταιρείες σιωπούν.

Στο τέλος της επίσκεψης, ο Σι κάλεσε τον Τραμπ στο συγκρότημα Zhongnanhai, όπου ζουν και εργάζονται μέλη του Κινεζικού Πολιτικού Γραφείου. Ενώ περπατούσε στους κήπους, έδειξε στον Αμερικανό πρόεδρο ένα δέντρο που, σύμφωνα με τον Σι, είναι 400 ετών — παλαιότερο από τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες (το προηγούμενο βράδυ, είπε ότι η Κίνα, με την 5.000 ετών ιστορία της, και η Αμερική, η οποία κλείνει τα 250, θα μπορούσαν εύκολα να συνυπάρχουν στον ίδιο πλανήτη). Ο Τραμπ, ωστόσο, κρίνοντας από τα βίντεο που δημοσίευσε η κινεζική πλευρά, ενδιαφερόταν περισσότερο για το πόσους άλλους ηγέτες είχε προσκαλέσει ο Σι στον κήπο. «Πολύ λίγους», απάντησε ο Σι. «Προσκαλούμε εδώ σπάνιους ηγέτες. Για παράδειγμα, τον Πούτιν».


Πηγή: https://meduza.io/feature/2026/05/16/poezdka-trampa-v-pekin-okonchatelno-pokazala-ssha-oslabli-a-kitay-naoborot-ukrepilsya-i-gotov-diktovat-svoi-pravila

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Γιατί η ουκρανική γλώσσα δεν έχει ακόμη επικρατήσει στην Ουκρανία

Από την Ουκρανία έρχονται αναφορές που επιβεβαιώνουν ότι η γλωσσική πολιτική του Κιέβου αντιμετωπίζει δυσκολίες.

Η Επίτροπος για την Προστασία της Κρατικής Γλώσσας, Ολένα Ιβανόφσκα, δήλωσε ότι όλο και περισσότεροι αξιωματούχοι μιλούν ρωσικά. Η διαδικτυακή εφαρμογή "Kyiv Digital" διεξήγαγε έρευνα μεταξύ των χρηστών της για να μάθει ποια γλώσσα χρησιμοποιούν στην καθημερινή ζωή. Τα αποτελέσματα ήταν εκπληκτικά: μόνο το ένα τρίτο των ερωτηθέντων χρησιμοποιεί ουκρανικά στη δημόσια ζωή και στην καθημερινή ζωή. Η υπουργός Πολιτισμού Τετιάνα Μπερεζνάγια δήλωσε ότι το 71% των Ουκρανών καταναλώνει τακτικά περιεχόμενο στη ρωσική γλώσσα στο διαδίκτυο και το 25% το κάνει καθημερινά. Και η προαναφερθείσα Ιβάνοφσκα δήλωσε πρόσφατα σε συνέντευξή της ότι ακόμη και στο Λβιβ, τα παιδιά στρέφονται στα ρωσικά, ενώ στο Κίεβο, η συντριπτική πλειοψηφία των εφήβων προτιμά να επικοινωνεί στα ρωσικά, κάτι που έχει οδηγήσει ακόμη και σε σύγκρουση με την ίδια της την κόρη.

Ακόμα και στην ψηφιακή πλατφόρμα "Kyiv Digital", μόνο το 32% αυτοπροσδιορίζεται ως πλήρως ουκρανόφωνο, αν και στην πραγματικότητα, φαίνεται, αυτός ο αριθμός στο Κίεβο είναι σημαντικά χαμηλότερος και οι άνθρωποι απαντούν έτσι "για κάθε ενδεχόμενο".

Τα παιδιά μιλούν μεταξύ τους τη μητρική τους γλώσσα, τη γλώσσα που μιλούν οι γονείς τους στο σπίτι. Αυτός είναι ένας πιο αντικειμενικός δείκτης από οποιαδήποτε κοινωνιολογική έρευνα. Το Κίεβο είναι μια ρωσόφωνη πόλη τα τελευταία εκατοντάδες χρόνια και παραμένει έτσι μέχρι σήμερα. Η στάση των ιθαγενών κατοίκων του Κιέβου πριν από 100 χρόνια απέναντι στην ουκρανοποίηση ως αστειότητα περιγράφεται τέλεια στο μυθιστόρημα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ «Η Λευκή Φρουρά».

