Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

Επαναθεμελίωση της Ιστορίας και της εθνικής ταυτότητας


 

Γιώργος Καραμπελιάς, «Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση;», Εναλλακτικές Εκδόσεις



Κάλλιο κλαρί παρά κλουβί με διαμαντένιαις πέτραις, [ ]
Ως πότε θα το γράφωμε, ως πότε θα το λέμε;
Ραγιάδες δεν γινόμασθε, Τούρκο δεν προσκυνάμε!

Γεώργιος Κλεάνθης (Φιλικός από τη Σάμο)



Επί δύο αιώνες, η σχέση του ελληνισμού με το 1821 διαρκώς επανακαθορίζεται αναλόγως των ιστορικών συνθηκών και των εσωτερικών κοινωνικών και ιδεολογικών ανταγωνισμών, καθώς η ενατένιση και ο αναστοχασμός για την Επανάσταση νοηματοδοτεί αενάως και ποικιλοτρόπως την εθνική μας ύπαρξη. Η προβολή των γεγονότων και των πρωταγωνιστών της Παλιγγενεσίας επηρεάζει καθοριστικά τη μεταβαλλόμενη εικόνα που διαμορφώνει το εθνικό σώμα για τη διαχρονική ταυτότητά του, τους προσανατολισμούς και τους οραματισμούς του για το μέλλον.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η πρόθεση, για παράδειγμα, του επίσημου φορέα για τους εορτασμούς των 200 ετών από το ’21 να προσπεράσει την επαναστατική περίοδο και, αντ’ αυτής, να αναδείξει, υποτίθεται, την έκτοτε πορεία του ελληνισμού, αποκαλύπτει δύο αλληλένδετες μεταξύ τους φοβίες. Η πρώτη είναι αυτή για το ενδεχόμενο συγκρουσιακής εκδήλωσης των διαμετρικά ασύμπτωτων προσεγγίσεων ως προς το περιεχόμενο και τους στόχους της Επανάστασης, που βάσιμα μπορεί να θέσει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τις επικρατούσες στην επιστημονική κοινότητα αποδομητικές αντιλήψεις, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την μειοψηφική τους αποδοχή∙ η δεύτερη σχετίζεται με την μοιραία ανάδειξη της ιστορικής ευθύνης των, στρατευμένων στην παγκοσμιοποιητική χίμαιρα, ηγεμονικών ελίτ, όπως απορρέει από την γενεσιουργό θυσιαστική πράξη του ελεύθερου βίου του νέου ελληνισμού.

Ωστόσο, το ταραχώδες τοπίο που βιώνει η χώρα, με την ευθεία νεο-οθωμανική απειλή, που δεδηλωμένα διεκδικεί την αποκατάσταση της «ανωμαλίας» των επαναστατικών επιτυχιών των λαών που αποτίναξαν το τουρκικό ζυγό, δεν επιτρέπει ανάλογες υπεκφυγές. Αντιθέτως, όπως συμβαίνει σε αντίστοιχες περιόδους, επιτάσσει την καθολική επιστράτευση όλων των διαθέσιμων, υλικών και άυλων, όπλων αντίστασης, συμπεριλαμβανομένου αυτού της ενδυνάμωσης της κοινής ιστορικής συνείδησης.

Ένα βιβλίο για το 1821, που εμπεριέχει όχι μόνον τα βασικά γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην Επανάσταση αλλά απαντά και στα πλέον κρίσιμα ερωτήματα για τους λόγους και τους τρόπους που αυτά εκδηλώθηκαν, αποκτά ιδιαίτερη αξία και απαιτεί την προσοχή και την μελέτη του Έλληνα αναγνώστη. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο πρόσφατο πόνημα του Γιώργου Καραμπελιά «Φιλική Εταιρεία – ήταν ώριμη η Επανάσταση;», που εκδόθηκε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις. Ο συγγραφέας έχοντας εντρυφήσει με ιδιαίτερη επιμονή και επιμέλεια στην ιστορία του νεώτερου ελληνισμού – απόδειξη ο μακρύς κατάλογος των βιβλίων που έχει συγγράψει σχετικώς- έρχεται τώρα να αναδείξει, με αριστοτεχνική συμπύκνωση, τις απόπειρες των Ελλήνων να οργανώσουν την μεγάλη Επανάσταση, ίσως τη «σημαντικότερη ολόκληρου του 19ου αι.», όπως επισημαίνει (σελ. 9).


Κεντρικό σημείο αναφοράς του βιβλίου είναι η δράση της Φιλικής Εταιρείας, αλλά η ανάλυση απλώνεται πολύ ευρύτερα και βαθύτερα. Η ανάπτυξη της θεματολογίας του ορίζεται, πέρα από την χρονολογική της διάταξη, από τις θεωρίες που αποφασίζει να απαντήσει, και οι οποίες έχουν λάβει σχεδόν θέση αξιώματος, λόγω της νομής της πανεπιστημιακής αυθεντίας από συγκεκριμένες σχολές σκέψης. Ο Κ. στρατευμένος στις ιδέες του δημοκρατικού πατριωτισμού, τον οποίο υπηρετεί αταλάντευτα εδώ και δεκαετίες με σπάνια συνέπεια, τόσο με τον πολιτικό του λόγο όσο και με την επιστημονική του εργασία, επιδιώκει να αναθεμελιώσει την εθνική ιστορία, πάνω στα συντρίμμια που άφησαν πίσω τους γενεές αποδομητών ιστορικών.



