Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Η επέλαση της Τουρκίας και τα υπαρξιακά διλήμματα του Ελληνισμού

Όταν στην Συρία εκδιώχθηκε ο Άσαντ και κατέλαβαν οι φιλότουρκοι τζιχαντιστές την εξουσία, χαρακτηρίσαμε το γεγονός ως τεράστια τουρκική επιτυχία. Ως ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα στην διαμόρφωση μιας νεοοθωμανικής επικράτειας, που είναι ο μύχιος πόθος και το φλογερό όραμα του σουλτάνου της Άγκυρας. Ωστόσο, αρκετοί στην Ελλάδα είδαν στις εξελίξεις αυτές την είσοδο της Τουρκίας σε έναν θανατηφόρο βαλτότοπο, που την έφερνε σε μια διαρκή σύγκρουση με τον αραβικό κόσμο, τους Κούρδους και, πρωτίστως, το Ισραήλ. Κάποιοι μάλιστα προέβλεπαν μια ευθεία στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο περιφερειακών υπερδυνάμεων της ανατολικής Μεσογείου. Αυτό που συνέβη, όμως, παρά τις σοβαρές τριβές, που έφθασαν στον βομβαρδισμό από την ισραηλινή αεροπορία βάσεων που η Τουρκία σκόπευε να χρησιμοποιήσει προς όφελός της στο συριακό έδαφος, αλλά και σε αερομαχίες ισραηλινών και τουρκικών αεροσκαφών, είναι μια παρασκηνιακή διαδικασία διαμερισμού της επιρροής στην νέα Συρία. Η κάθε πλευρά επιδιώκει τα μέγιστα κέρδη επί του συριακού «πτώματος», που κατά τα φαινόμενα θα αποτελείται από 3,5 συνιστώντα μέρη – το φιλοτουρκικό τζιχαντιστικό, με τις μεγαλύτερες πόλεις, το ισραηλινό και των συνεργατών τους Δρούζων, στον νότο, των Κούρδων και κάποιων φιλοδυτικών Αράβων στην ανατολή, και μια ντε φάκτο μερική αυτονομία των Αλαουιτών στα δυτικά. Η τελευταία, ως παραχώρηση στην ανάγκη διεθνούς αναγνώρισης του νέου καθεστώτος, που ενδύθηκε κοστούμι, έστω και αν το στενεύει. Σε κάθε περίπτωση, η συνάντηση Τραμπ - Αλ Σαράα, πρώην Τζολάνι, επισφραγίζει αυτήν την νέα πραγματικότητα. Επαναλαμβάνουμε ότι πρόκειται για έναν τουρκικό θρίαμβο.

Και δυστυχώς, δεν είναι ο μοναδικός, εσχάτως. Γιατί αν θέλουμε να δούμε, χωρίς ευσεβοποθισμούς, την αλήθεια κατάματα, η τακτική Ερντογάν αποδίδει άφθονους καρπούς. Το βλέπουμε χαρακτηριστικά στην περίπτωση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Επί πάνω από 3 χρόνια παίζει το δικό του παιχνίδι, αδιαφορώντας για τις δυτικές πιέσεις και νουθεσίες. Συνεργάζεται στενά με την ουκρανική αμυντική βιομηχανία, στηρίζει ανοιχτά την ταταρική διεκδίκηση της Κριμαίας, αναφωνεί στο Κίεβο Слава Україні, και την ίδια ώρα ζητάει να εισέλθει στους BRICS, κρατάει τους S400, ολοκληρώνει τον πυρηνικό σταθμό στο Ακούγιου, μιλάει απευθείας με τον Πούτιν. Και σήμερα εμφανίζεται ως ο μέγας διαμεσολαβητής, που τον εμπιστεύονται όλοι, δυτικοί και ανατολικοί, εκθειάζοντας τις φιλειρηνικές του πρωτοβουλίες. 

Ειδικά οι χώρες της Ευρώπης, οι οποίες διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για τις αρχές της δημοκρατίας και της ελευθερίας, για τις οποίες είναι έτοιμες να πάνε μέχρι και να κατεδαφίσουν το κοινωνικό κράτος για να χρηματοδοτήσουν έναν τριακονταετή ή εκατονταετή πόλεμο στην Ουκρανία, πώς συμπεριφέρονται σε αυτόν το «πρότυπο» δημοκρατικής συνείδησης, που έχει βάλει πίσω από τα σίδερα της φυλακής τον βασικό του πολιτικό αντίπαλο -αλλά και τον αρχηγό του τρίτου κόμματος για να μην το ξεχνάμε; Κάτι ψέλλισαν για τα μάτια του κόσμου, και χωρίς αιδώ τον θερμοπαρακαλούν να λάβει μέρος στην μοιρασιά των 800 δισεκατομμυρίων του ReArm Europe, που θα κάνει υποτίθεται την Ευρώπη αστακό. Η δε «αγία τριάς» φον ντερ Λάιεν, Κάλλας και Κόστα, σχεδόν τον ικέτευσε να πάρει μέρος στο 35% των 150 δις, που θα προέλθουν από τα δάνεια του μέσου SAFE, και να προσπαθήσουν όλοι μαζί και για τα υπόλοιπα 75%. Όσο για τα δισεκατομμύρια των εθνικών προϋπολογισμών, ήδη η Ισπανία και η Ιταλία έχουν ανοίξει τον δρόμο, ενώ η τελευταία πούλησε και την Piaggio Aerospace στην τουρκική Baykar. Όλα αυτά είναι βεβαίως γνωστά, καθώς τα πληροφορούμαστε άναυδοι, κυριολεκτικώς, ακόμη και εκεί που πρέπει να πούμε και καμιά κουβέντα, ενώ μετά κάνουμε ότι τρέχουμε. Όπως, για παράδειγμα, πέραν της Ιταλίας, και με την Γερμανία ενός καγκελάριου, που αδημονεί να συνεργαστεί με την Άγκυρα και να αυξήσει μαζί της τις αμυντικές μπίζνες, προσδοκώντας να εισέλθει και αυτός στο παιχνίδι της Μέσης Ανατολής. Κάτι που, δυστυχώς, επιδιώκει και το Παρίσι, μέσω της τουρκικής πύλης. Τέτοια πολιτική συνέπεια, στην εποχή της αποθέωσης της πολιτικής υποκρισίας.

Αλλά, και στο εσωτερικό της Τουρκίας μας ήρθαν τα χαμπέρια από το PKK, το οποιο μετά από δεκαετίες καταθέτει τα όπλα. Μια κίνηση που έγινε προφανώς μετά από την σώφρονα παραίνεση τρίτων, στο πλαίσιο μιας συνολικής παρασκηνιακής διευθέτησης του μεσανατολικού χάρτη. 

Πώς να μην αισθάνεται ισχυρός λοιπόν ο Ερντογάν, όταν μάλιστα μπορεί πλέον να συζητά επί ώρα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, ο οποίος προφανώς εκτιμά τον «εκτός κανόνων» τρόπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, αλλά και τις κερδοφόρες μπίζνες του Τούρκου προέδρου; 

Παρεμπιπτόντως, και για να «δέσει το γλυκό», ήρθαν οι εκλογές στην Αλβανία, καίριο συστατικό της νεοοθωμανικής ολοκλήρωσης -άλλωστε το αλβανικό στοιχείο ήταν πρωταγωνιστικό και στην μακρά οθωμανική περίοδο- όπου ο εκλεκτός της Άγκυρας και φανατικός ανθέλληνας Ράμα νίκησε για μια ακόμη φορά πανηγυρικά. 

Όσο και αν είναι στενόχωρη, αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα. Εν πολλοίς προβλεπόμενη, αν και η ιστορία πάντα επιφυλάσσει εκπλήξεις, που έως τώρα δεν μας έκαναν την χάρη να εκδηλωθούν. Τα διλήμματα για τον ελληνισμό είναι πλέον κρίσιμα και άμεσα. Δεν προσπερνιούνται με πρόσκαιρες τακτικές. Ούτε βεβαίως με αυτήν την αμφίσημη και εν τέλει αλληλοακυρούμενη πολιτική απέναντι στην γείτονα. Αφενός, δηλαδή, να προβάλλουμε πομπωδώς εξοπλιστικά προγράμματα, και αφετέρου να είμαστε αγκιστρωμένοι στην «Διακήρυξη των Αθηνών», που πρόσφερε στην Τουρκία την έξωθεν καλή μαρτυρία απαλλάσσοντας τους δυτικούς συμμάχους μας και το τελευταίο πρόσχημα για να συνεργαστούν μαζί της. Ούτε βεβαίως με την επονείδιστη παραίτηση ακόμη και από αυτονόητα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, δικαιώματα, όπως είναι η πόντιση αυτού του έρμου ηλεκτρικού καλωδίου. 

Πρέπει να αποφασίσει επιτέλους το πολιτικό σύστημα αλλά και η ελληνική κοινωνία, υπάρχει ή όχι κίνδυνος εξ ανατολών. Και αν υπάρχει θέλει να τον αντιμετωπίσει ή θα δεχθεί το μοιραίο, έστω και με μιθριδατικές δόσεις. Με τη συγκυριαρχία στο Αιγαίο και στην Θράκη, με την «ειρηνική» εισβολή των τουρκικών επιχειρηματικών συμφερόντων, ειδικά στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, όπου πανηγυρίζουμε οι «συφοριασμένοι» για την τουρκική τουριστική πλημμυρίδα. 

Ούτε επιτρέπεται πιά να καλλιεργούνται ψευδαισθήσεις ότι απέναντι σε αυτόν τον θανάσιμο νεοοθωμανικό εναγκαλισμό, θα έχουμε την ανακουφιστική προστασία της ευρωπαϊκής οικογένειας -με την ιδέα που έχουμε δημιουργήσει στο φαντασιακό μας, μάλλον με τις προσλαμβάνουσες μιας παρελθούσης Ευρώπης. 

Και τέλος πάντων, δεν μπορεί να εξακολουθεί αυτός ο καταστροφικός, μυωπικός ετεροκαθορισμός της εξωτερικής μας πολιτικής. Να εμφανίζεται δηλαδή ότι δήθεν η Ελλάδα πρωτοστατεί με τη Πολωνία στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, όταν οι Πολωνοί ενδιαφέρονται μόνον για τον ρωσικό κίνδυνο, και θέλουν διακαώς την Τουρκία εντός των ευρωπαϊκών διεργασιών. Ποιος κοροϊδεύει ποιόν; Αυτοχριστήκαμε ακρίτες της Ευρώπης, για να το πιστέψουμε οι ίδιοι, ενώ ούτε εμείς δεν κάνουμε κάτι για να επιτελέσουμε αυτόν τον ρόλο.  

Ασφαλώς, όλ’ αυτά είναι επώδυνα να γίνουν αποδεκτά, τόσο πολιτικά όσο και ψυχολογικά. Και δεν αλλάζουν εύκολα, γιατί εμπίπτουν στη «βουλησιαρχία», αλλά αντικειμενικών συνθηκών, έστω και αυτές δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα της βούλησης. Γιατί, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, η Ελλάδα είναι μια χώρα χρεωκοπημένη, χωρίς αποκατεστημένο ακόμη το κύρος της από την ντροπιαστική περιπέτεια της προηγούμενης δεκαετίας× χωρίς σοβαρή παραγωγική βάση, πλην της ναυτιλίας, που έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες× με δημογραφικούς δείκτες που καταρρέουν× με μια πολιτική, επιχειρηματική και «πνευματική» ελίτ βαθιά εξαρτημένη ιδεολογικά και υλικά από ξένα κέντρα× με μια πολιτική ζωή που περιστρέφεται αυτοτροφοδοτούμενη στα ευτελή και ασήμαντα. Παρ’ όλα αυτά, όλο αυτό το πλέγμα εμφανίζεται με την βεβαιότητα του ορθολογισμού, γιατί κατά βάθος είναι απρόθυμο αλλά και αδύναμο να επιτελέσει την απαιτούμενη «ανορθολογική» ανατροπή, ώστε να αποτρέψει το «ορθολογικό» μας τέλος. 

Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, πίσω από τα χαμόγελα αυτοπεποίθησης, το πολιτικό μας κατεστημένο, στο σύνολό του και όχι μόνον η κυβέρνηση, τα έχει τελείως χαμένα. Όλες οι βεβαιότητες στις οποίες είχε στηριχθεί καταρρέουν με πάταγο. Η φετιχοποίηση του διεθνούς δικαίου ή η ολοκληρωτική συστράτευση με τη «σωστή πλευρά της ιστορίας», είναι νομίσματα με ελάχιστη ανταλλακτική αξία σε μια εποχή επικράτησης του πλέον κυνικού ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις και στην παγκόσμια ανακατανομή ισχύος. Άλλωστε ακόμη και ο Τραμπ, σε αυτό το περιβάλλον, δεν είναι παρά μια εκδήλωσή της ραγδαίας μεταμόρφωσης του κόσμου, που μοιραία επιταχύνει την εκτροπή από το προηγούμενο status quo, προς το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. 

 

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Οι «Δρόμοι της Ρωσικής Θεολογίας»

Εξώφυλλο βιβλίου Δρόμοι της Ρωσικής Θεολογίας Τόμος Α - Εκδόσεις Αλτιντζή

Αν τυχόν κάποιος επιδιώξει να κατανοήσει τη ρωσική ιστορία, από τις απαρχές της έως και σήμερα, παραμερίζοντας τη θρησκευτική διάσταση, θα αποτύχει οικτρά. Όλες οι ιστορικές περιπέτειες αλλά, κυρίως, οι εσωτερικές διαδρομές της ρωσικής ψυχής είναι στενά συνυφασμένες με τις ορθόδοξες παραδόσεις, τις παρεκκλίσεις, τις επιθέσεις που δέχθηκαν, τη σχέση εντέλει του κράτους με την Εκκλησία και τη ρωσική ορθοδοξία. Με τον πληρέστερο και συνάμα βαθύτερο τρόπο μας παρουσιάζει αυτήν την αλήθεια ο πραγματικά σημαντικός π. Γεώργιος Φλορόφσκυ (1893-1979) στο μνημειώδες βιβλίο του «Δρόμοι της Ρωσικής Θεολογίας», ο α΄ τόμος του οποίου εκδόθηκε στα ελληνικά μόλις πριν λίγα χρόνια (2019) από τις Θεσσαλονικιώτικες εκδόσεις «Αθανασίου Αλτιντζή». Πρόκειται για μια άρτια έκδοση, σε εξαίρετη μετάφραση της Ευτυχίας Β. Γιούλτση, πλούσιο σχολιασμό και στο πολυτονικό. Το βιβλίο, παρά τον όγκο του -613 σελίδες-, διαβάζεται χωρίς δυσκολία, όχι μόνον λόγω της ωραίας γλώσσας του, αλλά και του ειρμού του,  που συνδέει με συνεχή ροή σχεδόν 1000 έτη ιστορίας.

Ο Φλορόφσκυ, που ήταν ουκρανικής καταγωγής και εκπρόσωπος της σπουδαίας πλειάδας των διανοούμενων που βρέθηκαν ως πρόσφυγες στη Δύση, μετά την επικράτηση της επανάστασης του 1917, ως κεντρικό άξονα της ανάλυσής του αναδεικνύει τη σχέση της ρωσικής Ορθοδοξίας με την ελληνική πατερική παράδοση. Η σχέση αυτή δοκιμάζεται διαχρονικά από ποικίλους παράγοντες, όπως το παγανιστικό ψυχολογικό υπόστρωμα του ρωσικού λαού, τον ρωσικό «εθνικισμό» ως δύναμη συγκρότησης και ενίσχυσης του ρωσικού κρατισμού και τις δυτικές, κυρίως καθολικές, αλλά και προτεσταντικές, επιρροές που αλλοιώνουν τη βυζαντινή παράδοση. Απέναντί τους διακρίνει διορθωτικές και ανορθωτικές κινήσεις, όπως των Γερόντων της Ερήμου πέρα από τον Βόλγα ή της μοναστικής αναγέννησης στα τέλη του 18ου αιώνα, που προκάλεσε και την πνευματική έκρηξη του επόμενου αιώνα, στη ρωσική Θεολογία, Λογοτεχνία και Φιλοσοφία. 

 

Ρωσία-Βυζάντιο και ο δυισμός της ρωσικής φύσης

Ο Φλορόφσκυ, αναφερόμενος στην μύηση των Ρώσων στην Ορθοδοξία, επιχειρεί να απαντήσει στο επίμονο ερώτημα γιατί ο παλαιός ρωσικός κόσμος παρέμεινε «αδιαμόρφωτος και σιωπηρός», παρά την απαράμιλλη εικονογραφία, που έφθασε στο απόγειό της με τον Ρουμπλιώφ, και χαρακτηρίστηκε ως «Θεολογία με χρώματα». Μάλιστα, από μερίδα διανοούμενων, η περίοδος αυτή απαξιώθηκε πλήρως ως οπισθοδρομική, λόγω της επιρροής του «άθλιου» Βυζαντίου, κατά τον Π. Τσαντάαγιεφ, «γενάρχη» των Ρώσων δυτικιστών του 19ου αιώνα. Ο Φλορόφσκυ απορρίπτει την παραπάνω προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι «στη διάρκεια του 10ου αι. το Βυζάντιο ήταν η μόνη χώρα, μέσα σε ολόκληρο τον ‘‘ευρωπαϊκό’’ κόσμο, με γνήσιο πνευματικό πολιτισμό και παρέμεινε για μεγάλο διάστημα μια ζωντανή πηγή πολιτισμού, που η δημιουργική του ένταση επέζησε ακόμη και σε περίοδο πολιτικής παρακμής και κατάρρευσης» (σ.18). Όσον αφορά την παλαιά Ρωσία ξεκαθαρίζει ότι η κρίση της ήταν όχι έλλειψης πολιτισμού αλλά, αντιθέτως, κρίση πολιτισμού. Εν πολλοίς, όμως, οφείλετο στον τρόπο που αφομοίωνε τις βυζαντινές επιρροές, αλλά και στη συνέχεια στην απότομη διακοπή των σχέσεων με την βυζαντινή παράδοση, λόγω των ιστορικών συγκυριών. «Ο πυρήνας και η ουσία της πνευματικής κρίσης ήταν η απόρριψη των ‘‘Ελλήνων’’ από την πλευρά της Ρωσίας». (σελ. 19). Επιπλέον, επιμένει ότι σε καμία φάση της ιστορίας η Ρωσία δεν απομονώθηκε και δεν αποσπάστηκε από τον περίγυρό της, δηλαδή και από την Ευρώπη, όπως, εντελώς λανθασμένα, έχει επικρατήσει να υποστηρίζεται. 

Ο συγγραφέας περιγράφει έξοχα -αναμφίβολα η ωραιότερη περιγραφή που έχω υπ’ όψιν μου- τον δυισμό της Ρωσίας, κάνοντας λόγο για τη διαμόρφωση δύο πολιτισμών, της «ημέρας» και της «νύχτας». Αφενός ο «διανοητικός» χριστιανισμός των ανώτερων στρωμάτων. Αφετέρου, ένας συγκρητισμός παγανιστικών αντιλήψεων, αρχαίων μύθων και χριστιανικής φαντασίας και ονείρου, που κατέκλυσε τα λαϊκά στρώματα, και ως ρεύμα κυλούσε υπόγεια στη δική του ζωή, για να εκδηλώνεται, κατά καιρούς, στην επιφάνεια με ένταση και ταραχή. 

Αντιθέτως, δεν βλέπει κανένα ρήγμα στην πολιτισμική συνέχεια του ρωσικού πολιτισμού μετά την επιβολή του ταταρικού ζυγού τον 13ο αιώνα, και την μεταφορά του κέντρου της ρωσικής ζωής από το Κίεβο στα βορειοανατολικά. Όπως λέει, αυτή η νέα κατάσταση «δεν αποτελεί μια ξεχωριστή περίοδο στην ιστορία του ρωσικού πολιτισμού», απλώς «η πραγματική πολιτιστική κίνηση κινείται και μετατοπίζεται στον βορρά». (σ.34) Απορρίπτει, επίσης, τη θεωρία ότι η νέα άνθηση οφειλόταν στη «μεταφορά του διαφωτισμού» από το πολιτισμένο Κίεβο προς την ημιβάρβαρη περιοχή, που ήταν και η Μόσχα, καθώς οι σπόροι που άνθισαν στα νέα ρωσικά κέντρα είχαν πέσει πολύ νωρίτερα. Εξάλλου, ακόμη και στα χρόνια του ταταρικού ζυγού ο ρωσικός κόσμος δεν έπαψε να δέχεται θετικές επιρροές από την «Αναγέννηση των Παλαιολόγων» και τον Ησυχασμό, μέσω πλήθους μεταφράσεων, από τον Μ. Βασίλειο έως τον Διονύσιο τον Αεροπαγίτη. Αυτή η εισροή είχε ως αποτέλεσμα μια πνευματική αφύπνιση, που αποτυπώνεται στην ερημητική και μοναστική αναγέννηση, με κύριο εκπρόσωπο τον Άγιο Σέργιο του Ραντόνεζ, και στη ρωσική εικονογραφία, που εγκαινιάζει ο Θεοφάνης ο Έλληνας. 

Το ίδιο διάστημα, ωστόσο, εκδηλώνεται και μια διαμάχη Μόσχας-Βυζαντίου, που ο Φλορόφσκυ την αποδίδει στην εθνικοπολιτική αφύπνιση της συνείδησης στο Μοσχοβίτικο κράτος. Έτσι, θεωρεί απλώς ως αφορμή για το σχίσμα την, επονείδιστη για τους Ρώσους, συμμετοχή στην σύνοδο Φλωρεντίας-Φερράρας του Έλληνα υποψηφίου για την θέση του Μητροπολίτη Μόσχας, και εν συνεχεία καρδιναλίου, Ισιδώρου.  

 

Η Τρίτη Ρώμη 

Με την άλωση της Πόλεως, ξεκινά στην Μοσκοβία μια διαδικασία απομάκρυνσης από τη βυζαντινή κληρονομιά. Κάτι που αποτυπώνεται στη ρήση του μοναχού Φιλόθεου, για τη «Τρίτη Ρώμη». Για τον Φλορόφσκυ η διατύπωση αυτής της θεωρίας αφενός έδινε, στο πλαίσιο ενός ασυγκράτητου μεσσιανισμού και αποκαλυπτικότητας, στη Ρωσία την ευθύνη για όλον τον ορθόδοξο κόσμο, με ό,τι συνεπαγόταν αυτός ο προορισμός, δηλαδή ταπείνωση και φόβο Θεού. Αφετέρου, όμως, άνοιξε την οδό της αποκοπής από το Βυζάντιο, καθώς η Τρίτη Ρώμη αντικαθιστά και δε συνεχίζει τη Δεύτερη. Αναδύεται δυσπιστία για τους Έλληνες που ζουν υπόδουλοι στο βασίλειο των άθεων Τούρκων. Αυτή η ρήξη με την ελληνική παράδοση οδηγούσε στο ότι «η ιστορική οικουμενική παράδοση ήταν δυνατό να επισκιαστεί και να αντικατασταθεί από μια τοπική και εθνική, που θα περιόριζε την οικουμενική μέσα σε αυθαίρετα όρια της ιδιαίτερης και εθνικής μνήμης της Ρωσίας». (σ.45) Οι διεργασίες αυτές συνοδεύτηκαν με στροφή προς τη Δύση. Κρίνει, μάλλον αυστηρά, ακόμη και τον γάμο της Σοφίας Παλαιολογίνας με τον Ιβάν Γ΄, ως «την αρχή του ρωσικού δυτικισμού», και όχι μια βυζαντινή αποκατάσταση. Δυτική «όχι μόνο πολιτικά, αλλά και πολιτιστικά» ήταν και η στάση του Ιβάν Δ΄, του λεγόμενου Τρομερού, καθώς, όπως είχε πει, «η πίστη μας είναι χριστιανική όχι ελληνική» είχε πει στον Ιησουίτη Possevino.