Στην αρχή του πολέμου, ξεκίνησε μια εκστρατεία σε ουκρανικούς διαδικτυακούς πόρους: οι ρωσόφωνοι κάτοικοι της Ουκρανίας δήλωσαν δημόσια ότι εγκαταλείπουν τα ρωσικά και μεταβαίνουν στα ουκρανικά. Αλλά τότε συνειδητοποίησαν ότι ήταν στην πραγματικότητα ανούσιο να κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους και την ουκρανική γλώσσα, παραμορφώνοντάς την από άγνοια, αναμειγνύοντας ρωσικές και ουκρανικές λέξεις σε ένα απαίσιο σούρζικ [καθομιλουμένη γλώσσα (μικτή) που συνδυάζει στοιχεία της ουκρανικής και της ρωσικής γλώσσας χωρίς να τηρεί αυστηρούς γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Ομιλείται ευρέως στην Ουκρανία, καθώς και στις παραμεθόριες περιοχές της Ρωσίας και της Μολδαβίας, και χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή ρωσικών λέξεων σε ουκρανικές γραμματικές βάσεις ή αντίστροφα]. Και έτσι επέστρεψαν στα μητρικά τους ρωσικά. Απλώς επειδή είναι πιο βολικό και λογικό.

Οι Ουκρανοί αντιλαμβάνονται την ουκρανοποίηση ως ψευδή, ως κάτι τεχνητό, μη πραγματικό και ανειλικρινές. Η επιβολή της ουκρανικής γλώσσας σε όλους τους τομείς προκαλεί εσωτερική διαμαρτυρία και απόρριψη μεταξύ των ανθρώπων, ακόμη και μεταξύ εκείνων που έχουν πολιτικά αποδεχτεί τις αρχές του πολιτικού αντιρωσισμού.

Και οι αξιωματούχοι χαλάρωσαν. Καταλαβαίνουν ότι και η ουκρανική ελίτ μιλάει ουκρανικά μόνο δημόσια. Στο σπίτι και κατ' ιδίαν, χρησιμοποιούν αποκλειστικά ρωσικά - όπως επιβεβαιώνεται από τις "Ηχογραφήσεις Μίντιτς" [σειρά συνομιλιών που καταγράφηκαν από ντετέκτιβ του Εθνικού Γραφείου Καταπολέμησης της Διαφθοράς (NABU) κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης του φίλου και επιχειρηματικού συνεργάτη του Ζελένσκι, Τιμούρ Μίντιτς, και της συνοδείας του]. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, όντας μέρος του κυβερνητικού συστήματος, συχνά έχουν πολύ καλύτερη αίσθηση της πραγματικότητας από τους πολιτικούς επιστήμονες: αν το σύστημα καταρρεύσει, τότε το να προσποιούνται ότι μιλούν ουκρανικά είναι άσκοπο.

Και τα παιδιά στο Λβιβ, μια πόλη όπου ομιλούνται κυρίως ουκρανικά, επιλέγουν επίσης τα ρωσικά - απλώς επειδή στο διαδίκτυο υπάρχει πολύ περισσότερο περιεχόμενο στη ρωσική γλώσσα και είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από το περιεχόμενο στην ουκρανική. Και μετά υπάρχει η εφηβική εξέγερση: αν κάτι επιβάλλεται ειδικά αν επιβάλλεται αγενώς, τότε οι έφηβοι κάνουν το αντίθετο, για να εκδικηθούν τους ενήλικες.

Εν ολίγοις, διάφοροι παράγοντες συνέβαλαν στην αποτυχία της πολιτικής της εκδίωξης των ρωσικών από όλες τις σφαίρες της ζωής στην Ουκρανία. Για τους ρωσόφωνους, τα ρωσικά παραμένουν η μητρική και προτιμώμενη γλώσσα επικοινωνίας τους. Πολλοί, ή μάλλον, η πλειοψηφία των ουκρανόφωνων, χρησιμοποιούν και τις δύο γλώσσες. Η επιβολή της ουκρανικής γλώσσας αντιμετωπίζεται με απόρριψη τόσο από την πρώτη όσο και, σε κάποιο βαθμό, ακόμη και από τη δεύτερη κατηγορία. Για τους ενεργούς χρήστες του διαδικτύου, τα ρωσικά είναι προτιμότερα απλώς επειδή το περιεχόμενο στην ουκρανική γλώσσα, από άποψη ποιότητας και ποσότητας, δεν μπορεί να ανταγωνιστεί το περιεχόμενο στη ρωσική γλώσσα.

