Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Μεταφρασμένα κείμενα για τον πόλεμο σε Εγγύς και Μέση Ανατολή (2)


 

Ψυχροπολεμικό κλίμα μεταξύ Τουρκίας – Ιράν λόγω της Συρίας

του Αλ Χασσέμ

Στην ομιλία του για τη νέα ακαδημαϊκή χρονιά στο Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά, στις 13 Οκτωβρίου, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αναρωτήθηκε: «Τι είδους θρησκευτικός ηγέτης είναι αυτός [που] λέει ότι ‘‘ο Άσσαντ είναι ο μόνος που αμφισβητεί το Ισραήλ’’; Ο Άσσαντ δεν έριξε ούτε μια σφαίρα στο Ισραήλ. Ο Άσσαντ σκότωσε 250.000 και εσείς ακόμη τον στηρίζετε, στέλνοντάς του χρήματα και όπλα». Ο θρησκευτικός ηγέτης που μπήκε στο στόχαστρο του Ερντογάν ήταν ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν Αγιατολλάχ Αλί Χαμενεΐ.
Η ομιλία στο Μαρμαρά ήταν, πιθανώς, η πρώτη φορά, από το ξέσπασμα της συριακής κρίσης, που ο Ερντογάν κατέκρινε ευθέως την ιρανική πολιτική στη Συρία. Και το πλέον περίεργο από όσα είπε ήταν η κριτική προς τον Χαμενεΐ, σαφής ένδειξη ότι οι κάποτε στενοί δεσμοί μεταξύ των χωρών έχουν μεταβληθεί ριζικά λόγω της σύγκρουσης των συμφερόντων τους, που έφερε στην επιφάνεια  ο εξελισσόμενος εμφύλιος πόλεμος. Παρά το γεγονός ότι θα άξιζαν να προβληθούν στις ειδήσεις, οι παρατηρήσεις του Ερντογάν δεν έτυχαν της μιντιακής κάλυψης που θα έπρεπε ούτε στο Ιράν, ούτε στον αραβικό κόσμο ή διεθνώς.
Συζητώντας για τον Ερντογάν, ένας Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε τηλεφωνικώς στο «Αλ-Μόνιτορ»: «Ο θάνατος των 250.000 στη Συρία προκλήθηκε από τα έθνη που στηρίζουν του τρομοκράτες στη Συρία. Η Τουρκία είναι ένα από αυτά τα κράτη, και έχει πλήρη την ευθύνη για την σημερινή κατάσταση. Ο κ. Ερντογάν προσωπικά γνωρίζει ότι το Ιράν είναι αθώο. Το Ιράν βοηθά μια νόμιμη κυβέρνηση να αποκαταστήσει τον έλεγχο στην επικράτειά της και να πολεμήσει τους τρομοκράτες, που έρχονται από όλο τον κόσμο να εξοντώσουν και να τρομοκρατήσουν τους πολίτες».

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Μεταφρασμένα κείμενα για τον πόλεμο σε Εγγύς και Μέση Ανατολή




Ο πόλεμος Σιιτών-Σουνιτών επεκτείνεται και στην Υεμένη*

του Bruce Riedel  Διευθυντής του Intelligence Project στο Brookings Institution.
Το νέο του βιβλίο «Τι κερδίσαμε: Ο μυστικός πόλεμος της Αμερικής
στο Αφγανιστάν, 1979-1989» δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο.