Σε ένα περιβάλλον έντονων εθνικών, κοινωνικών και ιδεολογικών ανακατατάξεων ήταν επόμενο να εμφανιστούν θρησκευτικές και ενδοεκκλησιαστικές έριδες. Μια από τις πρώτες σοβαρές αναταραχές ήταν αυτή των λεγόμενων ιουδαϊζόντων, καθώς ο αρχικός φορέας των καινοφανών αντιλήψεων θεωρήθηκε ο Εβραίος Zakhar, από το Κίεβο. Απέναντι στην «ιουδαϊκή αίρεση», που ήταν μάλλον μια απόπειρα πιο ελεύθερης σκέψης και όχι αίρεση, η Εκκλησία στράφηκε για βοήθεια στην λατινική Δύση. Ιδιαιτέρως, στο Νόβγκοροντ, όπου είχαν συγκεντρωθεί πολλοί Λατίνοι, έγινε σοβαρή μεταφραστική εργασία, με βάση τις δυτικές πηγές. Έτσι οι βίοι Αγίων και τα μορφωτικά βιβλία θα βρεθούν να είναι εμποτισμένα με λατινικό πνεύμα. 

Εν συνεχεία, στη σύγκρουση μεταξύ των οπαδών του Ιωσήφ της Μονής Βολοκαλάμσκ με τους Γέροντες της Ερήμου πέρα από τον Βόλγα, όπως ήταν ο Άγιος Νείλος Σόρσκι, ο Φλορόφσκυ βλέπει το διακύβευμα ως κάτι βαθύτερο από την μοναστική περιουσία, καθώς βρέθηκαν αντιμέτωπες διαφορετικές θρησκευτικές αντιλήψεις, δύο διαφορετικά ιδεώδη: «Οι πρώτοι ζητούσαν να κατακτήσουν τον κόσμο με τη βοήθεια της κοινωνικής εργασίας× οι δεύτεροι επιχειρούσαν να υπερνικήσουν τον κόσμο μεταμορφωνοντάς τον και μορφώνοντας μέσα του έναν νέο άνθρωπο, με τη δημιουργία μιας νέας ανθρώπινης προσωπικότητας».(σ.69-70) Φθάνει μάλιστα στο σημείο να διαπιστώσει μια σύγκρουση «μεταξύ λατινικού και ελληνικού πνεύματος».(σελ. 59)

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στον Μάξιμο τον Γραικό και τη σκληρή μεταχείριση που έτυχε από την εξουσία. Κατάληξη που ήταν μοιραία ανάμεσα σε δύο αντίθετες αντιλήψεις, που ενώ η μια έβλεπε στην Τρίτη Ρώμη ένα δυναμικό βασίλειο, η άλλη, αυτή του Μάξιμου, αντίκριζε μόνον μια πόλη, «περιπλανώμενη στην άγρια ερημιά». Όταν εκδηλώνεται το σχίσμα του 17ου αιώνα, την εποχή του τσάρου Φιόντορ, η θεωρία της Τρίτης Ρώμης, όπως γράφει, από αποκαλυπτικό προμήνυμα είχε μεταβληθεί πλέον ολοκληρωτικά σε κρατική ιδεολογία, και το Βυζάντιο ήδη είχε απορριφθεί. 

Την εποχή αυτή λαμβάνει χώρα και το σχίσμα στη ρωσική Εκκλησία, που προκλήθηκε από τις μεταρρυθμίσεις του πατριάρχη Νίκωνα. Ο Νίκων, τον οποίο διέκρινε μια ελληνολατρεία, χωρίς να γνωρίζει τη βυζαντινή παράδοση, και επηρεασμένος από τον πατριάρχη Αντιοχείας, Μακάριο, προσπάθησε να αλλάξει το τυπικό της εκκλησίας και διάφορα άλλα στοιχεία, όπως τον σταυρό με τα δύο δάκτυλα, που χαρακτηρίστηκε ως «αρμενική αίρεση». Ενάντια στον Νίκωνα, αλλά και στον τσάρο, σε ένα κλίμα άκρως αποκαλυπτικό, μεσσιανικό, γεμάτο με ουτοπικά οράματα, εμφανίστηκαν αυτοί που θα ονομαστούν παλαιόπιστοι. Η έκρηξη αυτής της «υπόγειας» Ρωσίας επιχείρησε να δημιουργήσει κοινωνικά σχήματα απ’ όπου εξέλιπε η ιερωσύνη αλλά και η ιδιοκτησία. Το σχίσμα επιχείρησε να εξέλθει της ιστορίας και εγκαταστάθηκε εκτός των ορίων της, ενώ σύντομα τον αποκαλυπτικό φόβο τον μετέτρεψε σε έναν νέο τύπου ανθρωπισμό, με αυτοπεποίθηση στα έργα του ανθρώπου και όχι στην Θεία Χάρη. Στις κοινότητες αυτές βρήκαν θέση ακόμη και ο Πλάτων ή ο Δημοσθένης, αλλά και η λατρεία του εκούσιου θανάτου…

 

 

Η μάχη της «δυτικής Ρωσίας»

Ο Φλορόφσκυ κάνει εκτενή αναφορά στη «δυτική Ρωσία», όπως χαρακτηρίζει τη δυτική Ουκρανία και Λευκορωσία. Εδώ επικεντρώνονται οι προσπάθειες για την Ένωση των Ορθοδόξων με την Ρώμη, ένα ζήτημα που ο συγγραφέας το χαρακτηρίζει περισσότερο κοινωνιολογικό και πολιτιστικό και λιγότερο θεολογικό.(σ.96) Σημειώνει μάλιστα ότι απέναντι στις δυτικές πιέσεις το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως προτιμούσε μια και αδιαίρετη μητρόπολη και γι’ αυτό διατηρήθηκε αυστηρά και ο τίτλος «πασών των Ρωσσιών» για τον Μητροπολίτη Μόσχας. Αντιθέτως οι τάσεις για εκκλησιαστική αυτονομία «στη δυτική Ρωσία συχνά συνόδευε μια ευνοϊκή απόκλιση προς τη Ρωμαϊκή Δύση» (σ.93), όπως έγινε με τον πρώτο Μητροπολίτη Λιθουανίας Γρηγόριο που συμμετείχε στην Σύνοδο της Κωνσταντίας (1417-1418). 

Στα τέλη του 16ου αιώνα οι Ορθόδοξοι της δυτικής Ρωσίας βρέθηκαν μεταξύ δύο ισχυρών στρατοπέδων που επεδίωκαν να τους προσηλυτίσουν. Αφενός οι ρωμαιοκαθολικοί, αφετέρου οι προτεστάντες που ανέπτυξαν μεγάλη δραστηριότητα στην περιοχή. «Κάτω από τέτοιες περιστάσεις θρησκευτική ελευθερία για τους Ορθοδόξους σήμαινε ακόμη ‘’εθνική ταυτότητα’’».(σ.99) Η ορθόδοξη ιεραρχία δεν ήταν όμως προετοιμασμένη γι’ αυτήν την μάχη με τους υψηλά καταρτισμένους καθολικούς και προτεστάντες. Έτσι, η ιεραρχία προσχώρησε στη Ουνία ενώ «το βάρος της προάσπισης της Ορθοδοξίας» έπεσε στους ώμους του λαού και του κατώτερου κλήρου.(σ.100)

Σε αυτό το πιεστικό περιβάλλον αναδεικνύονται λόγιοι που αναζητούν την ορθόδοξη απάντηση, όπως ο πρίγκηπας Ανδρέας Κούρμπσκι (1528-1583), ο οποίος θεωρούσε τον Μάξιμο τον Γραικό ως δάσκαλό του. Από την εξορία του στην πολωνολιθουανική τότε Βολινία μετέφρασε στην σλαβονική Έλληνες πατέρες, όπως τον Αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον Αγ. Ιωάννη τον Δαμασκηνό, ενώ παράλληλα μελετούσε αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Αναμφίβολα «αγωνίστηκε για μια αναζωπύρωση και συνέχεια της βυζαντινής κληρονομιάς στον σλαβονικό κόσμο».(σ.114)

Σπουδαίο είναι και το έργο που παράχθηκε στην Ακαδημία του Οστρόγκ, επίσης στη δυτική Ουκρανία, που ανέλαβε τον αγώνα κατά της Ουνίας με μελέτες, όπως το βιβλίο του Σμοτρίτσκι «Τα κλειδιά της Βασιλείας των Ουρανών».(1584). Το ίδρυμα αποτέλεσε απάντηση στο κολλέγιο του Αγ. Αθανασίου που ιδρύθηκε στη Ρώμη το 1576 από τους Ιησουίτες για να δημιουργήσουν ουνίτικη διανόηση. Το όραμα όσων συμμετείχαν στην προσπάθεια της Ακαδημίας του Οστρόγκ, στην οποία δίδαξε και ο Κύριλλος Λούκαρης, ήταν αυτό «ενός συγκλονιστικού σλαβονο-ελληνικού πνευματικού πολιτισμού».(σ.117) Εκεί εκδόθηκε και η πρώτη πλήρης Βίβλος στη σλαβονική γλώσσα. 

Στην επόμενη γενιά, όμως, οι αριστοκράτες προσχωρούν στην Ουνία και τον ρωμαιοκαθολικισμό, αφήνοντας στους αστούς και κυρίως στους Κοζάκους, όπως ήταν η «Αδελφότητα των Ιπποτών του Συντάγματος Ζαπαρόζιε» την υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, αλλά και άλλες αδελφότητες που ιδρύονται στα εδάφη που κατοικούν Ορθόδοξοι και κατέχονται από την Πολωνο-Λιθουανική κοινοπολιτεία. Στο Λβοφ, μάλιστα, η σχολή της αδελφότητας ιδρύθηκε από τον Αρσένιο, επίσκοπο Ελασσόνας. Σε όλη τη σημερινή Ουκρανία σημειώθηκε άνθιση των ελληνικών -αρχαίων και χριστιανικών- γραμμάτων. Η κίνηση αυτή είχε ως βασικό κίνητρο την αντιμετώπιση της Ουνίας, διότι Ουνία θα σήμαινε θρησκευτικο-πολιτιστικός εκδυτικισμός. «Μια τέτοια κατάσταση θα ήταν δυνατό να αντιμετωπιστεί και υπερνικηθεί μόνον με σταθερή πίστη στην ελληνική παράδοση».(σ.163)

Η σύγκρουση ανάμεσα στους δυτικόφιλους και τους ανατολικούς σλαβονο-ελληνόφιλους θα ενταθεί κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα. Επικεφαλής της πρώτης τάσης βρέθηκε ο Μολδαβός Πέτρος Μογίλα, και μαζί του μια πλειάδα πολωνοσπουδαγμένων λογίων. Η αντιπαράθεση αποτυπώθηκε στην αντικατάσταση του παραδοσιακού Μητροπολίτη Κιέβου Ησαΐα Κοπίνσκι από τον Μογίλα, όπου έλαβε χώρα μια «σύγκρουση βαθιά ριζωμένων πεποιθήσεων για το βασικό πρόβλημα του εκκλησιαστικού προσανατολισμού με προεκτάσεις και στην πολιτική και την πολιτιστική διάσταση».(σ.176) Καθόλου συμπτωματικά ο Μογίλας στράφηκε στο Πολωνικό κράτος και ο Κοπίνσκι στο ορθόδοξο κράτος της Μοσκοβίας. Για τον Φλορόνσκυ οι μεταρρυθμίσεις του Μογίλα, ως Ορθόδοξος ιεράρχης, ήταν πιο επικίνδυνες από την Ουνία, την οποία οι ανατολικοί Σλάβοι την είχαν νίκησαν σε μεγάλο βαθμό. Σε αυτή την περίπτωση ο κρυπτολατινισμός διείδυσε σιωπηρά και χωρίς αντίσταση. Ο εκλατινισμός αυτός, που φορέας της θα γίνει η δυτικορωσική ελίτ, σε αντίθεση με τον απλό λαό, θα μεταφερθεί και στην Μοσκοβία τον 17ο και 18ο αιώνα. 