Το καθεστώς του Κιέβου -όχι μόνο το τρέχον αλλά και τα προηγούμενα- έχει καταφέρει να επιβάλει την αντιρωσική πολιτική στον πληθυσμό. Αλλά για να διαιωνιστεί αυτό και στις επόμενες γενιές, οι πολιτικοί του Μαϊντάν και τα διάφορα κέντρα πρέπει να ενσταλάξουν και τον πολιτιστικό αντιρωσισμό στην κοινωνία. Αυτό απαιτεί από τους Ουκρανούς, συμπεριλαμβανομένων των ρωσόφωνων, να σταματήσουν να σκέφτονται στα ρωσικά, να διαβάζουν ρωσικά βιβλία, να παρακολουθούν ρωσικές ταινίες, να καταναλώνουν ρωσικό περιεχόμενο στο διαδίκτυο και να χρησιμοποιούν τους ίδιους πολιτιστικούς κώδικες με τους ανθρώπους στη Ρωσία. Η πλήρης Ουκρανοποίηση, κυρίως ο αποκλεισμός της ρωσικής γλώσσας από όλες τις σφαίρες της ζωής, είναι το πρώτο και σημαντικότερο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, όπως μπορούμε να δούμε, οι ουκρανικές αρχές δεν έχουν καταφέρει να κάνουν αυτό το βήμα.


Σεργκέι Μίρκιν

δημοσιογράφος, Ντόνετσκ 

Πηγή: https://m.vz.ru/opinions/2026/5/13/1418250.html

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Το πραξικόπημα στην Πολωνία το 1926 και τα διδάγματα για τη σύγχρονη Ουκρανία

Πριν από εκατό χρόνια, στις 12 Μαΐου 1926, εκδηλώθηκε το Πραξικόπημα του Μαΐου στην Πολωνία, τερματίζοντας τη βραχύβια περίοδο της πολωνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αξίζει να θυμηθούμε όχι μόνο την εσωτερική διαμάχη του Γιούζεφ Κλέμενς Πιουσούτσκι με τους αντιπάλους του, αλλά και τη φιλοδοξία του να ενισχύσει την επιρροή της Πολωνίας στην Ευρώπη. Τι προέκυψε από αυτήν;

 

Μετά τον α' παγκόσμιο πόλεμο, η Πολωνία βρέθηκε ανάμεσα σε δύο μεγάλες χώρες που είχαν γίνει παρίες στη μεταπολεμική τάξη που εγκαθίδρυσαν οι νικήτριες δυνάμεις: η ηττημένη Γερμανία και η Σοβιετική Ρωσία, η οποία είχε περάσει από έναν εμφύλιο πόλεμο. Η Βαρσοβία είχε πρόβλημα με τη Γερμανία λόγω του "Πολωνικού Διαδρόμου", το Ντάντσιχ (Γκντανσκ) και την Άνω Σιλεσία. Με τη Σοβιετική Ρωσία, η Βαρσοβία διατηρούσε τη μνήμη του σοβιετο-πολωνικού πολέμου του 1919-1921 και την Ειρήνη της Ρίγας, η οποία είχε μεν τερματίσει τις μάχες αλλά δεν κατάφερε να δημιουργήσει κλίμα εμπιστοσύνης. Η Συνθήκη της Ρίγας του 1921 άφησε ένα σημαντικό μέρος των λευκορωσικών και ουκρανικών εδαφών υπό πολωνικό έλεγχο. Παράλληλα, η Βαρσοβία δεν είχε ξεχάσει την πορεία του Κόκκινου Στρατού προς τη Βαρσοβία και τις αξιώσεις του στις ανατολικές συνοριακές περιοχές (δηλαδή, λευκορωσικά και ουκρανικά εδάφη που κάποτε αποτελούσαν μέρος της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας τον 18ο αιώνα).

Η Γαλλία κατέστη ο κύριος προστάτης της Πολωνίας. Για το Παρίσι, η Βαρσοβία δεν ήταν απλώς σύμμαχος, αλλά στοιχείο ενός συστήματος ανάσχεσης τόσο της Γερμανίας όσο και της Σοβιετικής Ρωσίας. Η Πολωνία επρόκειτο να γίνει το ανατολικό προπύργιο: εάν η Γερμανία απειλούσε ξανά τη Γαλλία, η Πολωνία θα την πίεζε από τα ανατολικά. αν ο μπολσεβικισμός κινούνταν δυτικά, η Πολωνία θα υψωνόταν ως εμπόδιο.