Ο χειρότερος εφιάλτης του οίκου των Σαούντ γίνεται πραγματικότητα. Η εκπληκτική επιτυχία της εξέγερσης των Ζαΐντι Χούδι στην Υεμένη βάζει μια σιιτική ομάδα, που  συνδέεται με το Ιράν, στο μαλακό υπογάστριο της Σαουδικής Αραβίας, διαλύοντας έτσι τις μακροχρόνιες προσπάθειές της για σταθεροποίηση της χώρας ως δορυφόρο του Ριάντ.
Το κίνημα Ζαΐντι Χούτι, που αυτοαποκαλείται Ανσάρ Αλλάχ, ανέλαβε το Σεπτέμβριο τον έλεγχο της πρωτεύουσας Σαναά και τώρα πήρε και αυτόν της Χοντέιντα, που αποτελεί το κυριότερο λιμάνι στο βόρειο τμήμα της χώρας. Οι Χούδι έχουν επεκταθεί πολύ πέρα από το παραδοσιακό προπύργιό τους στη βόρεια Υεμένη, γύρω από τη πόλη Σααντά, κοντά στα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία, και ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα της βορείου Υεμένης. Υπαγορεύουν πλέον ποιος και τι θα γίνει αποδεχτό από την, μόνον κατ’ όνομα, κυβέρνηση της Υεμένης. Απέρριψαν έτσι την πρώτη επιλογή του Προέδρου Αμπέντ Ράμπο Μανσούρ Χαντί για το πρόσωπο που θα γίνει πρωθυπουργός, όπως επίσης και τις παρακλήσεις του να αποχωρήσουν από τη Σαναά και να επιστρέψουν στις βάσεις του στο βορρά.    
Παίρνοντας την ονομασία τους από τον ιδρυτή του σύγχρονου κινήματος των Ζαΐντι, Χουσεΐν Μπαντρεντίν αλ-Χούδι, ο οποίος σκοτώθηκε στον πρώτο από τους έξι πολέμους που έλαβαν χώρα μεταξύ του 2004 και 2010, οι Χούδι είναι τώρα η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη της Υεμένης.
Οι Ζαΐντι είναι παρακλάδι του σιιτικού Ισλάμ, που ήλεγχε τη βόρεια Υεμένη μέχρι την επανάσταση του 1962. Το ιμαμάτο των Ζαΐντι ανατράπηκε από ένα εθνικιστικό κίνημα που υποστηρίχτηκε από την Αίγυπτο και αποτραβήχτηκε στα τραχιά βουνά και τις ερήμους του βορρά για να διεξάγουν μια εξαετή εξέγερση εναντίον των Αιγυπτίων και των δημοκρατών Υεμενέζων συμμάχων τους. Οι Σαουδάραβες ήταν τότε η κύρια πηγή της εξωτερικής στήριξης των φιλο-βασιλικών ανταρτών και ο βασιλιάς Φεϊζάλ ήταν ο βασικότερος υποστηρικτής τους.

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ομιλία στη συζήτηση "Η Ελλάδα και οι γεωπολιτικές προκλήσεις"

gevpolitika
Το γεωπολιτικό πλαίσιο της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ρωσίας
Η σημερινή συζήτηση περιλαμβάνει μια σειρά από επιμέρους καυτά μέτωπα και γεωπολιτικές υπο-περιφέρειες σε αναταραχή. Η ορθή ανάλυση, όμως, για την κάθε μια από αυτές δεν μπορεί να μη λάβει υπ’ όψη της τα τεκταινόμενα στις άλλες. Μια σαφής απόδειξη του κρίσιμου σημείου που βρίσκεται σήμερα η παγκοσμιοποίηση.
Ανάμεσά τους ο πόλεμος στην Ουκρανία συνιστά επιπλέον το σημείο καμπής, όπου ο νέος ψυχρός πόλεμος ΗΠΑ-Ρωσίας πήρε και επίσημη μορφή.
Για τον μη δογματικό και εμποτισμένο από ιδεολογήματα του συρμού που κατέκλυσαν μετά το ’90, η πορεία αυτή ήταν περίπου προδιαγεγραμμένη. Η προφητεία του αν-ιστορικού και υπερ-ιστορικού «παγκόσμιου χωριού» ήταν πρωτίστως μια επινόηση για την επιβολή της αμερικανικής ηγεμονίας και της εξουσίας συγκεκριμένων πολυεθνικών ελίτ.
Οι ΗΠΑ, βεβαίως, ποτέ δεν άφησαν τα πράγματα στη τύχη τους. Φρόντιζαν με συνέπεια να εξαπλώνουν τις σφαίρες επιρροής τους, κάνοντας χρήση κάθε εθνικιστικού ή θρησκευτικού κινήματος που τις εξυπηρετούσε στα Βαλκάνια, τον Καύκασο, την ανατολική Ευρώπη, την Κ. Ασία, την Μέση Ανατολή.
Η ιμπεριαλιστική ή «νέο-ιμπεριαλιστική» -λόγω των νέων χαρακτηριστικών που τη συνιστούν- πολιτική είναι μια εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη για τον αμερικανικό μονοπολισμό.
Στον στρατηγικό σχεδιασμό των ΗΠΑ η Ρωσία αποτελεί πάντοτε τον απειλητικότερο αντίπαλο, απειλητικότερο και από το εξτρεμιστικό ισλάμ –για λόγους μεγεθών, στρατιωτικής ισχύος, πλουτοπαραγωγικών πηγών, αυτοκρατορικής ιδεολογίας της κρατικής ελίτ. Και είχαν υπόψη τους την επικινδυνότητα από μια πιθανή οικονομική ή/και στρατηγική σύμπραξη με άλλες περιφερειακές υπερδυνάμεις, όπως η Γερμανία και η Κίνα.