 

Η δυτική στροφή της αυτοκρατορίας

Ο Φλορόφσκυ αναφέρεται στη διαπάλη, εντός της Μεγάλης Ρωσία, μεταξύ της δυτικόστροφης τάσης, με κυριότερους εκπροσώπους τους «Κιεβούς πρεσβύτερους» και της ελληνικής, στην οποία διακρίθηκαν κάποιοι Έλληνες. Ανάμεσα στους πρώτους, σημαντική υπήρξε η μορφή του Λευκορώσου Συμεών του Πολότσκ, παιδαγωγού των παιδιών του τσάρου. Από τους Έλληνες ξεχώρισαν οι αδελφοί Λυκούδη, που απέστειλε ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, με σκοπό να ιδρύσουν Ακαδημία η οποία θα αντιμετώπιζε τη «λατινική» ομάδα. Η επίδρασή τους ήταν τόσο ισχυρή που «η πρώτη γενιά αυτών που πολύ σωστά χαρακτηρίστηκαν ‘‘λόγιοι’’ στη Ρωσία οφείλει την παιδεία τους στους αδελφούς Λυκούδη». (σ.267) Παρά, όμως, τον αγώνα της Μόσχας ενάντια στον εμφανιζόμενο φιλολατινισμό που προερχόταν από το Κίεβο, οι Κιεβοί πρόσφυγες αποδείχθηκαν ανώτεροι και τελικά, στο γύρισμα του 17ου προς τον 18ο αι. «το Κίεβο βγήκε νικητής».(279)

Είναι η εποχή που ο Μεγάλος Πέτρος υποβίβασε την Εκκλησία, υπό την επιρροή του μεταρρυθμιστικού πυρετού, «τότε που είχε θολώσει και χαθεί η μυστική αίσθηση της Εκκλησίας×τότε που αντιμετώπιζαν την Εκκλησία σαν τίποτε περισσότερο από ένα επίγειο καθίδρυμα για την οργάνωση της λαϊκής θρησκευτικής ζωής».(σ.287) Η μεταρρύθμιση αποτέλεσε μια διάρρηξη στα πνευματικά βάθη της Ρωσίας, ενώ «η απορρόφηση των πάντων από το κράτος μέσα στα πλαίσια της εξουσίας του συνιστά τον τύπο του ‘‘αστυνομικού κράτους’’». (σ.285) Στα χρόνια του Πέτρου η Ορθοδοξία έδινε πιά την εντύπωση ενός μετριοπαθούς, τελετουργικού προτεσταντισμού. 

Με την Εκκλησία υποταγμένη, οι δυτικές επιρροές ενισχύονται, μέσω πάντα των προερχόμενων από την Ουκρανία, λατινοσπουδαγμένων. «Γενικά οι σχολές εκείνης της εποχής στη Μεγάλη Ρωσία δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν μόνο από ιεράρχες από την Ουκρανία. Ήταν μια εποχή που μόνο οι Ουκρανοί μπορούσαν να γίνουν επίσκοποι και αρχιμανδρίτες. Αυτοί ίδρυσαν λατινικές σχολές παντού με πρότυπα τις σχολές εκείνες που σπούδασαν οι ίδιοι. Συνήθως οι ιεράρχες αυτοί έφεραν δασκάλους (μερικές φορές ακόμη και πολωνικής καταγωγής) από το Κίεβο ή τους προσκαλούσαν για διδασκαλία».(σ.320) Μέχρι και την περίοδο διακυβέρνησης από την Μ. Αικατερίνη, αυτή η τάξη των Ουκρανών λογίων και ιεραρχών είχε τον πρώτο λόγο στα εκκλησιαστικά πράγματα της Ρωσίας. Η ελληνική παράδοση επανεμφανίζεται πιο δυναμικά μόλις το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, ίσως και ως έκφραση του λεγόμενου «Ελληνικού Σχεδίου» της Αγ. Πετρούπολης. 

 

Η μοναστική αναγέννηση

Ο 18ο αιώνας θα τελειώσει, ωστόσο, τελείως διαφορετικά από ότι άρχιζε. Από την μεταρρύθμιση προτεσταντικού προσανατολισμού καταλήγουμε, ως εκ θαύματος, στην αναγέννηση του μοναχισμού και σε μια έξαρση της εσωτερικής πνευματικής ζωής (σ. 380) Μια νέα ζωή ξεκινά στα ερημωμένα μοναστικά κέντρα. Εμφανίζονται σπουδαίες μορφές του μοναχισμού, όπως ο Τύχων Ζαντόνσκι, το βιβλίο του οποίου «Περί του αληθινού Χριστιανισμού» θεμελιώνεται όχι πλέον στη σχολαστική πολυμάθεια αλλά στην εμπειρία. Έχουμε πλέον μια ζώσα Θεολογία που αντιπαρατίθεται στο πνεύμα της εποχής του Διαφωτισμού. Το ίδιο κάνει και ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, που εγκατέλειψε την Ακαδημία του Κιέβου για να περιπλανηθεί στις σκήτες της Μολδαβίας και στο Άγιο Όρος. Ο Παΐσιος επιχειρεί να συνεχίσει το έργο του Γέροντα Αγίου Νείλου Σόρσκι, επιστρέφοντας το ρωσικό πνεύμα στους βυζαντινούς πατέρες, μέσω της επίπονης μεταφραστικής προσπάθειας που κατέβαλλε, δημιουργώντας ολόκληρο φιλολογικό κέντρο. Μάλιστα, «η δημοσίευση της σλαβονο-ρωσικής έκδοσης της Φιλοκαλίας αποτέλεσε ύψιστο γεγονός όχι μόνο στην ιστορία του ρωσικού μοναχισμού, αλλά γενικά στην ιστορία του ρωσικού πολιτισμού».(σ.389)

Η θρησκευτική αναγέννηση θα δώσει νέα πνοή στον μοναχισμό, αλλά θα αναβαθμίσει και την Θεολογία, που, σύμφωνα με τον Φλορόφσκι έφθασε στο ίδιο επίπεδο με τη Δύση. Αυτό αποτυπώθηκε στις εκκλησιαστικές σχολές που αναδιοργανώθηκαν με βάση τις αρχές της «θεολογίας της καρδιάς», όπου σκοπός της διδασκαλίας ήταν η παιδεία του εσωτερικού ανθρώπου. 

Γι’ αυτές τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ο Φλορόφσκυ αναφέρεται και στην εμφάνιση του λεγόμενου «μυστικού τύπου», ο οποίος επηρεάζεται από δυτικά μυστικιστικά ρεύματα, και ενσαρκώνεται σε διάφορες μυστικές εταιρείες. Μια τάση που δεν άφησε ανεπηρέαστον ούτε τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος φαίνεται ότι κατηχήθηκε και από την Λετονή βαρώνη von Krüdenerστον ευσεβιστικό μυστικισμό. Ενδιαφέρουσα η πληροφορία του βιβλίου ότι η βαρώνη εξορίστηκε το 1821 από την Αγία Πετρούπολη, καθώς υποστήριξε την ελληνική επανάσταση.(σ. 405)

Ενδιαφέρον έχει επίσης η αναφορά του Φλορόφσκυ στη διαμάχη για την αναγκαιότητα της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στα Γυμνάσια, που καταργήθηκε το 1851 για να διδαχθούν οι φυσικές επιστήμες, μεταξύ του υπουργού Παιδείας, πρίγκηπα Σιρίνσκι-Σιχμάτοφ, και του υφυπουργού του, Νόροφ. Ο δεύτερος υποστήριξε την άποψη ότι τα ελληνικά «κατευθύνουν τον νου των νέων προς το υπέρτατο και το Θείο».(σ.612) Τελικά τα ελληνικά επανέρχονται στα Γυμνάσια το 1871. 

Είναι περιττό να συστήσουμε το συγκεκριμένο βιβλίο σε όσους ενδιαφέρονται πραγματικά για την πνευματική ιστορία των ανατολικών Σλάβων, καθώς θεωρείται κλασσικό στη σχετική βιβλιογραφία. Ελπίζουμε μόνον ότι θα ακολουθήσει και ο δεύτερος τόμος, όπως υπόσχεται και η μεταφράστρια στο προλογικό της σημείωμα. 

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

Συρία : Πώς συνδέεται η σημερινή κατάσταση και το εθνο-θρησκευτικό μωσαϊκό της με την ιστορία της περιοχής 3000 χρόνων

Σύνταξη : Πολυδεύκης Παπαδόπουλος

Η ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ στη Συρία ήταν το σημαντικότερο διεθνές γεγονός με το οποίο κλείνει το 2024. Έτσι, η τελευταία εκπομπή του χρόνου «Με το Πρώτο στην Ευρώπη και τον Κόσμο» του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου (Α’Πρόγραμμα, Σάββατα και Κυριακές 12.00-13.00) αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στην προσέγγιση του Συριακού ζητήματος από την οπτική του πως συνδέεται η σημερινή κατάσταση στη χώρα και το εθνο-θρησκευτικό μωσαϊκό της με την ιστορία της περιοχής.

Εξετάζονται οι κυριότεροι σταθμοί ιστορικών και γεωπολιτικών εξελίξεων που την αφορούν, ακόμη από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, με τη συμμετοχή του Σωτήρη Δημόπουλου, Διδάκτορα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και Πτυχιούχου του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Κιέβου. Ο κ. Δημόπουλος, ο οποίος ασχολείται με τα σχετικά θέματα, έχει δημοσιεύσει τα βιβλία «Διάλογος με την Ιστορία» και «Γιατί ο πόλεμος στην Ουκρανία αλλάζει τον κόσμο» με τον Σταύρο Λυγερό (Εκδ. Πατάκης) και έχει μεταφράσει το βιβλίο του Νικολάι Μπερντιάεφ «Το νόημα της Ιστορίας».

Υπάρχει η ρήση που λέει «Χωρίς ειρήνη στη Συρία δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη στη Μ.Ανατολή». Προσπαθώντας να κατανοήσουμε το νόημα της, η συζήτηση ξεκινά με το ποια είναι η γεωγραφική/γεωπολιτική και κοινωνική σημασία της Συρίας διαμέσου των αιώνων, αρχίζοντας από την εποχή των μετα-Αλεξανδρινών, ελληνιστικών βασιλείων των Σελευκιδών, της κατάληψης της περιοχής από τους Ρωμαίους και την εμφάνιση των πρώτων χριστιανών που επιβιώνουν έως σήμερα, αν και με αμφιβολίες για το μέλλον τους.

Στη συνέχεια αναφέρεται το πότε έρχεται το Ισλάμ στην περιοχή και πως κυριαρχεί, με τις πρώτες εισβολές των Αράβων περί τα μέσα 7ου αιώνα, με τη Δαμασκό να γίνεται μάλιστα και πρωτεύουσα του χαλιφάτου το 750 επί δυναστείας των Αβασιδών. Εξετάζεται η απαρχή των συγκρούσεων στο εσωτερικό των μουσουλμάνων μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, η διαμόρφωση των Αλαουιτών –στους οποίους ανήκε και η οικογένεια Ασαντ- καθώς και οι ιδιαίτερες περιπτώσεις των Κούρδων και Δρούζων που ζουν στα ΒΑ και ΝΔ της σημερινής Συρίας.

Η ιστορική αναδρομή με το κ. Δημόπουλο συνεχίζεται με το πότε και πως αρχίζουν οι επεμβάσεις στην περιοχή και στους ντόπιους πληθυσμούς από τις σταυροφορίες των Ευρωπαίων τον 11ο και 12ο αιώνα και την τελική επικράτηση των Οθωμανών. Αυτό ξεκινά να συμβαίνει στα τέλη του 12ο αιώνα με τους Σελτζούκους, μετά τους Μαμελούκους, -αφού μεσολάβησε ένα διάστημα κυριαρχίας των Μογγόλων και αργότερα του τουρκομογγόλου Ταμερλάνου- για να γίνει η ευρύτερη περιοχή της Συρίας οριστικά Οθωμανική στις αρχές 16ου αιώνα.

