Στο μεταίχμιο της ιστορίας – Όσοι γεννήθηκαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1960 βρέθηκαν σε ένα ιστορικό μεταίχμιο, κατά το οποίο ολοκληρώθηκαν όχι μόνον μικροί, εντός του 20ού αιώνα, αλλά και πιο μακροχρόνιοι κύκλοι. Έτσι, η συνθήκη του ανήκειν συνειδητά, και τις πλείστες φορές ασυνείδητα, σε διαφορετικές εποχές έθεσε βαθιά τη σφραγίδα της στην ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης γενιάς.
Απόσπασμα από το δοκίμιο του Σωτήρη Δημόπουλου «Στο μεταίχμιο της ιστορίας» (Δημοσιεύεται στον συλλογικό τόμο, Η «γενιά του μεταίχμιου», εκδόσεις Κοράλλι, 2025)
Μετεωριζόμενη σε ένα καθεστώς μετάβασης και ασάφειας αλλά και πιεζόμενη, όπως και χειραγωγούμενη, από την ασυγκράτητη ορμή των προηγούμενων «νικητριών» γενεών του ’60 και του Πολυτεχνείου, στερήθηκε τη δυνατότητα να διαμορφώσει εγκαίρως ένα συγκεκριμένο «πρόσωπο», και πολύ περισσότερο να καθορίσει τις εξελίξεις. Οι εκπρόσωποί της που διακρίθηκαν, στην πλειοψηφία τους, πέτυχαν απλώς να αναδειχθούν σε διαχειριστές της δεδομένης κατάστασης λόγω συγκυριών και μιας οπωσδήποτε διευρυμένης ικανότητας προσαρμοστικότητας.
Αρκετοί άλλοι επιχείρησαν να επαναφέρουν κάποιες ισορροπίες, σε προσωπικό αλλά ενίοτε και συλλογικό επίπεδο, σε μια «μάχη» που συχνά ομοιάζει με αυτήν των οπισθοφυλακών. Αν και, ως γνωστόν, ουδείς μπορεί να προκαθορίσει τη τελευταία «λέξη» της ιστορίας, αν υπάρχει τέτοια.
Η παιδική ηλικία αυτής της γενιάς πέρασε, λιγότερο ή περισσότερο, μέσα από την επταετή δικτατορία, η οποία αποτέλεσε το αποκορύφωμα, και ταυτόχρονα το τελευταίο κεφάλαιο πριν τον οριστικό επίλογο, μιας ταραγμένης εποχής, που ορθά πλέον ορίζεται, από την πρόσφατη και περισσότερο από το παρελθόν αντικειμενική ιστοριογραφία, ως «διαρκής εμφύλιος». Μια περίοδος που έχει την αφετηρία της στον Εθνικό Διχασμό, με τα δύο κράτη, την ένοπλη επέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ και την εγκαθίδρυση ενός δικτατορικού καθεστώτος από τον Βενιζέλο.
Βεβαίως, το κομβικό γεγονός που θα οξύνει τις εσωτερικές συγκρούσεις υπήρξε η μικρασιατική τραγωδία και η έλευση στην Ελλάδα ενός τεράστιου προσφυγικού πληθυσμού. Η πληγή από την απώλεια της Ιωνίας, οι ταξικές αντιθέσεις, αλλά και το έντονο πολιτισμικό χάσμα παλαιοελλαδιτών και νεηλύδων ενώ, αναμφίβολα, τροφοδότησε γόνιμες πνευματικές συνθέσεις και παραγωγικά άλματα, δυσχέρανε ταυτόχρονα τον ομαλό εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους στα, σχεδόν, τελικά του σύνορα.
