Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Παναγιώτης Κανελλόπουλος: Ευρωπαϊκός Πολιτισμός και Βυζάντιο

 «Και του γένους εσμέν και της γλώττης αυτοίς (τοις Έλλησι)
κοινωνοί και διάδοχοι»[1]
Θεόδωρος Μετοχίτης

«Ecce, Grecia nostro exsilio transvolavit Alpes»[2]
Ιωάννης Αργυρόπουλος

Με τη συγγραφή της «Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κατήγαγε, αναμφίβολα, έναν άθλο. Η ολοκλήρωση ενός ψηφιδωτού μνημειακών διαστάσεων, αποτελούμενου από χιλιάδες ψηφίδες πνευματικής δημιουργίας αιώνων, γερά αρμοσμένες στο ιστορικό τους πλαίσιο, συνιστά έργο απαράμιλλο και θαυμαστό. Η βαθιά και εμπεριστατωμένη μελέτη όλων των εκφάνσεων του ευρωπαϊκού πνευματικού πολιτισμού επέτρεψε στο συγγραφέα, προς όφελος και απόλαυση του αναγνώστη, να κινείται με παροιμιώδη άνεση στο χώρο και στο χρόνο. Κάθε αναφορά και κρίση του διέπεται από εκπληκτική ικανότητα αντίληψης της πνευματικότητας που φέρουν και εκδηλώνουν τα έργα του ανθρώπινου πολιτισμού. Και ως συνεπής ακόλουθος ενός υψηλού ιδεαλισμού, τα τοποθετεί, με το μέγιστο σεβασμό, σε μια ιδεατή πνευματική κλίμακα.
Η, εξαρχής, ευσυνείδητη στάση του, όπως αρμόζει σε έναν γνήσιο διανοούμενο, χάρισε στο έργο του αναμφισβήτητη εγκυρότητα. Επιπλέον, όμως, συνέβαλε στη συμπλήρωση και τον εμπλουτισμό της εργασίας του, που τα προκάλεσαν όχι μόνον οι αποκτηθείσες γνώσεις αλλά και οι, από τις ιστορικές και προσωπικές περιπέτειες, νέοι ιδεολογικοί του προσανατολισμοί. Ο Κανελλόπουλος, ως προσωπικότητα που την διακρίνει η έντονη πολιτική δραστηριότητα, στον ίδιο βαθμό με την πνευματική, επηρεάζεται άμεσα από την ιστορική πραγματικότητα. Πολύ περισσότερο που κι ο ίδιος είναι ένας από τους διαμορφωτές της. Η σκέψη του, χωρίς να απομακρύνεται από τις ιδεοκρατικές της αρχές, αναζητά εναγωνίως να συναντήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, της κοινωνίας, της πατρίδας. Και μοιραία επαναδιαμορφώνει την οπτική του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης του κέντρου θέασης στη σκέψη του Κανελλόπουλου συνιστά η στάση του απέναντι στο βυζαντινό πολιτισμό. Στον γραμμένο τις παραμονές ή και τις αρχές του β΄ παγκοσμίου πολέμου, πρώτο τόμο της «Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» (εκδόθηκε το 1941) το Βυζάντιο θα καταλαμβάνει επτά σελίδες, ενώ στη δεύτερη έκδοση, το 1947, δέκα. Το 1966 οι σελίδες που αφορούν στο βυζαντινό πολιτισμό θα γίνουν διακόσιες εξήντα![3]
Στην έκδοση αυτή, ο Κανελλόπουλος θα γράψει: «μια βασική διαφορά μεταξύ της παλαιάς και της νέας μορφής του έργου μου αναφέρεται στο Βυζάντιο. Τώρα έδωσα στο Βυζάντιο τη θέση που του αξίζει στην ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος. Προ τριάντα ή και προ είκοσι ετών (όταν βγήκε σε δεύτερη έκδοση ο πρώτος τόμος) δεν είχα πνευματική διάθεση να το κάμω, ούτε τα αναγκαία εφόδια».[4] Και θα συμπληρώσει αναφερόμενος στον  «Έλληνα του Βυζαντίου»: «τον παίρνω από τα όρια Ευρώπης και Ανατολής –από τις απόμερες ‘‘άκρες’’ και τα δραματικά σταυροδρόμια- και τον ενώνω με τη Δύση και τον Βορρά. Χαίρω ότι, με την πρόοδο της ηλικίας, έφθασα στην ωριμότητα εκείνη του πνεύματος που μ’ έκαμε να μπορώ ν’ αποδώσω δικαιοσύνη στον τόσο βασανισμένο βυζαντινό Ελληνισμό».

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Το πρόβλημα της ταυτότητας της Μολδαβίας

Αν και η Μολδαβία είναι μια μικρή χώρα, σφηνωμένη ανάμεσα στην Ουκρανία και την Ρουμανία, με πληθυσμό λίγο περισσότερο από 4 εκατομμύρια,  η γεωπολιτική της θέση, όπως και οι εσωτερικές της αντιθέσεις τής προσδίδουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η περιοχή αυτή, άλλωστε, έπαιξε και ιστορικά σημαίνοντα ρόλο τόσο στην επέκταση της Ρωσικής αυτοκρατορίας, όσο και στην κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στο σημερινό διεθνές περιβάλλον η Μολδαβία, όπως και η Γεωργία, όπου διακρίνουμε κοινά χαρακτηριστικά, καθίστανται πεδία  ανταγωνισμού επιρροής και ισχύος μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας.






http://www.conflicts.rem33.com/images/moldova/mold_his_3_files/image006.gif
Η ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1941-1944

Η Μολδαβία ως γεω-πολιτισμικός χώρος λειτούργησε πάντοτε ως πύλη επικοινωνίας των χριστιανικών Βαλκανίων με τον ρωσικό κόσμο, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως επιρροές και από τις δύο πλευρές. Επί πλέον η γεωγραφική μάλιστα κατανομή του πληθυσμού της είναι κατά βάση διαιρεμένη με σύνορο τον Δνείστερο. Δυτικά, στην Βεσσαραβία κατοικεί ο ρουμανόφωνος πληθυσμός, ενώ ανατολικά, στην περιοχή της Υπερδνειστερίας, κατά πλειοψηφία σλαβικός. Η πραγματικότητα αυτή καθορίζει τις ιστορικές εξελίξεις εδώ και δύο αιώνες, δημιουργώντας μια διελκυστίνδα μεταξύ της Ρουμανίας που διεκδικεί τον χώρο αυτό ως αναπόσπαστο κομμάτι του ρουμανικού έθνους και της Ρωσίας που παραδοσιακά το αντιμετώπιζε ως την δυτική εσχατιά του κράτους.

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Το εθνικό ζήτημα στο Ιράν

Το Ιράν, όπως τα περισσότερα κράτη της «περιφέρειας», είναι μια χώρα κατ’ εξοχήν νέων ανθρώπων. Ο πληθυσμός του αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς, καθώς από 59 εκατομμύρια κατοίκους το 1990, έφθασε εφέτος τα 80 εκ., ενώ ο μέσος όρος ηλικίας είναι περίπου τα 25-30 έτη. Ταυτοχρόνως, η ιρανική κοινωνία παρουσιάζει σχετικά ενδιαφέρουσα εθνοτική ποικιλία: οι Πέρσες είναι το 61%, οι Αζέροι 16%, οι Κούρδοι 10%, οι Λούροι 6%, και οι Άραβες, οι Βαλούχοι και οι Τουρκμένοι από 2%. Αντιθέτως, η θρησκευτική σύνθεση εμφανίζεται περισσότερο ομοιόμορφη, με τους Σιίτες να αποτελούν το 89% και τους Σουνίτες μόνον το 9%. Η σιιτική παραδοσιακή βοήθησε τον ιρανικό πολιτισμικό χώρο να διατηρήσει τη διακριτή του ταυτότητα απέναντι στους, σουνίτες, Άραβες. Το Ιράν κατέστη έτσι το κέντρο ενός σιιτικού τόξου, που περνά από το Ιράκ, τη Συρία και καταλήγει στον νότιο Λίβανο. Δηλαδή, στη διακεκαυμένη ζώνη των σημερινών πολεμικών συγκρούσεων. Ο σιιτισμός, κατά την επανάσταση του 1979, έγινε η ιδεολογική «ομπρέλα» που ένωσε τα αντι-αποικιοκρατικά αισθήματα και τις κοινωνικές επιδιώξεις των αγροτών και των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης. Έως τότε, η πολιτική του σάχη, εκτός από ακραία φιλοδυτική, επηρεαζόταν από τις ιδέες του περσικού εθνικισμού. Ο Αγιατολλάχ Χομεϊνί και οι μουλάδες, αντιθέτως, επέβαλαν το σιιτικό Ισλάμ ως κρατική ιδεολογία και σύστημα αξιών. Με τη διαδικασία αυτή επεδίωξαν να πετύχουν μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των εθνοτήτων, καθώς το κριτήριο της αποδοχής εκ μέρους της εξουσίας έγινε το θρήσκευμα κι όχι η εθνότητα.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Το σύντομο «καλοκαίρι» των ελπίδων


Η μικρασιατική εκστρατεία στον κυπριακό Τύπο


Χρήστος Αλεξάνδρου, "Η Μικρασιατική Εκστρατεία στον Κυπριακό Τύπο Η μαρτυρία του «Νέου Έθνους» Νοέμβριος 1918-Σεπτέμβριος 1922", εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ





Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η συλλογική μνήμη στην Ελλάδα δέχθηκε μια διαρκή και συντονισμένη επίθεση. Με τη συνδρομή των θεσμών διαμόρφωσης της κοινωνικής συνείδησης –ΜΜΕ, Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, κ.λπ.- ομάδες με συγκεκριμένες ιδεολογικές πεποιθήσεις, επιχείρησαν να επιβάλλουν τις θέσεις τους ως τις μόνες επιστημονικές και έγκυρες. Παρά, όμως, τη σκανδαλώδη προβολή τους και την αναμφισβήτητη ζημιά που προκάλεσαν, ο στόχος τους τελικά δεν επετεύχθη.  Κι αυτό οφείλεται τόσο στις αυθόρμητες αντιστάσεις στην αλλοτρίωση, που ακόμη ευδοκιμούν στον ελληνικό λαό, όσο και στον αξιόπιστο επιστημονικό αντίλογο που ύψωσε πλήθος ερευνητών και διανοουμένων. Και σήμερα ακόμη, στους ζοφερούς καιρούς της κρίσης, συνεχίζουν να εμφανίζονται επιστημονικές εργασίες που οι συγγραφείς τους δεν έχουν υποκύψει στις σειρήνες του «πολιτικά ορθού».

Σε αυτή τη κατηγορία εντάσσω και το πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του Κύπριου ιστορικού ερευνητή Χρήστου Αλεξάνδρου, που έχει ως θέμα του την Μικρασιατική Εκστρατεία στον Κυπριακό Τύπο, και ειδικότερα το πως αυτή περιγράφεται στις σελίδες της εφημερίδας «Νέον Έθνος». Για την μελέτη του ο συγγραφέας εργάστηκε, κυρίως, στο πρωτογενές υλικό της εν λόγω εφημερίδας (που κυκλοφόρησε από το 1893 έως το 1934, φτάνοντας τα 2.102 φύλλα), για τα έτη 1918-1922.