Κάνοντας ένα ιστορικό άλμα όλης της υπόλοιπης οθωμανικής περιόδου, στην εκπομπή παρουσιάζεται το πως ξεκινά ο Αραβικός εθνικισμός στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, κυρίως εναντίον των Οθωμανών. Αναλύεται το ποιος είναι ο ρόλος στη γένεση αυτού του εθνικισμού των χριστιανών της Μέσης Ανατολής, υπό την επιρροή των Γάλλων Ιησουιτών, καθώς και των σχολείων και ιδρυμάτων που ιδρύουν ξένες δυνάμεις στη σημερινή Συρία και τον Λίβανο. Εξετάζεται το πως αντιδρά σε όλες αυτές τις εξελίξεις η Οθωμανική αυτοκρατορία στην τελευταία φάση της και επίσης οι Νεότουρκοι και το τι γίνεται με τις πρώτες συγκρούσεις χριστιανών/μουσουλμάνων.

Ακολουθούν οι ανακατατάξεις που φέρνει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος στην περιοχή. Οι υποσχέσεις που δίνονται προς τους Άραβες πρωτίστως από τους Βρετανούς και κατόπιν από τους Γάλλους, η Συμφωνία Σάικς-Πικό 1916 για την διαμοίραση του Λεβάντε και της υπόλοιπης Μεσοποτομίας, η Διακήρυξη Μπάλφουρ το 1917 για την δέσμευση της Βρετανίας να υποστηρίξει την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη και η τελική διευθέτηση της Μ. Ανατολής μέσα από το καθεστώς των Εντολών της Κοινωνίας των Εθνών που δημιουργείται μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτές, σε συσχέτιση με τις Συνθήκες των Βερσαλλιών, των Σεβρών, της Λοζάνης και των αποτελεσμάτων της Διάσκεψης του Σαν Ρέμο, δίνουν την αρμοδιότητα στη Γαλλία και τη Βρετανία να διοικήσουν τα πρώην οθωμανικά εδάφη στην περιοχή. Οι εν λόγω εντολές την περιοχή της Μ. Ανατολής εφαρμόζονται από τις αρχές του ’20 έως τα τέλη του ’40.

Με τον κ. Δημόπουλο εξετάζεται ιδιαιτέρως η ταραχώδης περίοδος της Γαλλικής Εντολής στη Συρία, καθώς και η παραχώρηση της στρατηγικής σημασίας επαρχίας και πόλης της Αλεξανδρέττας στους Τούρκους το 1939, παρά τις αντιδράσεις των Σύρων και μετά από ένα δημοψήφισμα το οποίο αμφισβητούν έως και σήμερα.

Συνεχίζοντας τη διαδρομή έως την έναρξη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου, η συνθηκολόγηση της Γαλλίας στους Γερμανούς το 1940 αφήνει τη Συρία για ένα χρόνο στα χέρια της Κυβέρνησης του Βισύ, Όμως αυτή θα περάσει γρήγορα στον έλεγχο των Ελεύθερων Γάλλων του Ντε Γκολ, με τη βοήθεια των Βρετανών. Στη συζήτηση περιγράφεται η κατάσταση της περιοχής κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο σχεδόν εξαναγκασμός των Γάλλων να δώσουν ανεξαρτησία στη Συρία και τον Λίβανο το 1946.

Ακολουθεί η αναφορά στη γένεση ενός νέου Παναραβισμού που μετεξελίσσεται σε Μπααθισμό και στις συγκρούσεις που ξεκινούν για την εξουσία μεταξύ των διαφόρων φατριών. Και αυτά καθώς η Συρία συμμετέχει στον αποτυχημένο πόλεμο των αραβικών χωρών με το Ισραήλ το 1948 με αιτία τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης.

Από κει και πέρα οι ανταγωνισμοί στην περιοχή για επιρροή μπλέκουν επίσης με τον Ψυχρό Πόλεμο που έχει ξεκινήσει μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Στη συζήτηση με το κ. Δημόπουλο παρουσιάζονται η εφήμερη Ένωση της Συρίας με την Αίγυπτο και η διάλυση της (1958-1961), τα πραξικοπήματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60, η εσωτερική σύγκρουση των Μπααθιστών στη Συρία και ο πόλεμος των 6 ημερών το 1967 στον οποίο ηττάται για 2η φορά από το Ισραήλ, η επικράτηση το 1970 του Χάβεζ Άσαντ και η σκληρή διακυβέρνηση του, η έναρξη του εμφυλίου του Λιβάνου και η επέμβαση της Συρίας, η σύγκρουση με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα στη δεκαετία του ’70 και η αποκορύφωση με τις σφαγές στις οποίες προβαίνει το συριακό καθεστώς στην πόλη Χαμά το 1982. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις οι νεκροί από αυτή την επέμβαση έφθασαν τους 40.000. Έτσι δεν είναι τυχαίο που η Χαμά ήταν δεύτερη πόλη μετά το Χαλέπι που έπεσε εύκολα στα χέρια των τζιχαντιστών ανταρτών στην πρόσφατη επέλασή τους προς τη Δαμασκό.

Η αναδρομή καταλήγει με τον αγώνα για τη διαδοχή του πατέρα Ασαντ και εν τέλει την ανάληψη της θέσης του Προέδρου από το γιό του Μπασάρ Άσαντ το 2000, καθώς και τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν στην αρχή της διακυβέρνησής του για ένα πιο δημοκρατικό και εκσυγχρονισμένο καθεστώς. Αυτές για μια σειρά από εσωτερικούς και εξωτερικούς λόγους διαψεύσθηκαν, καταλήγοντας σε μια παρακμή, που με την σειρά της έφερε και στην Συρία την λεγόμενη «Αραβική Ανοιξη» το 2011 και τελικά την έναρξη ενός εμφυλίου πολέμου που ακόμη και Συνεχίζοντας τη διαδρομή έως την έναρξη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου, η συνθηκολόγηση της Γαλλίας στους Γερμανούς το 1940 αφήνει τη Συρία για ένα χρόνο στα χέρια της Κυβέρνησης του Βισύ, Όμως αυτή θα περάσει γρήγορα στον έλεγχο των Ελεύθερων Γάλλων του Ντε Γκολ, με τη βοήθεια των Βρετανών. Στη συζήτηση περιγράφεται η κατάσταση της περιοχής κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο σχεδόν εξαναγκασμός των Γάλλων να δώσουν ανεξαρτησία στη Συρία και τον Λίβανο το 1946.

Ακολουθεί η αναφορά στη γένεση ενός νέου Παναραβισμού που μετεξελίσσεται σε Μπααθισμό και στις συγκρούσεις που ξεκινούν για την εξουσία μεταξύ των διαφόρων φατριών. Και αυτά καθώς η Συρία συμμετέχει στον αποτυχημένο πόλεμο των αραβικών χωρών με το Ισραήλ το 1948 με αιτία τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης.

Από κει και πέρα οι ανταγωνισμοί στην περιοχή για επιρροή μπλέκουν επίσης με τον Ψυχρό Πόλεμο που έχει ξεκινήσει μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Στη συζήτηση με το κ. Δημόπουλο παρουσιάζονται η εφήμερη Ένωση της Συρίας με την Αίγυπτο και η διάλυση της (1958-1961), τα πραξικοπήματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60, η εσωτερική σύγκρουση των Μπααθιστών στη Συρία και ο πόλεμος των 6 ημερών το 1967 στον οποίο ηττάται για 2η φορά από το Ισραήλ, η επικράτηση το 1970 του Χάβεζ Άσαντ και η σκληρή διακυβέρνηση του, η έναρξη του εμφυλίου του Λιβάνου και η επέμβαση της Συρίας, η σύγκρουση με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα στη δεκαετία του ’70 και η αποκορύφωση με τις σφαγές στις οποίες προβαίνει το συριακό καθεστώς στην πόλη Χαμά το 1982. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις οι νεκροί από αυτή την επέμβαση έφθασαν τους 40.000. Έτσι δεν είναι τυχαίο που η Χαμά ήταν δεύτερη πόλη μετά το Χαλέπι που έπεσε εύκολα στα χέρια των τζιχαντιστών ανταρτών στην πρόσφατη επέλασή τους προς τη Δαμασκό.

Η αναδρομή καταλήγει με τον αγώνα για τη διαδοχή του πατέρα Ασαντ και εν τέλει την ανάληψη της θέσης του Προέδρου από το γιό του Μπασάρ Άσαντ το 2000, καθώς και τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν στην αρχή της διακυβέρνησής του για ένα πιο δημοκρατικό και εκσυγχρονισμένο καθεστώς. Αυτές για μια σειρά από εσωτερικούς και εξωτερικούς λόγους διαψεύσθηκαν, καταλήγοντας σε μια παρακμή, που με την σειρά της έφερε και στην Συρία την λεγόμενη «Αραβική Ανοιξη» το 2011 και τελικά την έναρξη ενός εμφυλίου πολέμου που ακόμη και σήμερα δεν είναι σίγουρο πως τελείωσε…

20241224-polydefkis-dimopoulos.mp3


https://www.ertnews.gr/dimosio-vima/syria-pos-syndeetai-i-simerini-katastasi-kai-to-ethno-thriskeytiko-mosaiko-tis-me-tin-istoria-tis-perioxis-3000-xronon/






Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2024

Τα τουρκικά διλήμματα στη Συρία

Μπορεί να φαίνεται ότι μετά την κατάρρευση του Άσαντ, η Συρία έπεσε κάτω από την πλήρη επιρροή της Τουρκίας. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, υπάρχει ένας αριθμός παικτών των οποίων η Τουρκία θα πρέπει αναπόφευκτα να λάβει υπόψη της κατά την εφαρμογή των συριακών της σχεδίων. Ποιοι είναι αυτοί οι παίκτες και ποια συμφέροντα εξακολουθεί να έχει η Ρωσία στη Συρία;

Η Τουρκία αισθάνεται ως ο μεγάλος νικητής στη Συρία. Ο Μπασάρ αλ Άσαντ ανατράπηκε, η επιρροή του Ιράν ελαχιστοποιήθηκε και η ένοπλη αντιπολίτευση που ελέγχεται από την Άγκυρα κατέλαβε τη Δαμασκό. «Η μεγαλύτερη νίκη είναι η νίκη χωρίς αγώνα. Ενώ αυτές οι επιχειρήσεις γίνονταν στη Συρία, κανένας μεχμετζίκ (όπως αποκαλούν χαϊδευτικά τους στρατιώτες τους στην Τουρκία) δεν είχε καν αιμορραγία από τη μύτη», γράφει η Hurriyet.

Ωστόσο, τώρα προκύπτει το ερώτημα τι θα κάνει με αυτή τη νίκη; Η Τουρκία έχει ήδη διαμορφώσει το σχέδιό της για τη μεταπολεμική δομή της χώρας. Αν συγκεντρώσουμε μια σειρά από ομιλίες του Ερντογάν και του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, καταλήγουμε σε πολλά συμπεράσματα.

 

Ενιαίο κράτος ή Ομοσπονδία; 

Πρώτον, η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. «Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να διαιρεθεί ξανά η Συρία. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να συμφωνήσουμε ότι το έδαφος της χώρας θα γίνει ξανά πεδίο σύγκρουσης», είπε ο Ερντογάν.

Και η λογική του είναι ξεκάθαρη. Ο διαμοιρασμός της Συρίας σημαίνει κάποιου είδους κρατικό καθεστώς για όλα τα μέρη της. Συμπεριλαμβανομένου του Συριακού Κουρδιστάν, το οποίο, σύμφωνα με τους Τούρκους, χρησιμοποιείται από τους Τούρκους Κούρδους (μέρος του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν-ΡΚΚ, που αναγνωρίζεται ως τρομοκρατικό στην Άγκυρα) ως βάση για επιχειρήσεις στο τουρκικό έδαφος. Λοιπόν, στο μέλλον - εάν το Συριακό Κουρδιστάν αποκτήσει ανεξαρτησία – μπορεί να γίνει ο πυρήνας για τη δημιουργία ενός μεγάλου κουρδικού κράτους.