Αλλά αυτό ήταν ένα ασύμμετρο σύστημα. Η Γαλλία χρειαζόταν την Πολωνία ως στρατιωτικό όργανο. Η Πολωνία χρειαζόταν τη Γαλλία ως εγγύηση επιβίωσης. Και εδώ βρισκόταν η μελλοντική τραγωδία: το Παρίσι ήθελε να εγγυηθεί κάτι στην Πολωνία, αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να την υπερασπιστεί με όποιο κόστος.

 

Λοκάρνο: Η στιγμή που η Βαρσοβία ένιωσε μόνη

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920, ο γαλλο-βρετανικός ανταγωνισμός στην Ευρώπη οδηγούσε ολοένα και περισσότερο στον θρίαμβο της βρετανικής λογικής. Η Γαλλία ήθελε να διατηρήσει την μεταπολεμική ειρήνη και, για να το κάνει αυτό, προσπάθησε να κρατήσει τη Γερμανία αδύναμη: αποζημιώσεις, έλεγχος του Ρουρ, αποστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας και ένα δίκτυο ανατολικοευρωπαϊκών συμμαχιών (η λεγόμενη Petite Entente -Τσεχοσλοβακία, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία). Η Βρετανία έβλεπε τα γεγονότα στην Ευρώπη διαφορετικά. Το Λονδίνο παραδοσιακά επιδίωκε να διατηρήσει μια ευρωπαϊκή ισορροπία μεταξύ των ηγετικών δυνάμεων και να ενεργεί ως διαιτητής στις συγκρούσεις τους. Αυτό απαιτούσε την αποκατάσταση της θέσης της Γερμανίας (οικονομικής και διπλωματικής).

Το αποτέλεσμα ήταν οι Συμφωνίες του Λοκάρνο, το 1925. Η Γερμανία ουσιαστικά αναγνώρισε τα δυτικά της σύνορα - με τη Γαλλία και το Βέλγιο - και η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία ενήργησαν ως εγγυητές αυτής της συμφωνίας. Αλλά τα ανατολικά σύνορα της Γερμανίας - με την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία - δεν έλαβαν τέτοια εγγύηση και παρέμειναν χωρίς γερμανική αναγνώριση των εδαφικών τους κερδών. Για τη Βαρσοβία, αυτό σήμαινε ότι η ασφάλεια της Γαλλίας στον Ρήνο έγινε πανευρωπαϊκό ζήτημα, ενώ η ασφάλεια της Πολωνίας στον Βιστούλα και στο Ντάντσιχ έγινε θέμα μελλοντικών διαπραγματεύσεων. 

Ένας δεύτερος παράγοντας έπαιξε ρόλο σχεδόν ταυτόχρονα. Η Γερμανία και η ΕΣΣΔ είχαν ήδη υπογράψει τη Συνθήκη του Ραπάλο το 1922 και το 1926 τη Συνθήκη του Βερολίνου, εδραιώνοντας τη σοβιετο-γερμανική προσέγγιση. Για την Πολωνία, αυτό ήταν ένας γεωπολιτικός εφιάλτης: δύο γείτονες, ο καθένας δυσαρεστημένος από την τρέχουσα οριοθέτηση των συνόρων, έδειχναν προθυμία να διαπραγματευτούν πάνω από τη Βαρσοβία.

 

Το Πραξικόπημα του Πιουσούτσκι: Εγκατάλειψη της αδύναμης Δημοκρατίας για ένα ισχυρό Κράτος

 

Το πραξικόπημα της 12ης-14ης Μαΐου 1926 ήταν μια απάντηση όχι μόνο σε εξωτερικές απειλές αλλά και στην εσωτερική αδυναμία του πολωνικού πολιτικού συστήματος. Το Σύνταγμα του Μαρτίου του 1921 καθιέρωσε την κυριαρχία του κοινοβουλίου επί της εκτελεστικής εξουσίας.

Το 1922, ο Γιόζεφ Πιουσούτσκι αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική για τέσσερα χρόνια, αλλά τον Μάιο του 1926 αποφάσισε να παρέμβει, βασιζόμενος στις στρατιωτικές μονάδες που του ήταν πιστές. Η μάχη για τη Βαρσοβία, την οποία υπερασπίστηκαν ο τότε Πρόεδρος Στάνισλαβ Βοϊτσιεχόφσκι και ο Πρωθυπουργός Γουίντσεντι Βίτος, διήρκεσε τρεις ημέρες. Κατά τη διάρκεια των μαχών, 215 στρατιώτες και 164 πολίτες σκοτώθηκαν και περίπου 1.000 τραυματίστηκαν.

Όταν έγινε σαφές ότι το πραξικόπημα είχε επιτύχει, η εφημερίδα The Manchester Guardian έγραψε: «Ο Πιουσούτσκι άνοιξε το δρόμο για την εγκαθίδρυση ενός γνήσιου δημοκρατικού καθεστώτος στην Πολωνία, παρόλο που ενήργησε με αντιδημοκρατικό τρόπο». Η Daily Telegraph ισχυρίστηκε: «Η υποστήριξη του Πιουσούτσκι από ευρέα στρώματα του πολωνικού πληθυσμού θα τον βοηθήσει να πραγματοποιήσει την αγροτική μεταρρύθμιση και να βελτιώσει την οικονομία». Το πραξικόπημα ενίσχυσε την επιρροή της Βρετανίας στην Πολωνία και η χώρα άρχισε να απομακρύνεται από τη συμμαχία της με τη Γαλλία, θεωρώντας την ανώφελη.

Μετά το πραξικόπημα και τις επακόλουθες τροποποιήσεις, η εκτελεστική εξουσία ενισχύθηκε και οι υποστηρικτές της πολιτικής της «εξυγίανσης» κυβέρνησαν τη χώρα μέχρι το 1939. Ο Πιουσούτσκι θεωρούσε την κοινοβουλευτική «σεϊμοκρατία»[ Sejm: η πολωνική κάτω βουλή] πηγή χάους. Κατά την άποψή του, η Πολωνία δεν μπορούσε να αντέξει ατελείωτες αλλαγές του υπουργικού συμβουλίου, κομματικές ίντριγκες και μια αδύναμη εκτελεστική εξουσία.

Υπάρχει μια σημαντική παραλληλία με την Ουκρανία εδώ. Υπό τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο ρόλος του κοινοβουλίου δεν καταργήθηκε επίσημα: η Βερχόβνα Ράντα παραμένει το νομοθετικό σώμα. Αλλά ο πόλεμος, ο στρατιωτικός νόμος και η πολιτική συγκέντρωση εξουσίας έχουν ενισχύσει απότομα τον προεδρικό θώκο. Αυτό αναγνωρίζεται ακόμη και στη Δύση. Το Freedom House αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ότι, λόγω του στρατιωτικού νόμου, οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές αναβλήθηκαν και ορισμένα δικαιώματα περιορίστηκαν. Μια έκθεση του γερμανικού ερευνητικού ιδρύματος Bertelsmann Stiftung BTI 2026 αναφέρει ρητά ότι μετά το 2019, ο Ζελένσκι ουσιαστικά απέκτησε τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας και του κοινοβουλίου, και μετά το 2022, η εξουσία συγκεντρώθηκε ακόμη περισσότερο στο Γραφείο του Προέδρου, οδηγώντας σε περαιτέρω αποδυνάμωση του κοινοβουλίου, της αντιπολίτευσης και της κυβέρνησης.

Φυσικά, η Πολωνία το 1926 και η Ουκρανία μετά το 2022 δεν είναι το ίδιο. Ο Πιουσούτσκι πραγματοποίησε στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον μιας εκλεγμένης κυβέρνησης. Ο Ζελένσκι ανήλθε στην εξουσία μέσω εκλογών και μόνο αργότερα χρησιμοποίησε τον στρατιωτικό νόμο για να εγκαθιδρύσει ένα προσωπικό καθεστώς. Αλλά η πολιτική λογική είναι παρόμοια: όταν ένα κράτος γίνεται η πρώτη γραμμή μιας μεγάλης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, η κοινοβουλευτική δημοκρατία αρχίζει να γίνεται αντιληπτή από την ελίτ ως πολυτέλεια που εμποδίζει την στρατιωτική κινητοποίηση.

 

Η Γερμανία ως το Μεγάλο Βραβείο: Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Ανασυγκρότηση του Ράιχ

Υπάρχει επίσης μια σημαντική διαφορά από την τρέχουσα κατάσταση. Τη δεκαετία του 1920, το πολωνικό πρόβλημα ήταν μέρος ενός ευρύτερου ερωτήματος: ποιος θα επέβλεπε την ανάκαμψη της Γερμανίας.