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Ρωσία-Τουρκία: ευρασιατικός άξονας ή συνεργασία με ημερομηνία λήξης;



Στην νέα ψυχροπολεμική αντιπαράθεση της Δύσης με τη Ρωσία, εξ αφορμής την ουκρανική κρίση, η Άγκυρα φαίνεται ότι έχει αποφασίσει να ακολουθήσει τη δική της πορεία. Αν και οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ουκρανία ήταν στενότατες σε όλα τα επίπεδα, και σαφώς σε κεκαλυμμένη αντι-ρωσική κατεύθυνση, εντούτοις, οι αντιδράσεις της στη πολιτική του Πούτιν απέναντι στο Κίεβο, είναι τουλάχιστον υποτονικές. Η διαπίστωση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσον αφορά στην προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Ως γνωστόν, στη, στρατηγικής σημασίας, χερσόνησο η Τουρκία στήριξε πολιτικά και οικονομικά την μειονότητα των Τατάρων (300 χιλ., 12 % του πληθυσμού), που επανήλθε μετά από τον σταλινικό εκτοπισμό του 1944. Να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι στη Τουρκία οι καταγόμενοι από τους Τατάρους της Κριμαίας, σύμφωνα με τουρκικές εκτιμήσεις, ανέρχονται στα 5 εκατομμύρια! Ωστόσο, η Άγκυρα κράτησε χαμηλούς τόνους για το ζήτημα όλο το προηγούμενο διάστημα. Ακόμη και όταν απαγορεύτηκε, τον περασμένο Μάιο, η είσοδος στην Κριμαία του ηγέτη των Τατάρων Μουσταφά Ντζεμίλεφ, οι διαμαρτυρίες της Άγκυρας ήταν απρόσμενα χλιαρές. Κι όχι μόνον αυτό αλλά οι «Turkish Airlines» επανέλαβαν τον Ιούνιο τις πτήσεις προς την Συμφερούπολη ενώ, παράλληλα, προωθούνται μεγάλα τουρκικά επιχειρηματικά σχέδια στην Κριμαία, που αγνοούν επιδεικτικά την Ουάσιγκτον και το δυτικό «αντι-ρωσικό» στρατόπεδο.

Έκρηξη οικονομικών συναλλαγών
Ο πανίσχυρος, Πρόεδρος πλέον, Ταγίπ Ερντογάν είναι φανερό ότι κινείται με δική του ατζέντα, στο πλαίσιο πάντα του στόχου της ανάδειξης, μέχρι το 2023, της Τουρκίας σε κραταιά περιφερειακή υπερδύναμη. Γνωρίζει ότι για να τα καταφέρει χρειάζεται τη συνέχιση της αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης της χώρας του. Εν ανάγκη, παραμερίζοντας, προσωρινά, κάποιες γεωπολιτικές φιλοδοξίες του νεοθωμανικού οράματός του. Και οι οικονομικές σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα είναι πραγματικά πολύ επικερδείς, καθώς οι ρωσο-τουρκικές εμπορικές συναλλαγές πλησιάζουν τα 40 δις δολάρια και ετησίως επισκέπτονται την Τουρκία 4 εκατομμύρια Ρώσοι, που αφήνουν τουλάχιστον 4 δις δολ. Ταυτόχρονα, οι ρωσικές επενδύσεις στη Τουρκία για το 2013 άγγιξαν τα 850 εκ. δολ., ενώ τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες συμμετείχαν στα φαραωνικά έργα για την Χειμερινή Ολυμπιάδα του Σότσι.

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ρωσσικά στοιχήματα στην Εγγύς Ανατολή


Η τριχοτόμηση της Συρίας και η επέλαση των Ισλαμιστών στο Ιράκ δεν αφήνει αμφιβολία ότι ο επίσημος χάρτης της Μέσης Ανατολής βαίνει προς ριζική επαναχάραξη. Η αποικιοκρατική συμφωνία Sykes-Picot είναι σε κάθε περίπτωση ξεπερασμένη, καθώς οι εθνοτικές και θρησκευτικές διαφορές των λαών της περιοχής έχουν αναδυθεί με τον πλέον οξύ τρόπο. Η αντίθεση των σουνιτών με το σιιτικό τόξο, που εκτείνεται από τις ακτές της Μεσογείου μέχρι το Ιράν και το Πακιστάν, έχει πάρει την μορφή της καθολικής αντιπαράθεσης. Εν μέσω αυτής της σύγκρουσης, ο κουρδικός παράγων προβάλει πλέον ως τον νέο σημαντικό παίκτη της Μέσης Ανατολής.
Η τρέχουσα πράξη του μεσανατολικού δράματος συμπίπτει χρονικά με ένα νέο γύρο αντιπαράθεσης, ανάλογη του ψυχρού πολέμου, μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Η έναρξη αυτής της περιόδου σηματοδοτείται τυπικά από τις εξελίξεις στην Ουκρανία -στις ανατολικές περιφέρειες της οποίας διεξάγεται εμφύλιος πόλεμος. Τα γεγονότα, όμως, που την επίσπευσαν σχετίζονται άμεσα με τα τεκταινόμενα στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στη Συρία. Η αντοχή του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ Άσαντ, στενού συμμάχου της Μόσχας, απέναντι σε φιλοδυτικές, κοσμικές και ισλαμιστικές, οργανώσεις, σε έναν σκληρό εμφύλιο που κρατά από το 2011, σήμανε το τέλος της «αραβικής άνοιξης» αλλά συνιστά και μια έμμεση νίκη της Ρωσίας. Και αυτό τη στιγμή που ο πρόεδρός της επιδιώκει να εμφανίσει τη χώρα του ότι επανακάμπτει ως παγκόσμιος πόλος ισχύος. Οι επιπτώσεις για την Ουάσιγκτον, αν άφηνε αναπάντητη την πρόκληση, θα ήταν πολύ πιο αρνητικές από τη μείωση του γοήτρου της. Η απάντηση δόθηκε, επομένως, κατευθείαν στη ρωσική αυλή. Κοινό και καθοριστικό στοιχείο και στις δύο κρίσεις η άμεση σχέση τους με τον σκληρό ανταγωνισμό για τον έλεγχο των ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Λέον Γκουμιλιόφ, ΤοΒυζάντιο, ο Νεστοριανισμός και η Ευρασία μέχρι τον 13ο αιώνα*