Επομένως, δεν πρέπει να υπάρχει Συριακό Κουρδιστάν. «Είναι απαραίτητο να εξαλείψουμε το PKK στη Συρία και να μετατρέψουμε τον τρομοκρατικό διάδρομο στα σύνορά μας σε διάδρομο ασφαλείας», γράφει η Hurriyet.

Την ίδια στιγμή, η ιδέα μιας ενωμένης Συρίας υπονομεύεται από την ίδια την Τουρκία – ακριβώς ως μέρος του αγώνα κατά των Κούρδων. Οι περισσότεροι Τούρκοι πολιτικοί επιστήμονες και δημοσιογράφοι πιστεύουν ότι τα τουρκικά στρατεύματα θα πρέπει να παραμείνουν στη Συρία για να αποτρέψουν τους Κούρδους να καταλάβουν νέα συριακά εδάφη. Και χωρίς οι Τούρκοι να αποχωρήσουν από την επαρχία Ιντλίμπ, μια ενωμένη Συρία είναι αδύνατη.

Επιπλέον, ακόμα κι αν είναι ενιαίο, πιθανότατα θα είναι ομοσπονδιακό. Αλαουίτες, Δρούζοι, Χριστιανοί και οι ίδιοι Κούρδοι θα απαιτήσουν όλοι τουλάχιστον το δικαίωμα στην πολιτιστική αυτονομία. Και η Τουρκία αρχικά -ακόμα και επί Άσαντ- αντιτάχθηκε σε οποιαδήποτε ομοσπονδιακή ρύθμιση.

Η ομοσπονδία μπορεί να αποφευχθεί μόνο με την αποκατάσταση της αυταρχικής κυριαρχίας - με σοβαρή καταστολή των μειονοτήτων. Με απλά λόγια, μιλάμε για αντικατάσταση του καθεστώτος Άσαντ με το καθεστώς των φιλότουρκων ισλαμιστών. Αλλά η εφαρμογή αυτού του σχεδίου θα παρεμποδίσει την εφαρμογή του δεύτερου σημείου της συριακής ανοικοδόμησης που ανέπτυξε η Τουρκία - τη δημιουργία εκεί ενός σταθερού, αναπτυσσόμενου κράτους που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αυτό το σημείο δεν είναι αναγκαίο για χάρη της ίδιας της δημοκρατίας. Η Άγκυρα ενδιαφέρεται να διασφαλίσει ότι τα τρία εκατομμύρια Σύροι πρόσφυγες που βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε τουρκικό έδαφος (των οποίων η συντήρηση κοστίζει δισεκατομμύρια δολάρια) θα επιστρέψουν στα σπίτια τους.

«Η εκκαθάριση της Συρίας από τρομοκρατικά στοιχεία εντός της εδαφικής και δημογραφικής της ακεραιότητας και η διασφάλιση της ασφαλούς, εθελοντικής και αξιοπρεπούς επιστροφής των Σύριων προσφύγων στη χώρα τους ήταν μεταξύ των κορυφαίων προτεραιοτήτων της Τουρκίας στη Συρία», γράφει ο καθηγητής Talha Kese της Τουρκικής Εθνικής Ακαδημίας Πληροφοριών.

Επιπλέον, ορισμένοι Τούρκοι πολιτικοί τάσσονται υπέρ της επιστροφής στη Συρία των 238 χιλιάδων προσφύγων που κατάφεραν να αποκτήσουν τουρκικά διαβατήρια. Αν υπάρξει αστάθεια στο έδαφος της Συρίας, αν αρχίσουν εκεί σφαγές στο πλαίσιο της συνέχισης του εμφυλίου, τότε όχι μόνο δεν θα επιστρέψει κανείς, αλλά ο ίδιος αριθμός θα προστεθεί στα σημερινά τρία εκατομμύρια.

 

Τουρκία- Ευρώπη

Πώς ταιριάζουν τα σχέδια της Τουρκίας με τα συμφέροντα άλλων μεγάλων δυνάμεων που είναι παρούσες στην περιοχή; Ναι, ο επικεφαλής του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών λέει ότι όλα ήταν συμφωνημένα, όλοι το στήριξαν το σχέδιο. Ωστόσο, στην πραγματικότητα δεν είναι όλα τόσο απλά.

Το ευκολότερος πεδίο είναι, ίσως, με την Ευρώπη. Η Άγκυρα έχει ήδη εκφράσει την επιθυμία της να συνεργαστεί με τις Βρυξέλλες. «Η συνεργασία με τις χώρες της ΕΕ είναι απαραίτητη στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, στην ανοικοδόμηση της Συρίας και στη μεταρρύθμιση των υπαρχόντων θεσμών», είπε ο Ερντογάν. Με απλά λόγια, θέλει να πάρει χρήματα από τους Ευρωπαίους για να εξασφαλίσει την επιστροφή των προσφύγων στη Συρία. Ο Ερντογάν θα συζητήσει αυτό το θέμα με την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν - και, πιθανότατα, η Ευρώπη θα δώσει κάποια χρήματα. Πράγματι, στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, της πολιτικής αναταραχής και της σύγκρουσης με τη Ρωσία, το τελευταίο πράγμα που χρειάζονται οι Βρυξέλλες είναι η Άγκυρα να ανακατευθύνει τις ροές μεταναστών στον Παλαιό Κόσμο.

 

Τουρκία-ΗΠΑ-Ισραήλ

Είναι πιο δύσκολο με τους Αμερικανούς. Αν τα κουρδικά στρατεύματα είναι τρομοκράτες για τον Ερντογάν, τότε για τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν προπύργιο στη Συρία. Ένα εργαλείο με το οποίο μπορούν να ελέγξουν την κατάσταση τόσο στη Συρία όσο και στο γειτονικό Ιράκ. Και επιπλέον, σύμφωνα με τη γνώμη πολλών ειδικών, με τη βοήθεια των Κούρδων η Συρία μπορεί να διαλυθεί περαιτέρω.

«Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θέλουν σταθερότητα στη Συρία για το προβλέψιμο διάστημα. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ελεγχόμενο χάος για να λύσουν το πρόβλημα του Λιβάνου και της Παλαιστίνης υπέρ του Ισραήλ», γράφει ο απόστρατος Τούρκος ναύαρχος Türker Ertürk. Αλλά η Τουρκία δεν χρειάζεται χάος που δεν ελέγχεται από αυτήν. «Είναι προς το συμφέρον της Τουρκίας να εξαλείψει ξένες δυνάμεις που προσπαθούν να ασκήσουν καταστροφική επιρροή στη Συρία», γράφει ο καθηγητής Talha Kese της Τουρκικής Εθνικής Ακαδημίας Πληροφοριών. Το μόνο ερώτημα είναι πώς να διώξει τους Αμερικανούς;

 

Τουρκία-Αραβικές χώρες

Δεν μπορεί να διώξει ούτε τους Άραβες. Πρέπει να διαπραγματευτεί μαζί τους. «Οι αραβικές χώρες, ως επί το πλείστον, ήταν επιφυλακτικές για τα γεγονότα στη Συρία. Ναι, πολλοί από αυτούς συμμετείχαν στην απόπειρα ανατροπής του προέδρου Μπασάρ Άσαντ την προηγούμενη φορά, μαζί με τους Αμερικανούς και τους Τούρκους. Αλλά μετά την αποτυχία αυτών των σχεδίων, ορισμένα αραβικά κράτη εξομάλυναν τις σχέσεις με τη Συρία. Και τώρα οι Άραβες ανησυχούν από τη δραστηριότητα της Τουρκίας. Ανεξάρτητα από το πόσο εκτείνονται τα σχέδια της Άγκυρας, αυτό τους κάνει ήδη να ανησυχούν», εξηγεί η διεθνής πολιτικός επιστήμονας και εμπειρογνώμονας του RIAC Elena Suponina στην εφημερίδα VZGLYAD.

Ακόμη και πριν από την ήττα του Άσαντ, οι Άραβες ανησυχούσαν πολύ για τη δραστηριότητα της Τουρκίας τόσο στη Συρία (στην Ιντλίμπ) όσο και στον Περσικό Κόλπο (αμυντικές συμφωνίες με το ίδιο Κατάρ). Όλοι γνωρίζουν ιστορία και θυμούνται πώς υπέφερε η περιοχή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας - και πιστεύουν ότι ο Ερντογάν θέλει να αποκαταστήσει αυτήν την κυριαρχία.

Επιπλέον, στους Άραβες δεν αρέσει η ιδεολογία των νέων ηγετών της Συρίας. «Οι ομάδες που ήρθαν στην εξουσία στη Συρία δεν ήταν ακριβώς αυτές που ταίριαζαν στα περισσότερα αραβικά κράτη. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία και μια σειρά από άλλες χώρες του Κόλπου, ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός αντιμετωπίζεται πλέον με κάποια επιφυλακτικότητα. Ως εκ τούτου, οι Άραβες έχουν λάβει στάση αναμονής και παρακολουθούν τις εξελίξεις», συνεχίζει η Έλενα Σουπονίνα.

 

Τουρκία-Ρωσία

Όσο για τη Ρωσία, είναι πολύ πιθανό ο Ερντογάν να έρθει σε συμφωνία μαζί της. Η Μόσχα ενδιαφέρεται για τρία πράγματα.

Πρώτον, τη διατήρηση και την ασφάλεια των βάσεων στη Λαττάκεια και στην Ταρτούς, χωρίς τις οποίες θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να εργαστεί κανείς στην Αφρική. Οι μαχητές που ελέγχονται από την Τουρκία μπορούν να την παρέχουν - οι βάσεις δεν τους εμποδίζουν με κανέναν τρόπο και ίσως γίνουν και πηγή κερδών (πράγμα εξαιρετικά σημαντικό στη φτωχή Συρία).

Δεύτερον, την εξάλειψη εκείνων των τρομοκρατών που ήρθαν από τη Ρωσία και την Κεντρική Ασία και θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους - φυσικά, για να πραγματοποιήσουν τρομοκρατικές δραστηριότητες. Εδώ, επίσης, μπορεί κανείς να βρει κατανόηση από τις νέες αρχές στη Δαμασκό - δεν χρειάζονται πραγματικά αυτούς τους μισθοφόρους, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τις περιορισμένες χρηματοδοτικές δυνατότητες στη Συρία. Οι τρομοκράτες κατανοούν ότι για να κυβερνήσουν με επιτυχία το κράτος πρέπει να εγκαταλείψουν τις ιδέες του παγκόσμιου τζιχάντ - διαφορετικά θα καταστραφούν όλοι από τους πιθανούς στόχους αυτής της τζιχάντ.

Τέλος, τρίτον, είναι η διασφάλιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, ιδιαίτερα των χριστιανών. Και εδώ, φυσικά, είναι πιο περίπλοκο - πολλοί ισλαμιστές βλέπουν τους χριστιανούς ως νόμιμο στόχο. Και αν υπήρχαν 1.200 χριστιανοί στην Ιντλίμπ πριν από την άφιξή τους, τώρα, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, έχει απομείνει μόνο μια εκπρόσωπος- μια 76χρονη γυναίκα. Είναι πιθανό ότι αντικείμενο συμφωνιών θα είναι ο εκτοπισμός αυτών των χριστιανών σε χριστιανικές χώρες. Συμπεριλαμβανομένης της ίδιας Ρωσίας. Άλλωστε, η Ρωσία είναι πλέον ο υπερασπιστής των συντηρητικών αξιών. Συμπεριλαμβανομένων των χριστιανικών.

 

 

Κείμενο: Gevorg Mirzayan, Αναπληρωτής Καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο

 

Πηγή: https://vz.ru/world/2024/12/13/1303120.html

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

Το φάντασμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πάνω από τη Συρία

Αντρέι Πολόνσκι, συγγραφέας, ιστορικός

 

Συνήθως μιλάμε για τη γεωπολιτική κατάσταση σε σχέση με τη συλλογική Δύση (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία) και την Ανατολή - τον αραβικό κόσμο, την Ινδία και την Κίνα. Αλλά η σκιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υψώνεται σε όλο της το μέγεθος ενώπιόν μας – για παράδειγμα, στη Συρία.