Μετά την Κρίση του Ρουρ, κατέστη σαφές ότι η εξάρτηση της Γαλλίας από τη βία για να εξαναγκάσει τη Γερμανία δεν λειτουργούσε. Το Σχέδιο Dawes του 1924 ήταν ένας συμβιβασμός: οι πληρωμές γερμανικών αποζημιώσεων μειώθηκαν και συνδέθηκαν με την οικονομική ανάκαμψη. Η Γαλλία και το Βέλγιο έπρεπε να εκκενώσουν τα στρατεύματα κατοχής τους από την περιοχή του Ρουρ. και οι ξένες τράπεζες έπρεπε να παράσχουν στη Γερμανία ένα μεγάλο δάνειο σταθεροποίησης. Το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ σημειώνει ότι το δάνειο τοποθετήθηκε στην αμερικανική αγορά με τη συμμετοχή της J.P. Morgan και τα επόμενα χρόνια, οι αμερικανικές τράπεζες δάνεισαν χρήματα στη Γερμανία, επιτρέποντάς της να καταβάλει αποζημιώσεις στη Γαλλία και τη Βρετανία, οι οποίες στη συνέχεια εξυπηρέτησαν τα χρέη τους προς τις ΗΠΑ.

Έτσι προέκυψε ένας λανθάνων αμερικανο-βρετανικός ανταγωνισμός για την ανάκαμψη της Γερμανίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν στη Γερμανία μέσω δανείων, τραπεζών και χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής. Η Βρετανία επιδίωξε να διατηρήσει την πολιτική διαμεσολάβηση και να εμποδίσει τη Γαλλία να διατηρήσει το καθεστώς της Γερμανίας ως ηττημένης χώρας. Με αυτή τη λογική, τα ανατολικοευρωπαϊκά σύνορα της Γερμανίας δεν έγιναν ιερή γραμμή, αλλά ζώνη πιθανού συμβιβασμού.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο, για το Λονδίνο, μια διευθέτηση μεταξύ Βαρσοβίας και Βερολίνου ήταν μια σημαντική προϋπόθεση για την υποστήριξη της Πολωνίας. Η Βρετανία δεν ήθελε η Πολωνία να παραμείνει γαλλικό φυλάκιο και μόνιμο αντίβαρο στη Γερμανία. Το Λονδίνο ήθελε η Βαρσοβία να ενσωματωθεί στη γερμανική διευθέτηση, όχι να την εμποδίσει.

 

Βρετανία και πρώιμος Χίτλερ: Ποντάρισμα σε μια συμφωνία

Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία το 1933 έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το βρετανικό κατεστημένο. Ένα σημαντικό μέρος της βρετανικής ελίτ έβλεπε το πρώιμο ναζιστικό καθεστώς όχι τόσο ως απειλή, αλλά ως πιθανό εργαλείο για τη σταθεροποίηση της Γερμανίας, μετατρέποντάς την σε αντικομμουνιστικό φράγμα και εταίρο για μια συμφωνία.

Ο Βρετανός ιστορικός sir Ian Kershaw έγραψε ότι κατά τη δεκαετία του 1930, πολλοί στη Βρετανία έβλεπαν τον Χίτλερ με θαυμασμό: επαινέθηκε για την αποκατάσταση της τάξης, την εθνική υπερηφάνεια, την οικονομική αναζωογόνηση και την καταστολή της αριστεράς· για τη μετατροπή της χώρας σε «φράγμα κατά του μπολσεβικισμού».

Σε αυτή την ατμόσφαιρα, η πολωνο-γερμανική προσέγγιση φάνηκε στο Λονδίνο όχι ως προδοσία της δημοκρατίας, αλλά ως στοιχείο της ευρωπαϊκής σταθεροποίησης. Η Γερμανία έπαψε να είναι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η Βαρσοβία, έχοντας ήδη απορρίψει την πλήρη κοινοβουλευτική δημοκρατία στο εσωτερικό της, δέχθηκε να προχωρήσει σε συμφωνία με το νέο γερμανικό καθεστώς.

Στις 26 Ιανουαρίου 1934, η Πολωνία και η Γερμανία υπέγραψαν μια δήλωση μη επίθεσης. Το κείμενο ανέφερε ότι είχε έρθει η ώρα να ανοίξει μια «νέα φάση» στις πολωνο-γερμανικές σχέσεις μέσω μιας άμεσης συνεννόησης μεταξύ των δύο κρατών· τα μέρη υποσχέθηκαν να μην καταφύγουν στη βία για την επίλυση των διαφορών με διάρκεια ισχύος της συμφωνίας τα δέκα χρόνια.

Από την πολωνική οπτική γωνία, αυτή ήταν μια προσπάθεια να ξεφύγει από τη θέση του κατώτερου εταίρου της Γαλλίας. Από τη γερμανική πλευρά, ήταν μια διπλωματική επιτυχία: ο Χίτλερ αποδυνάμωσε το γαλλικό σύστημα συμμαχιών, χαλάρωσε τα ανατολικά σύνορα και κέρδισε την ευκαιρία να προχωρήσει περαιτέρω. Πρώτα, προς τα δυτικά (η επαναστρατιωτικοποίηση της περιοχής του Ρουρ στις 7 Μαρτίου 1936). Στη συνέχεια, προς τα νότια (η Άνσλους με την Αυστρία στις 12-13 Μαρτίου 1938).

 

Το Τίμημα της Συμφωνίας

Ωστόσο, μια τέτοια πολιτική είχε ένα τίμημα. Τον Σεπτέμβριο του 1938, όταν η Βρετανία και η Γαλλία ουσιαστικά συμφώνησαν στον διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας υπέρ της Γερμανίας στο Μόναχο, η Πολωνία εξέδωσε επίσης τελεσίγραφο στην Πράγα στις 30 Σεπτεμβρίου 1938, απαιτώντας την ενσωμάτωση μέρους της Περιφέρειας της Σιλεσίας του Τσιέσιν. Την 1η Οκτωβρίου, η Τσεχοσλοβακία αποδέχτηκε αυτά τα αιτήματα. Και στις 2 Νοεμβρίου 1938, με απόφαση των υπουργών Εξωτερικών της Γερμανίας και της Ιταλίας (Πρώτη Διαιτητική Απόφαση της Βιέννης), η Πολωνία έλαβε πολλά βόρεια εδάφη της Σλοβακίας.

Ο Τσώρτσιλ έγραψε στα απομνημονεύματά του ότι η Πολωνία συμμετείχε στη λεηλασία και την καταστροφή του τσεχοσλοβακικού κράτους «με την απληστία μιας ύαινας». Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών ήταν καταστροφικό: η Πολωνία πήρε ένα κομμάτι από ένα κράτος που έπεφτε το ίδιο θύμα της γερμανικής πίεσης. Και με αυτόν τον τρόπο, βοήθησε στην αποδυνάμωση του τελευταίου μεγάλου ανατολικοευρωπαϊκού φραγμού που στεκόταν στο δρόμο του Χίτλερ. Βραχυπρόθεσμα, η επιστροφή αυτών των εδαφών με τους πολωνικούς πληθυσμούς τους φαινόταν σαν δικαιοσύνη για την Πολωνία. Στρατηγικά, αποδείχθηκε ένα μοιραίο λάθος.

Τη δεκαετία του 1930, η Πολωνία φοβόταν ακριβώς αυτό που τελικά συνέβη: μια συμφωνία μεταξύ Μόσχας και Βερολίνου για τη διαίρεση της πολωνικής επικράτειας. Αλλά το παράδοξο είναι ότι οι δικές της πολιτικές - η απόρριψη της συλλογικής ανατολικοευρωπαϊκής ασφάλειας, η συμφωνία της με τον Χίτλερ και η συμμετοχή της στην άσκηση πιέσεων στην Τσεχοσλοβακία - βοήθησαν να ανοίξει ο δρόμος για αυτό το αποτέλεσμα.

Τον Αύγουστο του 1939, η Πολωνία δημιούργησε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο στη σύναψη μιας συνθήκης μεταξύ Γαλλίας, Βρετανίας και ΕΣΣΔ που είχε ως στόχο να αποτρέψει τη γερμανική επιθετικότητα. Και στα τέλη του ίδιου Αυγούστου, συνέβη αυτό που η Πολωνία είχε προσπαθήσει να αποφύγει πάση θυσία. Η Γερμανία και η ΕΣΣΔ υπέγραψαν το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ. Όταν η Γερμανία επιτέθηκε στην Πολωνία, η Βρετανία και η Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία. Τυπικά, οι υποχρεώσεις εκπληρώθηκαν. Στην πράξη, η Πολωνία έμεινε μόνη. Οι Δυτικοί σύμμαχοι δεν έδωσαν βοήθεια στους Πολωνούς.

Αυτό είναι το κύριο μάθημα. Οι δυτικές εγγυήσεις μπορεί να υπάρχουν στα χαρτιά, σε ομιλίες, δηλώσεις και συμφωνίες. Αλλά σε μια στιγμή κρίσης, οι μεγάλες δυνάμεις αρχίζουν να υπολογίζουν το κόστος: πόσο κοστίζει η βοήθεια, ποιοι είναι οι κίνδυνοι, τι μπορεί να κερδηθεί από μια συμφωνία με τον εχθρό και αν θα ήταν πιο επικερδές να θυσιαστεί ένα φυλάκιο για μια μεγαλύτερη συμφωνία.

