
Η Ελλάδα βρίσκεται
ενώπιον κρίσιμων επιλογών στην βαλκανική της πολιτική, που μπορούν είτε να την
ισχυροποιήσουν, μέσω μιας νέας βαλκανικής συμμαχίας έναντι του νεο-οθωμανικού
επεκτατισμού, είτε να την μεταβάλουν σε ευάλωτο στόχο, ταυτοχρόνως, του τουρκο-αλβανικού
και του σλαβικού αναθεωρητισμού. Οι, έως τώρα, κινήσεις εκ μέρους της Αθήνας
δείχνουν την απουσία μιας μακρόπνοης στρατηγικής, με βάση τα νέα δεδομένα.
Αντιθέτως, εκδηλώνεται με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, και χωρίς αντίλογο από
την αντιπολίτευση, η μια και μοναδική οδός «σωτηρίας»: η απόλυτη ταύτιση με τα,
εικαζόμενα ως, συμφέροντα των ΗΠΑ, ώστε μέσω της εκδούλευσης να προφυλαχθεί η πολλαπλώς
απειλούμενη εθνική μας κυριαρχία.
Ως γνωστόν, οι
γεωπολιτικές «τεκτονικές» πλάκες καθώς μετακινούνται, ενεργοποιούν στα σημεία
τριβής τους ιστορικά ρήγματα, που ως συνέπεια έχουν την εκδήλωση επαναληπτικών συγκρούσεων.
Ένα τέτοιο «σημείο» είναι τα Βαλκάνια. Η κατάρρευση του σοσιαλιστικού
στρατοπέδου είχε επιτρέψει την άμεση διείσδυση των ευρωατλαντικού παράγοντα σ’
όλη την βαλκανική ενδοχώρα. Κύριος στόχος της «νέας τάξης πραγμάτων» υπήρξε η
δημιουργία μικρών και αδύναμων κρατών, ελεγχόμενων από τα ισχυρά δυτικά συμφέροντα,
με παράλληλη εξάλειψη της όποιας ρωσικής παρουσίας. Όπως σύντομα αποδείχθηκε,
οι ανησυχίες όσων σχεδίαζαν την νέα Ευρώπη για τη «ρωσική απειλή» ήταν εύλογες,
παρά το ότι όταν ξεκινούσαν την εφαρμογή των σχεδίων τους, η Ρωσία του Γιέλτσιν
τρέκλιζε τόσο, όσο και ο τότε πρόεδρός της. Γιατί το εσωτερικό δυναμικό της αυτοκρατορίας
παρέμενε πάντα ζωντανό και ανέμενε αυτόν που θα έθετε και πάλι τη μηχανή σε
λειτουργία. Όπερ και εγένετο! Μάλιστα, η ραγδαία δυτική επέλαση επιτάχυνε τις εξελίξεις
στη ρωσική πολιτική σκηνή, καθώς ο εγωισμός της κρατικής ρωσικής ελίτ «πληγώθηκε»
από την επονείδιστη αδυναμία της χώρας να αντιταχθεί στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
Η Δύση, στην
προσπάθειά της να ελέγξει τον βαλκανικό χώρο και να υπονομεύσει τους, εν
δυνάμει συμμάχους της Ρωσίας, σλαβικούς λαούς, χρησιμοποίησε τους μουσουλμανικούς
πληθυσμούς. Αλβανοί, Βόσνιοι μουσουλμάνοι και Τούρκοι έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο
στη διαμόρφωση του νέου βαλκανικού χάρτη. Οι εξωβαλκανικοί παράγοντες που διαμοίρασαν,
προφανώς ιεραρχικά, τα «βαλκανικά ιμάτια» ήταν οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Τουρκία.
Οι Αμερικανοί κράτησαν τον στρατηγικό έλεγχο της περιοχής, μέσω της νατοϊκής
ομπρέλας, ενώ οι Γερμανοί έπαιρναν το οικονομικό τους μερίδιο, είτε άμεσα, είτε
μέσω της Ε.Ε. Όσο για τους Τούρκους, άρπαζαν ό,τι μπορούσαν σε οικονομική,
πολιτική, στρατιωτική και πολιτιστική επιρροή, από την Θράκη μέχρι τη Βοσνία
και τις ακτές της Αδριατικής στην Αλβανία. Με την σημαία του μετριοπαθούς Ισλάμ
και με την αρωγή «ευαγών» ατλαντικών ιδρυμάτων αλλά και του στενά
συνεργαζόμενου μαζί τους Γκιουλέν, η Άγκυρα συγκρότησε ένα πυκνό δίκτυο ελέγχου
στα Βαλκάνια. Υπό την ηγεσία του Ερντογάν αυτή η αυξανόμενη επιρροή ήλθε να «κουμπώσει»
με το μεγαλεπήβολο όραμα της νεκρανάστασης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Στην ιστορία, ωστόσο,
τα σχέδια, όσο και καλά να είναι μελετημένα, κινδυνεύουν να μείνουν ημιτελή,
καθώς παρεισφρέουν απρόβλεπτοι, αρχικώς, παράγοντες. Έτσι και το βαλκανικό
γεωπολιτικό τοπίο αλλάζει δραματικά και προς άλλες κατευθύνσεις από αυτές που
είχαν υπολογισθεί στις αρχές του 1990. Είναι αλήθεια ότι οι ΗΠΑ, ή τέλος πάντως
οι κύκλοι που κυριάρχησαν στην εξωτερική τους πολιτική, κατόρθωσαν εντέλει,
έχοντας ολοκληρώσει επιτέλους την ουκρανική «πορτοκαλί επανάσταση», να υψώσουν ένα
νέο αντιρωσικό παραπέτασμα. Ένα «τείχος» κρατών, το οποίο ξεκινά από την
Φινλανδία -που προφανώς επιζητά να αποτινάξει από πάνω της τον υποτιμητικό όρο της
φινλανδοποίησης, που της φόρτωσε η πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ-, τις Βαλτικές Δημοκρατίες -που
ιδεολογικά μάλλον ζουν με το μισό πόδι στην εποχή του μεσοπολέμου-, την Πολωνία
–που δεν έχει διάθεση να αποκηρύξει τον καθολικό συντηρητισμό της-, την
διαλυμένη οικονομικά και κοινωνικά Ουκρανία και καταλήγει στην νευρική
Ρουμανία.