 

Η νύχτα της 8ης Δεκεμβρίου ήταν δύσκολη. Οι Σύροι αντάρτες, τους οποίους έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε τρομοκράτες και μαχητές (αλλά οι όροι δεν είναι πρόβλημα· σύντομα οι διπλωμάτες όλων των εμπλεκομένων μερών θα πρέπει να διαπραγματευτούν μαζί τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο), εισέβαλαν στη Δαμασκό. Μια νέα, εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση έχει δημιουργηθεί για εμάς, ειδικά με φόντο τον πόλεμο της Ουκρανίας, τόσο στρατιωτικά και πολιτικά όσο και ψυχολογικά. Αλλά η πραγματικότητα πρέπει πάντα να γίνεται αποδεκτή ως έχει.

Ο Ιρανός δημοσιογράφος Khayal Muazzin έγραψε στα κοινωνικά δίκτυα: «Οι άνθρωποι της Συρίας που πρόδωσαν τη χώρα τους και τον Μπασάρ αλ Άσαντ, να μην ξεχάσουν αυτά τα λόγια. Θα μετανιώσετε πικρά για την προδοσία σας... Αυτό που κάνουν οι Ταλιμπάν στον λαό τους στο Αφγανιστάν θα φαίνεται μικρότερο κακό σε σύγκριση με αυτό που θα κάνουν σε εσάς οι Ουαχαμπίτες τρομοκράτες».

«Ο Άσαντ έπεσε και ο Ερντογάν κέρδισε», έγραψε η κόρη του Ερντογάν σε ένα tweet στη μέση της νύχτας.

Θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα, αλλά μόνο ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο. Η Τουρκία του Ατατούρκ, που μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο βρήκε διέξοδο στη δημιουργία τουρκικού εθνικού κράτους και μάλιστα μετέφερε -και ως συμβολική κίνηση- την πρωτεύουσα από την Κωνσταντινούπολη βαθιά στη Μικρά Ασία, στην Άγκυρα, γίνεται παρελθόν.

Επιστρέφει η Οθωμανική Αυτοκρατορία; Ακόμα παραμένει ένα ερώτημα. Σε κάθε περίπτωση, οι Τούρκοι μιλούν ήδη σοβαρά για την προσάρτηση του Χαλεπίου. Οι φιλοτουρκικές δυνάμεις, και είναι πολλές εκεί, σύμφωνα με διάσπαρτες πληροφορίες που φτάνουν σε εμάς, έχουν δραστηριοποιηθεί πολύ στην πόλη. Οι Τούρκοι κάνουν τα πάντα για να διασφαλίσουν ότι το πραξικόπημα στο Χαλέπι θα γίνει χωρίς ακρότητες.

Πρέπει να μην λησμονούμε την ιστορία εδώ. Η σύγχρονη Συρία είναι μια τυπική μετα-αποικιακή οντότητα. Στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, ήταν μια από τις διασημότερες περιοχές της Μέσης Ανατολής, αλλά ποτέ δεν υπήρξε ξεχωριστό ενιαίο κράτος στα εδάφη της. Υπήρχε η Μεγάλη Αρμενία, η ελληνιστική δύναμη των Σελευκιδών, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Χαλιφάτο, οι Σταυροφόροι, οι Μαμελούκοι και, τέλος, από το 1517, η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Την παραμονή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η γεωγραφική περιοχή της σημερινής Συρίας αποτελούσε μέρος τριών οθωμανικών βιλαετιών - της Βηρυτού, του Χαλεπίου και της Δαμασκού.

Το 1922, η Γαλλία έλαβε Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών για αυτά τα αρχαία εδάφη. Το 1926, η περιοχή χωρίστηκε σε Συρία και Λίβανο. Το 1941, ο Ντε Γκωλ έδωσε στους Σύρους ανεξαρτησία, την οποία καθυστέρησε μέχρι το τέλος του πολέμου. Το 1945, η ανεξαρτησία της Συρίας έγινε γεγονός. Από το 1963, το Αραβικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Αναγέννησης βρίσκεται στην εξουσία, ενώ από το 1970 θα είναι με επικεφαλής τον Χαφέζ αλ Άσαντ, τον πατέρα του σημερινού Μπασάρ και σύμμαχο της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Χαφέζ αλ Άσαντ πέθανε το 2000. Από το 2011 ξεκίνησε ένας εμφύλιος πόλεμος στη χώρα. Τη συνέχεια την γνωρίζουμε.

Πρέπει να καταλάβουμε ότι σύμφωνα με τους Τούρκους, αυτά τα εδάφη είναι όπως για τους Ρώσους ο μετασοβιετικός χώρος, οι δημοκρατίες της πρώην ΕΣΣΔ. Μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέστη, όπως αναφέρεται σήμερα, μια στρατηγική ήττα. Η ιδεολογία του ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας, Κεμάλ Ατατούρκ, χτίστηκε πρωτίστως πάνω στην επιθυμία να διατηρηθεί αυτό που μπορούσε να διατηρηθεί. Ένα εθνικό σπίτι για τους Τούρκους.

Έχουν περάσει εκατό χρόνια από τότε και φαίνεται ότι όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Αλλά η ιστορική μνήμη είναι δύσκολο να καταστεί αντικείμενο επεξεργασίας και αλλαγής. Ο κόσμος προφανώς έχει αρχίσει να κινείται και έχει χάσει το σημείο ισορροπίας του. Θα είναι δυνατή η επαναφορά του μόνο σε κάποιο άλλο επίπεδο, που δεν είναι ακόμη προφανές σε εμάς. Και θα αφορά όλους μας.

Ο Ερντογάν ήρθε στην εξουσία επάνω στο κύμα του νεοοθωμανισμού και της αντίθεσης στον κοσμικό εθνικισμό των κεμαλικών, που κυβέρνησαν τη χώρα σχεδόν για ολόκληρο τον 20ό αιώνα. Αν καταφέρει να κρατήσει τη νίκη στη Συρία, θα είναι το οριστικό τέλος της εποχής του Ατατούρκ και η αρχή μιας νέας εποχής στην τουρκική εθνική ταυτότητα.

Το Χαλέπι ή Αλέππο θεωρείται σε αυτό το πλαίσιο ως μια εξαιρετική προσθήκη στην τουρκική επαρχία Χατάι με πρωτεύουσα την Αντάκια. Ή Αντιόχεια. Η τουρκική Antakya μέχρι το συριακό Χαλέπι η απόσταση είναι μικρή, το μήκος του αυτοκινητόδρομου 101 χιλιόμετρα, το πολύ μιάμιση ώρα με το αυτοκίνητο.

Ταυτόχρονα, η επαρχία Χατάι είναι η μόνη τουρκική επαρχία με κυρίαρχο αραβικό πληθυσμό και έχει ιδιαίτερη ιστορία. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η επαρχία Χατάι ήταν μέρος της Γαλλικής Συρίας. Το 1936, οι Τούρκοι υπέβαλαν καταγγελία στην Κοινωνία των Εθνών απαιτώντας την προσάρτηση της επαρχίας στην Τουρκία. Οι Γάλλοι έδωσαν αυτονομία στην Χατάι και διεξήγαγαν εκλογές για τοπική συνέλευση. Η συνέλευση ψήφισε αμέσως υπέρ της ανεξαρτησίας της Δημοκρατίας της Χατάι (το όνομα προτάθηκε από τον ίδιο τον Ατατούρκ). Λίγους μήνες αργότερα διοργανώθηκε δημοψήφισμα και το 1939, την παραμονή του ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Χατάι έγινε βιλαέτι της Τουρκίας.

Η τρέχουσα δραστηριότητα των Τούρκων στο Χαλέπι είναι ένα είδος συνέχειας της ιστορίας της Χατάι. Ο Ερντογάν προχωρά. Απέκτησε το Καραμπάχ για τους πληρεξούσιους του στο Αζερμπαϊτζάν. Και οι «Bozkurts» ή «Γκρίζοι Λύκοι» - ακραίοι υποστηρικτές της ιδεολογίας του παντουρκισμού, οι οποίοι στα τέλη του 20ου αιώνα βρίσκονταν υπό την αυστηρότερη απαγόρευση στην Τουρκία και αναγνωρίστηκαν ως τρομοκρατική οργάνωση σε πολλές χώρες της μετασοβιετικής εποχής. διάστημα - εδώ και καιρό ποθούν την Κριμαία.

Συνήθως μιλάμε για τη γεωπολιτική κατάσταση σε σχέση με τη συλλογική Δύση (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία) και την Ανατολή - τον αραβικό κόσμο, την Ινδία και την Κίνα. Αλλά η σκιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υψώνεται σε όλο της το μέγεθος ενώπιόν μας. Δεν πρέπει να παραλείπεται αυτό το αμετάκλητο γεγονός κατά την ανάλυση της κατάστασης.

Μεταξύ Δύσης και Ανατολής υπάρχει ένας ακόμη ανεξάρτητος παίκτης. Και το αν πρέπει κανείς να χαίρεται πάντα για αυτήν την ανεξαρτησία του παίχτη αυτού παραμένει ένα μεγάλο ερώτημα.

Κάποτε, ο Ρώσος φιλόσοφος και μυστικιστής Daniil Andreev βρήκε ένα πολύ εύστοχο όνομα για αυτό το φαινόμενο που μπορεί να ονομαστεί ο «δαίμονας του κρατισμού» - witsraor. Ο Τούρκος witzraor -για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Andreev- ήταν άρρωστος και αδύναμος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ανάρρωσε. Αν τριπλασιαστεί η όρεξή του, θα αντιμετωπίσουμε μια πολύ σοβαρή πρόκληση.

 

Πηγή: https://vz.ru/opinions/2024/12/9/1302301.html

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

Ο συριακός θρίαμβος τζιχαντιστών-Τουρκίας και ο ελληνισμός

Τελικώς, ο παλαιός στόχος της Δύσης και του Ισραήλ για την ανατροπή των κοσμικών μπααθικών καθεστώτων στον αραβικό κόσμο ολοκληρώθηκε. Μετά το Ιράκ και τη Λιβύη, έπεσε και η Συρία του Άσαντ – η Αίγυπτος εξακολουθεί να διατηρεί υπό όρους, μετά από ένα μικρό διάλλειμα, μια κοσμική στρατιωτική ηγεσία.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Συρία είναι απλώς αυτό που δεν ολοκληρώθηκε –απρόσμενα για τους σχεδιαστές του– πριν μερικά χρόνια λόγω της αποφασιστικής παρέμβασης της Μόσχας. Αν δεν ήταν η ρωσική αεροπορία, οι τζιχαντιστές θα είχαν καταλάβει την εξουσία από το 2015.

Δεν πρέπει να κάνει εντύπωση ότι για την επίτευξη του κύριου σκοπού ο κυνικός ρεαλισμός δεν έχει αναστολές να κάνει χρήση ενός άλλου, επίσης, εχθρικού στοιχείου. Η αξιοποίηση άλλωστε των φανατικών ισλαμιστών συνιστά μια μακρά παράδοση των μεγάλων δυνάμεων. Πρώτοι διδάξαντες οι Βρετανοί στο Great Game, όταν ξεσήκωναν τις μουσουλμανικές φυλές κατά της ρωσικής αυτοκρατορίας. Ακολούθησαν οι Γερμανοί με τους μουσουλμάνους του άξονα Βαλκάνια-Κριμαία-Καύκασος. Αλλά και οι Αμερικανοί, σε περιπτώσεις όπως στο Αφγανιστάν με τους περίφημους μουτζαχεντίν, εναντίον των Σοβιετικών. Την ίδια μέθοδο εφάρμοσαν μαζί με το Ισραήλ, για να υπονομεύσουν τα κράτη, στα οποία ο αραβικός εθνικισμός αποτελούσε μια αξιόπιστη δύναμη, ενώ ακολουθούσε ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο αραβικός εθνικισμός γεννήθηκε κατά τον 19ο αιώνα κυρίως ανάμεσα στους χριστιανούς της Μέσης Ανατολής, υπό την επιρροή των Γάλλων Ιησουιτών, των αμερικανικών κολλεγίων, αλλά και των πολλών σχολείων που ίδρυε η Ρωσία. Το βιβλίο που άσκησε την μεγαλύτερη επίδραση στην αραβική εθνική αναγέννηση ήταν το “Le réveil de la nation” (1906) του χριστιανού Μαρωνίτη Naguib Azoury (1870-1916), ενώ η μεγάλη μορφή του μπααθισμού υπήρξε ο φιλόσοφος Michel Aflaq (1910-1989), ελληνορθόδοξος από την Δαμασκό.

