του Γιεβγιένι
Κρούτικωφ
Οι «διπλωματικές
μάχες» γύρω από τη Συρία, που το τελευταίο διάστημα έχουν λάβει χαρακτήρα
εκτόξευσης συνεχών κατηγοριών της Δύσης εναντίον της Ρωσίας, έχουν σχέση με τις
στρατιωτικές μάχες που γίνονται στη χώρα. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους παρακολουθούν
την κατατρόπωση των Σύρων μαχητών στο Χαλέπι και γνωρίζουν ότι αυτό θα προκαλέσει
θεμελιώδεις ανατροπές και όχι μόνον στη συγκεκριμένη περιοχή.
Έχει γίνει κοινός
τόπος να θεωρούμε ότι η μάχη για το Χαλέπι σχετίζεται αποκλειστικά με το
μέγεθός και τη γεωγραφική του θέση. Πριν τον πόλεμο, το Χαλέπι, με τα
περισσότερα από 2 εκατομμύρια κατοίκους, ήταν η μεγαλύτερη σε μέγεθος πόλη της χώρας,
η οικονομική πρωτεύουσα, για να μην αναφέρουμε την πολιτιστική σημασία μιας από
τις αρχαιότερες πόλεις του ανθρώπινου πολιτισμού. Λίγο πριν το ξέσπασμα του
εμφυλίου πολέμου το Χαλέπι, όπως, εξάλλου και όλη η Συρία, βίωνε ένα είδος «χρυσής
εποχής». Είχε μάλιστα αναγνωριστεί και ως η «πρωτεύουσα του ισλαμικού κόσμου»,
παρά την πολυπολιτισμικότητα και πολυθρησκευτικότητά του.
Τώρα είναι ένας σωρός
από ερείπια, στα οποία σε άθλιες συνθήκες ζουν (αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε
αυτή τη λέξη) όχι περισσότεροι από 300-350 χιλιάδες άνθρωποι. Οικονομία στο
Χαλέπι δεν υφίσταται, οι υποδομές έχουν καταστραφεί. Και ηχεί περίεργα το
επιχείρημα ότι δήθεν η κατάληψη του ανατολικού ενός τρίτου του Χαλεπιού είναι
αναγκαία για τον Άσσαντ για να ενισχύσει την οικονομία της χώρας και για να
στρατολογήσει κόσμο για το στρατό του. Αντιθέτως, η επιστροφή του πλήρους
ελέγχου του Χαλεπιού θα απαιτήσει τεράστιες επενδύσεις για την αποκατάσταση της
πόλης, όπως συνέβη και με τις συνοικίες της Δαμασκού, οι οποίες καταλήφθηκαν εκ
νέου από την κυβέρνηση αφού ήσαν για κάποια χρόνια υπό τον έλεγχο των
τζιχαντιστών. Επίσης, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα υπάρξει μαζική
επιστροφή στο Χαλέπι όλων των προσφύγων που το έχουν εγκαταλείψει. Πολλοί από αυτούς
είναι ήδη στην Ευρώπη ή στην Τουρκία. Ο πληθυσμός δε, που για χρόνια έζησε υπό την
εξουσία των τζιχαντιστών, πρέπει αρχικώς να «φιλτραριστεί» προσεκτικά, ενώ για
καθαρά ψυχολογικούς λόγους δεν είναι σε θέση να συνεχίσει τον πόλεμο.
Στην αρχή, την άνοιξη
του 2012, ομάδες των τζιχαντιστών και της αντιπολίτευσης πυροδότησαν τον πόλεμο
γύρω από το Χαλέπι. Τότε έγιναν πολλές τρομοκρατικές επιθέσεις από βομβιστές
αυτοκτονίας, ενώ το καλοκαίρι του ιδίου χρόνου άρχισαν οι οδομαχίες, αρχικώς
στα προάστια και έπειτα στο ιστορικό κέντρο και στις γειτονιές των διαφόρων
εθνοτήτων. Για την αντιπολίτευση, η οποία ήδη από τότε διέθετε βαρύ οπλισμό και
τεθωρακισμένα, ο έλεγχος του Χαλεπιού
και της Ιντλίμπ σήμαινε τη δημιουργία στα βόρεια της χώρας ενός συμπαγούς
εφαλτηρίου, από το οποίο θα μπορούσε να προελάσει προς τη Δαμασκό. Επιπλέον,
η διατήρηση ενός τέτοιου σημαντικού πληθυσμιακού κέντρου θα επέτρεπε τη
δημιουργία κάθε είδους «κυβέρνησης», στο όνομα της οποίας και θα συνεχιζόταν ο
πόλεμος με την κυβέρνηση Άσσαντ, λαμβάνοντας βοήθεια από το εξωτερικό. Ωστόσο, είχε
μεγάλη διαφορά μια παρέα «απατεώνων» σε ένα εστιατόριο ξενοδοχείου στο Κατάρ από
μια «κυβέρνηση» που δρα στην μεγαλύτερη πόλη της χώρας.