Το χάσμα που είχε ανοίξει η δεύτερη δεκαετία του προηγούμενου αιώνα, μετά την ελπιδοφόρα αλλά θνησιγενή παρένθεση του έπους του ’40, θα καταστεί αγεφύρωτο κατά την Κατοχή. Στα ζοφερά αυτά χρόνια το αντιθετικό σχήμα βενιζελικών-βασιλικών έδωσε τη θέση του σε αυτό μεταξύ «αριστεράς» και «δεξιάς», που εκδηλώθηκε με την πλέον θανατηφόρα μορφή του από τα Δεκεμβριανά του ’44 έως και τις τελικές μάχες στο Γράμμο και στο Βίτσι. Το εμφυλιακό κλίμα δεν ήταν γραφτό, όμως, να ξεπεραστεί ούτε με τη σίγαση των όπλων, καθώς το κοινωνικό ηφαίστειο παρέμενε ενεργό.
Η ήττα της κομμουνιστικής αριστεράς, η φυλάκιση ή ο εκτοπισμός, εντός ή εκτός Ελλάδος, των πλέον ενεργών στελεχών της, δεν σήμανε την οριστική επικράτηση του νικητή. Αντιθέτως, οι κατασταλτικές μέθοδοι, στο συγκρουσιακό περιβάλλον του ψυχρού πολέμου, και οι νέες πληθυσμιακές συνθέσεις που διαμορφώθηκαν, οδήγησαν στο ιστορικό οξύμωρο(;) της ιδεολογικής ηγεμονίας των ηττημένων αλλά και στη διαφαινόμενη τελική πολιτική επικράτηση του πρώην εαμικού στρατοπέδου -πλην, τώρα πλέον, των ακραιφνών κομμουνιστών.
Η ύστατη «ζαριά» των συνταγματαρχών το μόνο που επέτυχε ήταν η προσωρινή αναστολή αυτών των διαδικασιών. Η συνέπεια όμως του τραγικά αποτυχημένου τους εγχειρήματος, που συμπεριλάμβανε την επονείδιστη στρατιωτική ήττα στην Κύπρο, επέφερε τα αντίστροφα αποτελέσματα, καθώς διεύρυνε ιλιγγιωδώς την απήχηση των αριστερών ιδεών, και επέτρεψε την ορμητική εφαρμογή ακόμη και των πιο τολμηρών απ’ αυτές σε κοινωνικό και, σύντομα, και σε κρατικό επίπεδο.
Η πολιτική αποτύπωση του κατισχύοντος ρεύματος, που σήμανε και το de facto τέλος της εμφυλιοπολεμικής περιπέτειας, θα συμβεί όχι τόσο στο μεσοδιάστημα των κυβερνήσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη συμβιβαστική τους γραμμή, όσο στις 18 Οκτωβρίου 1981, με τη νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου.
Ο νεοεαμικός συνασπισμός, σε έναν ιδιοφυή συγκερασμό ποικίλων ρευμάτων, σύλληψη αναμφίβολα του χαρισματικού του ηγέτη, που εξυπηρετούσε τα «αδικημένα» κοινωνικά στρώματα, χωρίς να θέτει σε πραγματικό κίνδυνο τον γεωστρατηγικό προσανατολισμό της χώρας, κατόρθωσε τη δεκαετία του 1980 να διαμορφώσει ένα νέο κοινωνικοοικονομικό αλλά και ιδεολογικό τοπίο, το οποίο πλέον δεν θα άφηνε την παραμικρή πιθανότητα επιστροφής στο παρελθόν.
Το σύνολο των θεσμών του νεοελληνικού κράτους μετασχηματιζόταν εκ των άνω και εκ των έσω. Μοιραία, λοιπόν, όλοι όσοι μεγαλώνουν σε αυτό το περιβάλλον θα επηρεαστούν στον έναν ή στον άλλο βαθμό από τις νέες αντιλήψεις που αναδύονται και εγκαθιδρύονται. Ακόμη και οι αντίπαλοι της «αλλαγής», παρά τον φανατισμό της κομματικής αντιπαράθεσης αυτής της δεκαετίας, όφειλαν να προσαρμοστούν αναλόγως. […]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου