Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

«Αν ο Μάρξ είχε διαβάσει Χαίλντερλιν…»* Δημήτρης Ραυτόπουλος, «Εμφύλιος και Λογοτεχνία», εκδ. Πατάκη (σελ. 391)



 
Τούτη η εποχή/του εμφύλιου σπαραγμού/
δεν είναι εποχή/για ποίηση/ κι άλλα παρόμοια/
σαν πάει κάτι/ να γραφεί/ είναι/ ως αν/ να γράφονταν/
από την άλλη μεριά/ αγγελτηρίων θανάτου…

Ν. Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948», Ελευσίς, 1948

Η, όσο αναλυτική κι αντικειμενική, ιστορική καταγραφή δεν είναι εις θέσιν να αποτυπώσει από μόνη της ολοκληρωμένα μια εποχή. Πάντα θα της λείπει η εσωτερική διάσταση των υποκειμένων που προσλαμβάνουν και δημιουργούν την πραγματικότητα, σε μια πολυσύνθετη αλληλουχία προθέσεων και δράσεων. Κι εδώ το πρώτο λόγο έχει η λογοτεχνία, παρά την υποκειμενικότητά της, η οποία, συνιστά, ταυτοχρόνως, και την προϋπόθεση της εγκυρότητάς της. Επομένως, κι η λογοτεχνική παραγωγή για μια εποχή όπως του δικού μας εμφυλίου, τη δεκαετία του 1940, επιβάλλεται για την κατανόησή της. Πολλώ δε μάλλον που η ιστορική προσέγγιση για τον εμφύλιο πάσχει από ιδεοληπτικές μονομέρειες και η «κληρονομιά» του επιβιώνει και σήμερα –ή ορθότερα, οι τερατογενέσεις του φαίνεται να επανακάμπτουν δριμύτερες.

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

"Ο Ελληνικός εμφύλιος τη δεκαετία του 1940", Διάλεξη στο Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων

ΟΙ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΠΟΥ ΗΛΕΓΧΕ Ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ 1948
Το θέμα μας σήμερα, αφορά σε μια ιστορική περίοδο που θα σημαδέψει βαθιά και επώδυνα τη σύγχρονη Ελλάδα. Διότι, ο εμφύλιος πόλεμος τη δεκαετία του 1940 συνιστά μια από τις πλέον δραματικές περιπέτειες του νεοελληνικού εθνικού βίου. Κι ακόμη και σήμερα, 64 χρόνια μετά, η επιστημονική αντικειμενικότητα στην αποτίμηση της εποχής δεν είναι αυτονόητη. Γιατί ο εμφύλιος, με την ευρύτερη έννοια του όρου, δεν έληξε εκείνη την ημέρα του Αυγούστου, στο μακρινό 1949. Αλλά διαμόρφωσε το πλαίσιο της κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής διαπάλης, που επηρέασε τις επόμενες δεκαετίες, και, που στοιχεία του υφίστανται ακόμη και σήμερα.
Στη παρουσίασή μας θα αναφερθούμε στα σημαντικότερα από μια πυκνή σε γεγονότα περίοδο, αλλά κυρίως θα επιχειρήσουμε να δώσουμε απαντήσεις σε καίρια και εύλογα ερωτήματα για τις επιλογές των πρωταγωνιστών, ελπίζοντας μακριά από εύκολους μανιχαϊσμούς.

Θα παρατηρήσατε ότι κάναμε λόγο για τη δεκαετία του 1940, κι όχι μόνο την τριετία 46-49. Κι αυτό γιατί συντασσόμαστε με όσους θεωρούν ότι η εμφύλια διαμάχη, μεταξύ της αριστεράς και των υπόλοιπων δυνάμεων, έχει ήδη εκδηλωθεί στα χρόνια της κατοχής και της εθνικής αντίστασης. Διαμάχη που σκοπό είχε όχι μόνον την εξουσία μετά την απελευθέρωση, αλλά και τη μορφή του κοινωνικού συστήματος.
Αυτή η μακρά περίοδος του εμφυλίου πολέμου χωρίζεται σε τρεις φάσεις ή «γύρους»:
·        ο «πρώτος», από το 1943 έως και την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944.
·        ο «δεύτερος», το Δεκέμβρη του 1944, στη λεγόμενη «μάχη των Αθηνών», και
·        ο «τρίτος» συμβατικά από το Μάρτη του 1946 μέχρι τον Αύγουστο του 1949.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Ο θρήνος του παιδομαζώματος στην Κριμαία

ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΜΑΙΑ
Το πρόβλημα της αντικειμενικότητας της Ιστορίας είναι εξαιρετικά σύνθετο. Η διαμορφωμένη ιδεολογική οπτική του ιστορικού επηρεάζει την αφήγηση και την ερμηνεία των γεγονότων. Ως δικλείδες αντικειμενικότητας, όμως, τίθενται τα αυστηρά επιστημονικά κριτήρια καθώς και η ηθική του ιστορικού να μην ψεύδεται, αλλοιώνει ή αποσιωπά τα εν γνώσει του στοιχεία με σκοπό την επιβολή της άποψής του.
Η ορθή καταγραφή του ιστορικού πλαισίου σχετίζεται πρωτίστως με τις πηγές των οποίων κάνει χρήση ο ερευνητής. Για παράδειγμα είναι αδύνατον να κατανοηθεί έστω και στοιχειωδώς η κοινωνική και πολιτισμική κατάσταση των Ελλήνων κατά την τουρκοκρατία χωρίς την αναφορά στη λαϊκή παράδοση και κυρίως τα δημοτικά τραγούδια του. Όπως αναφέρει και ο Νικόλαος Πολίτης «τα δε τραγούδια εγκατοπτρίζουν πιστώς και τελείως τον βίον και τα ήθη, τα συναισθήματα και την διανόησιν του ελληνικού λαού και εξωραΐζοντα δια του ποιητικού διακόσμου αναζωπυρούν τας αναμνήσεις των εθνικών περιπετειών» (« Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού»).
Η προσέγγιση για παράδειγμα του φαινομένου του παιδομαζώματος από το Οθωμανικό κράτος είναι ιδιαίτερα παραπλανητική όταν αναφέρεται στο νέο βιβλίο της Στ΄ Δημοτικού, απλώς ως «στρατολόγηση των παιδιών των χριστιανών από τους Οθωμανούς» ή και σαν ευκαιρία κοινωνικής ανέλιξης. Η δημώδης παράδοση αντιθέτως δεν έχει διασώσει στην συλλογική μνήμη το φαινόμενο ως τέτοιο, αλλά ως αιτία σπαραγμού.

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Ρόδης Ρούφος, Η Χάλκινη Εποχή, το μυθιστόρημα του Κυπριακού Αγώνα

Επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις «Εστία» το εξαιρετικό βιβλίο του Ρόδη Κανακάρη Ρούφου «Η Χάλκινη Εποχή», το οποίο είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1960. Πρόκειται στην πραγματικότητα για την μυθιστορηματική απόδοση της εποποιίας της ΕΟΚΑ, για τον αγώνα του κυπριακού Δαβίδ απέναντι στον βρετανικό Γολιάθ.
Το βιβλίο είχε γραφεί από τον Ρούφο στα αγγλικά ως απάντηση σε αυτό του Λόρενς Ντάρελ «Πικρολέμονα» (1957), όπου εκεί ο, «προοδευτικός», Βρετανός πρόβαλε τις θέσεις της αυτοκρατορίας. Μάλιστα, ο βρετανικός εκδοτικός οίκος Heinemann λογόκρινε το βιβλίο του, το οποίο σήμερα κυκλοφορεί στη πλήρη του μορφή.

Στη «Χάλκινη Εποχή» ο Ρούφος με τις αναμφισβήτητες συγγραφικές του ικανότητες, την ευρυμάθειά του, την άμεση γνώση των γεγονότων, αφού είχε υπηρετήσει την ίδια εποχή ως διπλωμάτης στη Λευκωσία, και, βεβαίως, την πατριωτική του φλόγα συνθέτει ένα άρτιο μυθιστόρημα με πυκνή αφήγηση.

Ο κεντρικός χαρακτήρας –η εξιστόρηση γίνεται κυρίως σε πρώτο πρόσωπο μέσα από τις σελίδες ενός ημερολογίου- είναι ένας μορφωμένος Κύπριος, με ανοιχτούς ορίζοντες, στέρεα γνώση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, σχεδόν κοσμοπολίτης, που δεν έχασε όμως ποτέ τους δεσμούς του με την πατρίδα του. Άλλωστε, ανήκε στην γενιά, που βίωσε το πρώτο επαναστατικό σκίρτημα του1931 και την οδυνηρή συνέχεια: «Σα μαθητής έζησα τα εννιά χρόνια δικτατορίας που ακολούθησαν –χρόνια σκοταδιού και απελπισίας, όταν προσπαθούσαν να μας κάνουν να ξεχάσουμε την εθνική μας καταγωγή απαγορεύοντας μας όχι μονάχα τη λέξη «Έλληνας», μα και τη χρήση ασπρογάλαζων μολυβιών».

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Σχόλιο πάνω στο κείμενο του Κ. Ιορδανίδη, “Ανατολική προοπτική”

Το άρθρο του Κώστα Ιορδανίδη, «η ανατολική προοπτική» στην Καθημερινή[1] καταγράφεται ως η κορύφωση του έρποντος φιλο-οθωμανισμού που για πολλά χρόνια απλώνει τα πλοκάμια του στην ελληνική κοινωνία και καθορίζει τις απόψεις και αποφάσεις των οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Ο εκφραστής συντηρητικών, κατ’ εξοχή, θέσεων στην Καθημερινή», που η συνεισφορά του έγκειτο στην ύστατη διατήρηση, ως καρικατούρας, του αρώματος της Καθημερινής της Βλάχου, με το κείμενό του πετά ξεδιάντροπα και το τελευταίο «φύλλο συκής» που και οι πιο ακραιφνείς υπερασπιστές της ελληνοτουρκικής προσέγγισης έντυναν τις, καταφανείς κατά τ’ άλλα, προθέσεις τους. Με αφορμή την επίσκεψη του Νταβούτογλου, ζητά χωρίς περιστροφές την υπαγωγή της Ελλάδας στην τουρκική σφαίρα επιρροής, διότι η Τουρκία «έχει αναδειχθεί σε δύναμη περιφερειακή».
Και φέρνει ως παράδειγμα –ατυχέστατο, διότι η ελάχιστη γνώση των δεδομένων και των συσχετισμών που διαμορφώνονται καταδεικνύουν το αντίθετο- τη αποφασιστικότητα που δείχνει απέναντι στη Συρία του Άσαντ. Μάλιστα, η επιχειρηματολογία του δεν εμπεριέχει ούτε καν, και εδώ διαφέρει από τους προηγούμενους ουκ ολίγους οπαδούς του νεο-οθωμανισμού, το στοιχείο της συμμετοχής μας στην ευρωπαϊκή δύση.