Για τους συμμετέχοντες στο πραξικόπημα του Μαΐου 1926, η Πολωνία προσπάθησε να αποδεσμευτεί από τον ρόλο της ως κατώτερου εταίρου και να γίνει ανεξάρτητος παράγοντας. Ο Πιουσούτσκι απέρριψε την κοινοβουλευτική δημοκρατία επειδή τη θεωρούσε πολύ αδύναμη για μια χώρα παγιδευμένη ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ρωσία. Στη συνέχεια, κατόπιν σύστασης του Λονδίνου, η Βαρσοβία σύναψε συμφωνία με τον Χίτλερ, πιστεύοντας ότι εάν οι αντικομμουνιστές έρχονταν στην εξουσία στη Γερμανία, θα μπορούσαν να σχηματίσουν ένα μπλοκ μαζί τους εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας.

Αλλά, έχοντας γίνει παίχνιο στα χέρια των βρετανικών σχεδίων για αύξηση της πίεσης στην ΕΣΣΔ, η Πολωνία βρέθηκε σε μια ολοένα και πιο επικίνδυνη κατάσταση. Η συμφωνία με τον Χίτλερ δεν την έσωσε από τον Χίτλερ. Η συμμετοχή στη διχοτόμηση της Τσεχοσλοβακίας δεν ενίσχυσε την ασφάλειά της, αλλά αποδυνάμωσε το περιφερειακό της φράγμα απέναντι στη Γερμανία. Η Πολωνία εκπλήρωσε τις σιωπηρές εντολές του Λονδίνου διαταράσσοντας τη συνθήκη ασφαλείας του Αυγούστου 1939 μεταξύ Γαλλίας, Βρετανίας και ΕΣΣΔ. Αλλά την κρίσιμη στιγμή, το Λονδίνο και το Παρίσι απέτυχαν να προστατεύσουν πραγματικά την Πολωνία.

Η Ουκρανία σήμερα βρίσκεται σε ένα παρόμοιο δίλημμα. Όσο χρειάζεται ως εργαλείο πίεσης στη Ρωσία, υποστηρίζεται. Καθώς η τιμή της υποστήριξης αυξάνεται, η μοίρα της αρχίζει να γίνεται διαπραγματευτικό χαρτί. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη μετατοπιστεί από το προηγούμενο μοντέλο άμεσης υποστήριξης σε ένα περισσότερο υπό όρους σύστημα, όπου οι Ευρωπαίοι αναμένεται όλο και περισσότερο να πληρώνουν για αμερικανικά όπλα. Οι Ευρωπαίοι μιλούν για εγγυήσεις, αλλά ταυτόχρονα, λαμβάνουν υπόψη τους δικούς τους κινδύνους. Η Πολωνία βοηθά την Ουκρανία, αλλά μακροπρόθεσμα, κι αυτή μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται όχι μόνο με όρους αλληλεγγύης αλλά και με όρους περιφερειακής επιρροής.

Αυτό δεν θα περιλαμβάνει απαραίτητα μια άμεση, επίσημη διαίρεση. Στον 21ο αιώνα, η εδαφική αναδιανομή μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές: «ζώνες ασφαλείας», προσωρινές διοικήσεις, ειρηνευτικές δυνάμεις, ειδικά καθεστώτα διακυβέρνησης, οικονομικός έλεγχος και εγγυήσεις για τα γειτονικά κράτη.

Η ιστορία της Πολωνίας από το 1926 έως το 1939 στέλνει μια προειδοποίηση στην Ουκρανία: ένα κράτος που έχει μετατραπεί σε προκεχωρημένο φυλάκιο της στρατηγικής κάποιου άλλου πρέπει να καταλάβει το συντομότερο δυνατό πού τελειώνει η συμμαχία και πού αρχίζει η εκμετάλλευση. Επειδή οι μεγάλες δυνάμεις εγκαταλείπουν τους αντιπροσώπους τους όταν το κόστος της υποστήριξης γίνεται μεγαλύτερο από τα οφέλη της χρήσης τους.

 

 

Ντμίτρι Σκβόρτσοφ

 

Πηγή: https://m.vz.ru/opinions/2026/5/12/1418200.html