Ο αραβικός εθνικισμός, όμως, απέτυχε τελικά να δημιουργήσει μια ανά κράτος εθνική συνείδηση τέτοια που να υπερβαίνει τη θρησκευτική και φυλετική. Για παράδειγμα, στο Ιράκ το σιιτικό στοιχείο, καταπιεσμένο από την σουνιτική μειοψηφία που κατείχε την εξουσία, εκμεταλλεύτηκε την πτώση του Σαντάμ μετά τον δεύτερο πόλεμο του Κόλπου. Το ίδιο έκαναν και οι Κούρδοι στον Βορρά. Στη Συρία η αλαουιτική-σιιτική μειονότητα, που κατείχε μέσω της οικογένειας Άσαντ την εξουσία, δεν μπόρεσε να ελέγξει την σουνιτική πλειοψηφία, όπως, και εδώ, τους Κούρδους, που, ασφυκτιώντας σε “ξένα” κράτη, παίζουν διαχρονικό έναν υπονομευτικό ρόλο, προσδοκώντας την πολυπόθητη εθνική τους ανεξαρτησία.

Η παρούσα εκκωφαντική πτώση του καθεστώτος Άσαντ, αναπάντεχη ως προς την ταχύτητα των γεγονότων, υπήρξε αποτέλεσμα:

Των διαχρονικών αδυναμιών του.

Του περισπασμού της προστάτιδος Ρωσίας, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, που είχε στρατιωτικές και οικονομικές παρενέργειες.

Στα συντριπτικά ισραηλινά χτυπήματα στην ραχοκοκαλιά του σιιτικού άξονα Ιράν-Χεζμπολάχ.

Στο μεγαλύτερο ποσοστό γεννήσεων των σουνιτών σε βάθος χρόνου.

Τραγωδία για τον Ελληνισμό 

Οι εξελίξεις στην Συρία, οι οποίες ακόμη δεν έχουν ολοκληρωθεί, συνιστούν χωρίς αμφιβολία μια τραγωδία με ιστορικές διαστάσεις και είναι στο σύνολό τους άκρως αρνητικές για τον Ελληνισμό. Κάτι που μάλλον δεν έχει γίνει κατανοητό από αρκετούς, που επιμένουν να διαβάζουν τα όσα συμβαίνουν στην ευρύτερη γειτονιά μας με δανεικά γυαλιά από τα δυτικά πρακτορεία και με έλλειψη ιστορικής παιδείας. Ο αλαουίτικος και χριστιανικός πληθυσμός, που μαζί αριθμούν αρκετά εκατομμύρια βρίσκεται σε τεράστιο κίνδυνο. Σύμφωνα τουλάχιστον με τα επίσημα στοιχεία σε έναν συνολικό πληθυσμό 23.865.423 κατοίκων, οι Αλαουίτες με τους υπόλοιπους σιίτες  αποτελούν το 13%, ενώ οι Χριστιανοί (κυρίως απόγονοι της βυζαντινής περιόδου Ελληνορθόδοξοι του Πατριαρχείου Αντιοχείας – Ρωμιοί, Ουνίτες Μελχίτες, Νεστοριανοί Ασσύριοι και Μονοφυσίτες Συρο-ιακωβίτες) το 10%.

Μιλούμε για σχεδόν το ένα τέταρτο του συνόλου, δηλαδή για περίπου 5.000.000 Σύριους. Παρά την έως τώρα μετριοπαθή εικόνα που θέλουν να περάσουν δασκαλεμένοι από τη Δύση και την Άγκυρα οι τζιχαντιστές της HTS (Χάγιατ Ταχρίρ αλ Σαμ), που είναι θυγατρική και απόγονος της Αλ Κάιντα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ζωή αυτών των ανθρώπων απειλείται. Μια ιδανική λύση, υπό τις παρούσες συνθήκες, θα ήταν να υπάρξει μια αυτόνομη ζώνη στην ευρύτερη περιοχή της Λαττάκειας, όπου ζει και το μεγαλύτερο τμήμα των Αλαουιτών.

Η περιοχή αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει το ύστατο καταφύγιο και για όσους πιθανόν θα κινδύνευαν από τις διώξεις των τζιχαντιστών. Πρώτον διότι η Λαττάκεια έχει στρατηγική σημασία, καθώς αποτελεί τη διέξοδο προς την θάλασσα. Δεύτερον, διότι εκεί είναι εγκατεστημένες οι ρωσικές βάσεις (η ναυτική στην Ταρτούς και η αεροπορική στην Χμέϊμιν). Δυστυχώς, όμως, και η Λαττάκεια έχει πέσει στα χέρια των τζιχαντιστών, επίσης χωρίς καμία αντίσταση.

Ένας από τους βασικούς στόχους αυτής της τζιχαντικής προέλασης, άλλωστε, ήταν και η εξάλειψη της ρωσικής παρουσίας, που θα σημάνει την ολοκληρωτική απομάκρυνση της Μόσχας από την Μέση Ανατολή και την Μεσόγειο. Είναι πολύ πιθανό, επομένως –εκτός κάποιας εκπλήξεως που θα οφείλεται σε παρασκηνιακή συμφωνία που δεν γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή– να δούμε στις προκυμαίες της Συρίας νέους τραγικούς “συνωστισμούς”, όπως στη Σμύρνη του 1922. Κι αν συμβεί το απευκταίο, ας έχουμε υπόψη μας ότι αυτοί οι άνθρωποι, ιδίως οι αραβόφωνοι χριστιανοί, την γειτονική Κύπρο και την Ελλάδα θα έχουν στο μυαλό τους ως τόπο σωτηρίας.

Η Συρία υπό την σαρία

Η Συρία –ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο τμήμα της– θα μεταβληθεί σε ισλαμιστικό κράτος. Λίγα μίλια από την Κύπρο, σε μια γιγαντιαία έκταση, οι τζιχαντιστές θα επιβάλουν την εξουσία και την ιδεολογία τους. Aυτό σημαίνει σαρία, σημαίνει εκπαίδευση με βάση την τζιχάντ, σημαίνει διασυνδέσεις με τα παγκόσμια ισλαμιστικά δίκτυα. Ακόμη, βεβαίως, δεν γνωρίζουμε το ακριβές έδαφος που θα έχουν υπό την κατοχή τους. Στο Νότο οι Ισραηλινοί ήδη δημιουργούν “ζώνη ασφαλείας” εντός της Συρίας, πέρα από τα υψίπεδα Γκολάν, ενώ συνεργάζονται και με τους Δρούζους, που ίσως αποτελέσουν μια εμπροσθοφυλακή βαθιά μέσα στη Συρία, που θα κυκλώσει τους σιίτες του νοτίου Λιβάνου. Επίσης, υπάρχει και το μέγα θέμα με τους Κούρδους στα βορειοανατολικά. Η ορμή της τζιχαντικής επέλασης φαίνεται ότι έχει κέρδη και έναντι των κουρδικών δυνάμεων του YPG.

Η Τουρκία θα προσπαθήσει να επωφεληθεί από το momentum ώστε να διευρύνει την βόρεια ζώνη ελέγχου, εκτοπίζοντας τους Κούρδους προς τα ανατολικά. Εκεί πια θα μπορούν να συνεχίσουν να παίζουν τον ρόλο των συνοριοφυλάκων έναντι των σιιτών του Ιράκ και των δυνάμεων security για τις πετρελαιοπηγές της ανατολικής Συρίας. Εκτός, βέβαια, αν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να τα βάλουν στα σοβαρά με την Τουρκία, ενισχύοντας τους Κούρδους για να κερδίσουν χώρο βορείως, και μαζί κάποιο βαθμό ανεξαρτησίας. Ένα σενάριο που φαντάζει αυτή τη στιγμή ελάχιστα πιθανό.

Ο μεγάλος και αδιαμφισβήτητος θριαμβευτής είναι η Τουρκία. Η νίκη των φιλικών της τζιχαντιστών και η διαφαινόμενη δημιουργία ενός κράτους-δορυφόρου, επιβεβαιώνει τις επιλογές Ερντογάν. Η Τουρκία αναδεικνύεται και πάλι σε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αποκτά ένα στρατηγικό βάθος που ίσως να μην είχε ποτέ και η ίδια οραματιστεί. Εκατομμύρια υπήκοοι της νέας ισλαμιστικής Συρίας θα είναι ιδεολογικό, στρατιωτικό και οικονομικό υποχείριο της Άγκυρας. Ο λόγος των Τούρκων θα βαραίνει πλέον αποφασιστικά στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής. Το κύρος της αναβαθμίζεται ραγδαία. Όσο για τον Ελληνισμό ξαφνικά βρίσκεται να ασφυκτιά υπό έναν θανάσιμο τουρκικό γεωστρατηγικό εναγκαλισμό: Αλβανία, Συρία και Λιβύη είναι κράτη που ελέγχονται άμεσα από την Τουρκία.

Οι κερδισμένοι στην Συρία

Σε άμεση συνέχεια του προηγούμενου, είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχθούμε ότι οι φιλότουρκοι τζιχαντιστές, όπως και ο πάτρωνάς τους, δεν θα ριψοκινδύνευαν την επιχείρησή τους αν δεν είχαν, τουλάχιστον την ανοχή, αν όχι και τις ευλογίες, των ΗΠΑ και εμμέσως του Ισραήλ. Κι όπως φάνηκε αυτό συνέβη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο χάρτης της Μέσης Ανατολής επανασχεδιάζεται. Ό,τι γνωρίζαμε είναι καλό να το ξεχάσουμε. Παρεμπιπτόντως, είναι βέβαιο ότι σύντομα θα έχουμε νέα και από το Ιράν. Η παταγώδης αποτυχία της προβολής ισχύος της Τεχεράνης στην Μέση Ανατολή, υπονόμευσε το κύρος του καθεστώτος. Η εσωτερική αντίδραση επομένως είναι πιθανόν να ξεσπάσει σύντομα.

Αλλά γυρνώντας στα καθ’ ημάς, θα έπρεπε να μας είχαν ζώσει τα φίδια οι υποψίες ότι υφίσταται υπόγειος δίαυλος της Άγκυρας με τους συμμάχους μας, την ώρα που οι δικές μας αναλύσεις κινούνταν με βάση τα δεδομένα για τεταμένες έως εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους. Άλλωστε, αυτά συμβαίνουν κατά κανόνα στον σκληρό κόσμο των διεθνών σχέσεων, που δεν σχετίζεται με ηθικές αρχές, ή και με αρχές γενικότερα. Το πρόβλημα είναι, λοιπόν, ότι αν για τη Συρία υπήρξε προσυνεννόηση για την προέλαση, πώς αυτό μπορεί να επηρεάσει τα ελληνοτουρκικά ή το Κυπριακό.

Ξετυλίγοντας το κουβάρι – Ποιοι και πως συγκρούονται στη Συρία

Καθώς, όλα είναι συγκοινωνούντα δοχεία, ποιος μπορεί να αποκλείσει ότι είναι πιθανόν να δούμε τον Ερντογάν, μετά τον συριακό θρίαμβο, να εμφανίζει ευελιξία για να ολοκληρωθούν οι γενικές διευθετήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο; Ως εκ τούτου, καλές οι αναλύσεις για το τέλος του «αιμοσταγούς δικτάτορα», καθώς και η δημόσια ικανοποίηση για την αποκατάσταση της δημοκρατίας(!) εκ μέρους των «ανταρτών» –έτσι ξεπλένονται πλέον οι τζιχαντιστές– γιατί είναι αλλιώς να σε σφάζει αντάρτης, κι αλλιώς τζιχαντιστής! Ας κοιτάξουμε όμως λίγο και τι μας ξημερώνει.