Οι ηθικοί αυτουργοί του δεξιού εξτρεμισμού

                                                                               Οι ελληνικές ελίτ, σε κατάσταση πρωτοφανούς σύγχυσης που προκάλεσε το κραχ του μεταπολιτευτικού οικοδομήματος, πιάστηκαν εξ απήνης από την εκρηκτική είσοδο της Χρυσής Αυγής στην κεντρική πολιτική σκηνή. Κάθε συντονισμένη αντίδραση των ΜΜΕ, στις προεκλογικές περιόδους, κάθε κύμα υπερπροβολής των εξτρεμιστικών συμπεριφορών των μελών της οργάνωσης, πετύχαινε το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Αποκαλύφθηκε πως σημαντικό τμήμα της κοινωνίας ήταν έτοιμο από καιρό να αποδεχθεί και να επικροτήσει τις συγκεκριμένες θέσεις και πράξεις∙ ίσως ακόμη περισσότερο, να τις υιοθετήσει…
Αναμφίβολα, η εκρηκτική αύξηση της λαθρομετανάστευσης και της εγκληματικότητας, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση και την απαξίωση του πολιτικού συστήματος, αποτέλεσαν το κατάλληλο περιβάλλον για την ισχυροποίηση της άκρας δεξιάς. Οι γενεσιουργές της, όμως, αιτίες ανιχνεύονται πολύ πιο πριν και αρκετοί απ’ όσους σήμερα φρίττουν και αναρωτιούνται για το φαινόμενο είναι οι ίδιοι οι ηθικοί αυτουργοί της εμφάνισής του.
Τη δεκαετία του 1990, κατά τη δεύτερη φάση της μεταπολίτευσης, κυρίαρχο ιδεολογικό ρεύμα στη χώρα κατέστη ο «εκσυγχρονισμός». Στόχος των ηγεμονικών στρωμάτων έγινε η τάχιστη και χωρίς αναστολές διαδικασία προσαρμογής μας στην παγκοσμιοποίηση. Η θεωρία του «παγκόσμιου χωριού», που υπονοούσε ουσιαστικά την κατάργηση των εθνών-κρατών, αναδεικνύεται σε ανεπίσημο κρατικό δόγμα. Πουθενά αλλού το ιδεολόγημα αυτό δεν εφαρμόστηκε με τέτοια ένταση όπως στην Ελλάδα. Το ελληνικό κράτος είχε επιλέξει να «αυτοκτονήσει» χάριν της παγκοσμιοποιητικής νομοτέλειας!

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Κράτος και Μετανάστευση

Παρά το γεγονός ότι στις βουλευτικές εκλογές (2009) το μεταναστευτικό ζήτημα παρέμεινε χαμηλά στην καταγραφή των προτεραιοτήτων των ψηφοφόρων, σε σχέση τουλάχιστον με τις ευρωεκλογές του Ιουνίου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνεχίζει να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Και συνιστά πρόβλημα, στη φάση τουλάχιστον που έχει φθάσει, διότι επιφέρει μια σειρά από νέα δεδομένα που, αλλάζοντας ριζικά τη σύνθεση του λαού, τον πολιτισμικό χάρτη και την οικονομική οργάνωση, οδηγούν στα όριά της την κοινωνική συνοχή και μειώνουν περαιτέρω το επίπεδο πραγματικής δημοκρατίας.
Κι όμως, η σημερινή ζοφερή κατάσταση όπου εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαποί συνάνθρωποί μας αναζητούν μια ελπίδα σε μια καταρρέουσα οικονομία, την ίδια ώρα που οι λαϊκές τάξεις βιώνουν την ταξική τους καθίζηση και παράλληλα τη χωροταξική τους συμπίεση από τους νεήλυδες, έχει τη συνενοχή μεγάλου τμήματος του γηγενούς πληθυσμού και του ίδιου του κράτους.
Το ιστορικό είναι γενικά γνωστό. Ο ελληνικός λαός συνήργησε στην είσοδο των αλλοδαπών εργαζομένων, διότι ο ίδιος αναρριχήθηκε ψηλότερα στην ταξική κλίμακα. Ο Έλληνας κάλυψε τις ανάγκες του εκεί που χρειαζόταν χειρωνακτική εργασία, στη φύλαξη των γερόντων και των παιδιών του, αλλά και στην «ψυχαγωγία» υπό την ευρεία έννοια. Βέβαια, οι πραγματικά ωφελημένοι δεν ήταν άλλοι από τις μεγάλες εταιρείες, ιδίως αυτές των κατασκευών, αλλά και νέοι τομείς νόμιμης και παράνομης δραστηριότητας που βασίζονται στη μετανάστευση. Η εποχή, όμως, της ύφεσης, η νέα ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική και η έλευση περισσοτέρων μεταναστών δημιούργησε ένα εκρηκτικό σκηνικό. Η αντίδραση των λαϊκών στρωμάτων και ο φόβος απώλειας ψήφων εξανάγκασε τα κόμματα εξουσίας να προσαρμόσουν αναλόγως τον προεκλογικό τους λόγο και να μιλήσουν για συγκροτημένη μεταναστευτική πολιτική και αναχαίτιση της λαθρομετανάστευσης.