
Εξ
αρχής είχε γίνει αντιληπτό ότι ο πόλεμος στη Συρία θα μπορούσε να αποτελέσει
τον καταλύτη εξελίξεων όχι μόνον για τη Μέση Ανατολή αλλά και για την παγκόσμια
ισορροπία δυνάμεων. Αυτό προέκυπτε για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν η γεωπολιτική θέση
της Συρίας στον πυρήνα της Μέσης Ανατολής και ο δεύτερος η ανάμειξη στο συριακό
εμφύλιο πολλών ισχυρών εξωτερικών παικτών, σε μια δι’ αντιπροσώπων προώθηση των
συμφερόντων τους.
Στην
πλημμυρίδα της, κατ’ ευφημισμόν, «Αραβικής Άνοιξης», η οποία αποτέλεσε την
απόπειρα των ισλαμιστών να αποσπάσουν την εξουσία από τις κοσμικές δυνάμεις, η
Συρία ήταν το τελευταίο και το πιο κρίσιμο πεδίο σύγκρουσης. Η μοίρα του Άσαντ φαινόταν προδιαγεγραμμένη, καθώς
ο πληθυσμός της χώρας ήταν κατά πλειοψηφία σουνιτικός, ενώ Τουρκία, Σαουδική
Αραβία και Κατάρ εργάζονταν με ζήλο, παρέχοντας κάθε βοήθεια στις
αντικαθεστωτικές δυνάμεις. Επιπλέον, η Δύση, η οποία εν μέσω της δικής της οικονομικής
κρίσης έψαχνε ευκαιρίες κέρδους αλλά και κάποια επιβεβαίωση των ιδεολογικών της
δογμάτων, συνέδραμε την ισλαμιστική αντεπανάσταση.
Εντούτοις,
οι προβλέψεις τους διαψεύστηκαν οικτρά. Πέντε χρόνια μετά, σ’ έναν πόλεμο που
έχει στοιχίσει 250 χιλ. ψυχές, η κατάσταση είναι αντεστραμμένη. Ο Άσαντ είναι
ακόμη πρόεδρος της Συρίας και οι δυνάμεις του έχουν αρχίσει την προέλασή τους
στα εδάφη που είχε καταλάβει το απεχθές «Ισλαμικό Κράτος». Για να φθάσουμε εδώ,
όμως, συνέβησαν μια σειρά από καθοριστικές εξελίξεις που άλλαξαν το ρου του
πολέμου.
·
Η αναπάντεχη ικανότητα του καθεστώτος Μπααθ
και του ίδιου του Άσαντ να κρατηθούν όρθιοι στη δυτική Συρία, όπου βρίσκεται
και το 80% του πληθυσμού της χώρας, υπήρξε η ουσιαστική προϋπόθεση για ό,τι
συνέβη στη συνέχεια. Αποδείχτηκε ότι, παρά την πεποίθηση πολλών ξένων αναλυτών,
ο συριακός εθνικισμός, που συνενώνει στους κόλπους του πολλές εθνικές και
θρησκευτικές μειονότητες, έχει βαθιές ρίζες.
·
Στη Συρία διεξάγεται ένας πόλεμος μεταξύ
του σιιτικού τόξου και της σαλαφιστικής εκδοχής του σουνιτικού ισλάμ. Πίσω από
τον Αλαουίτη Άσαντ συσπειρώθηκαν και πολεμούν δυνάμεις των Φρουρών της Επανάστασης
του Ιράν, της Χεζμπολλάχ του Λιβάνου, των σιιτών του Ιράκ, ακόμη και των σιιτών
Χαζάρων του Αφγανιστάν. Επομένως, αυτό που συνέβαινε δεν ήταν δυνατόν να παρουσιάζεται
εσαεί ως μια επανάσταση του συριακού λαού κατά ενός αυταρχικού ηγέτη. Πολύ
περισσότερο που στις τάξεις των αντιπάλων του βρέθηκε σύσσωμη η «ισλαμιστική
διεθνής».
·
Διαρκούντος του εμφυλίου πολέμου στη Συρία,
προέκυψε η πολιτική αλλά και ηθική ήττα της «Αραβικής Άνοιξης». Η φρικτή
αποκάλυψη του τι έφερνε αυτό που αποκαλείτο δημοκρατική εξέγερση, έγινε στη
Λιβύη -η οποία μετά τον Καντάφι
έγινε μια διαλυμένη χώρα- αλλά και στην Αίγυπτο, όπου οι αδελφοί μουσουλμάνοι αποπειράθηκαν
να επιβάλουν ένα μεσαιωνικό καθεστώς. Το ίδιο συνέβη και στη Συρία, όταν το «Ισλαμικό
Κράτος» επέβαλε καθεστώς πρωτοφανούς τρόμου και βίας, σε όσες περιοχές κατακτούσαν.
Όπως ήταν εύλογο, ο φόβος των τζιχαντιστών ενίσχυσε εν τέλει τις δυνάμεις του Άσαντ.