Απόδοση στα ελληνικά και σχολιασμός: Σωτήρης Δημόπουλος

Το νόημα της λέξης «Βυζάντιο», χωρίς κάποια επεξήγηση ή προσθήκη, ποικίλει.
Βυζάντιο μπορεί να σημαίνει την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, λείψανο περασμένων μεγαλείων, που για 1.000 χρόνια βρισκόταν σε μόνιμη παρακμή. Έτσι το αντιλαμβάνονταν ο Γίββων[1] και ο  Le Beau[2],  που αποκάλεσαν το βυζαντινό κράτος  Bas-Empire, αλλά και σε εμάς ο Βλαδίμηρος Σολοβιώφ[3].
Ως Βυζάντιο υπονοείται, επίσης, ένα ελληνικό βασίλειο, το οποίο γεννήθηκε ως πνευματική απάντηση στην παρηκμασμένη αρχαιότητα, και το οποίο διεπόταν από τους δικούς του ρυθμούς ανάπτυξης, τις δικές του φωτεινές και σκοτεινές πλευρές. Μ’ αυτή την οπτική είδαν το Βυζάντιο ο Ουσπένσκυ[4], ο Κουλακόφσκυ[5] και ο Ντηλ [6].
Βυζάντιο μπορεί ακόμη να σημαίνει, απλώς, τη τεράστια πόλη, το εμπορικό και εκπαιδευτικό κέντρο, που αναπτύχθηκε στις όχθες της γαλάζιας θάλασσας, και το οποίο περιβαλλόταν από πυρπολημένους λόφους, όπου για αιώνες ημιάγριοι πληθυσμοί έβοσκαν τις κατσίκες τους και μάζευαν ελιές και σταφύλια. Η διατύπωση αυτή συνιστά, επίσης, μια λογική πρόσληψη του όρου.
Στην ανάλυσή μας επιλέγουμε, ωστόσο, να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη, τέταρτη, σημασία για το Βυζάντιο ως έναν πολιτισμό, μοναδικό και ποικιλόμορφο, εκτεινόμενο πέρα από τα κρατικά σύνορα της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως. Οι σπίθες από τις χρυσές ακτίνες του έφθασαν στις πράσινες κοιλάδες της Ιρλανδίας (Ιωάννης Σκώτος Εριγένης[7]), στα πυκνά δάση του Βόλγα (Νείλος Σόρσκι και Κίνημα των Ακτημόνων[8]), στα τροπικά οροπέδια γύρω από την λίμνη Τάνα[9] και στη μεγάλη ευρασιατική στέπα, στην οποία και θα αναφερθούμε.

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Ο «πόλεμος» των Βαλκανίων




Στην παρούσα ιστορική φάση αποδεικνύεται, για ακόμη μια φορά, η στενή σχέση των γεωπολιτικών υποσυστημάτων της Ευρασίας. Ο «πόλεμος των αγωγών», που στις άκρες του άξονα Ουκρανίας-Μεσοποταμίας έχει μετατραπεί σε κανονικό πόλεμο, διεξάγεται αμείωτος και στην πάντα ασταθή χερσόνησο του Αίμου. Οι ΗΠΑ, παντί τρόπω και χρησιμοποιώντας την χωλαίνουσα Ε.Ε., επιδιώκουν να αποκόψουν κάθε έρεισμα της Ρωσίας στη βαλκανική ενδοχώρα.

Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η τεράστια επιρροή της Ρωσίας στο βαλκανικό χώρο υπέστη πρωτοφανή συρρίκνωση. Ιδιαίτερα έπειτα από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, αποδείχθηκε, με ταπεινωτικό τρόπο, η τρομακτική απίσχναση της πρώην υπερδύναμης. Αυτήν την περίοδο, η διαδικασία ένταξης των μετασοσιαλιστικών Βαλκανίων στις ευρω-ατλαντικές δομές εμπέδωσε την οικονομική τους εξάρτηση από τη Γερμανία και τη γεωστρατηγική τους από τις ΗΠΑ. Παράλληλα, αναδύθηκε ενισχυμένο, με σαφή αμερικανική υποστήριξη, το βαλκανικό ισλαμικό τόξο από την Αδριατική έως τη Μαύρη Θάλασσα (τόξο που είχε χρησιμοποιήσει και το Γ΄Ράιχ, 1939-1944), για να συνδεθεί με την επανακάμπτουσα και άκρως επιθετική νέο-οθωμανική Τουρκία.

Η Μόσχα, μετά το 2005, προσπάθησε, εκ νέου, να μπει στα Βαλκάνια, με όχημα τους αγωγούς φυσικού αερίου και πετρελαίου. Η Ουάσιγκτον, όμως, απέτρεψε την πρώτη σοβαρή απόπειρα ανατροπής των συσχετισμών σε Ελλάδα και Βουλγαρία, με τους αγωγούς Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και South Stream. Η πορεία της Ελλάδας έπειτα από αυτήν την ακύρωση είναι γνωστή –να σημειώσουμε μόνον ότι στο σημερινό νέο-ψυχροπολεμικό τοπίο και με ανύπαρκτη, ουσιαστικά, εθνική κυριαρχία η παρουσία της Ρωσίας το πιθανότερο είναι να περιοριστεί σε μικρές επενδύσεις και στους Ρώσους τουρίστες.