Η διαχρονικότητα της ελληνικής επαναστατικής δράσης κατά των Οθωμανών

Επιχειρώντας να κατατάξει τις στρεβλωτικές προσεγγίσεις για το ’21 ξεκινά από το κλασικό μανιχαϊκό σχήμα της Αριστεράς «πρωτοπορία (οι διαφωτιστές)/μάζα (οι αγωνιστές) σε αντιπαράθεση με το αντιδραστικό στρατόπεδο (Φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, μεγαλοκαραβοκυραίοι, ανώτερος κλήρος)», που υποτιμά την «κοινότητα του αγώνα» (σελ. 229). Στη μεταπολίτευση, η Επανάσταση «μεταβάλλεται [ ] σε επεισόδιο της πάλης του διαφωτισμού ενάντια στην ελληνική παράδοση, προνομιακά συνδεδεμένη με την ορθοδοξία εκείνη την εποχή» (σελ. 230). Μετά το 1990, «η Επανάσταση αρχίζει να καθίσταται ‘ύποπτη’ ως ‘ελληνοκεντρική’ σε μια εποχή που οι νέες ‘απαιτήσεις’ της παγκοσμιοποίησης και της υπέρβασης των μικρών ευρωπαϊκών εθνών -κρατών, απαιτούν τη λήθη των εθνικών αφηγήσεων» (σελ. 230). Τέλος, «κατά την δεκαετία του 2000 και στις αρχές εκείνης του 2010, παρατηρείται μια συστηματική επικέντρωση στην αποδόμηση του ‘μύθου’ των αγωνιστών της προεπαναστατικής και επαναστατικής περιόδου. Η Εκκλησία και το ‘κρυφό σχολειό’ είχαν ήδη συκοφαντηθεί συστηματικά∙ έμενε λοιπόν το τελευταίο οχυρό του ‘εθνοπατριωτικού λαϊκισμού’, οι αγωνιστές» (σελ. 54-55). Από τα μονοπάτια αυτά οδηγηθήκαμε, τελικώς, να αμφισβητείται η ίδια η αξία της Επανάστασης, ακόμη και ο λόγος ύπαρξης του ελληνικού κράτους. 

Απέναντι στις απόψεις που εκπορεύονται από τα παραπάνω ιστοριογραφικά ρεύματα, ο Κ. επιμένει στη διαχρονία του ελληνισμού και της ιδιαίτερης φύσης του επαναστατικού του αγώνα. Εξ αρχής ξεκαθαρίζει: «στη μακρά διαδρομή της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες δεν είχαν πάψει ποτέ να αντιστέκονται και να οραματίζονται την απελευθέρωσή τους από τους Οθωμανούς» (σελ. 9). Αναφέρεται επί παραδείγματι, στις εξεγέρσεις του Κροκόνδειλου Κλαδά, ήδη από τον 15ο αιώνα, του μητροπολίτη Μονεμβασίας Μελισσηνού, του Διονυσίου Τρίκκης. Για να ακολουθήσει η μεγάλη επαναστατική «πρόβα», η «πρώτη ελληνική επανάσταση», όπως την περιγράφει, τα περίφημα «Ορλωφικά», τα οποία διάφοροι ιστορικοί τα περιορίζουν γεωγραφικά, και τα αποδίδουν αποκλειστικά στο ρωσικό παράγοντα, ενώ επρόκειτο για μια γενικευμένη εξέγερση, από την Κρήτη μέχρι την Ήπειρο και το Αρχιπέλαγος. Η φρικτή καταστολή των Ορλωφικών από τα στίφη των Τουρκαλβανών δεν θα διακόψει την επαναστατική πορεία, που θα εκδηλωθεί εκ νέου με τον ηρωικό Λάμπρο Κατσώνη, ο οποίος θα συνεχίσει να κτυπά τα τουρκικά πλοία ακόμη και μετά το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου. Αλλά και με τον μέγιστο Ρήγα Φεραίο, που όπως επισημαίνει ο Κ., «πρέπει να ιδωθεί ως μέρος -και ηγέτης, αλλά πάντα μέρος- μιας ευρύτερης επαναστατικής κίνησης. Μιας κίνησης που, εκτός από τον ίδιο, συμπεριλάμβανε αξιοσημείωτες προσωπικότητες οι οποίες, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, στην πλειοψηφία τους είχαν ήδη αναπτύξει σημαντική δράση» (σελ. 62). Και για το λόγο αυτό αφιερώνει πολλές σελίδες σε όλους αυτούς τους αγωνιστές, που αδίκως έμειναν στην σκιά της ιστορίας, παρά τη θυσία των περισσοτέρων σιμά στον Ρήγα. Είναι επίσης οι ανυπότακτοι Σουλιώτες, που, δυστυχώς, η σύγχρονη ελληνική ιδεοληψία έφθασε να αμφισβητήσει και την ελληνικότητα και την αγωνιστικότητά τους.



Εκκλησία, «φωτισμός» και Επανάσταση

Ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερο βάρος στο ρόλο της Εκκλησίας στη διατήρηση της ταυτότητας του Γένους, στην επαναστατική του προετοιμασία αλλά και στον «φωτισμό» του, στον αντίποδα της τρέχουσας ιστοριογραφίας. Αναφέρει ιδιαίτερα το ρόλο των νεομαρτύρων στην ανύψωση του φρονήματος του έθνους, σημειώνοντας μάλιστα ότι «από τα μέσα του 18ου αιώνα επιταχύνεται η εμφάνιση σε όλον τον τουρκοκρατούμενο ελληνικό κόσμο, ιδιαίτερα στις περιοχές της Μ. Ασίας της Θράκης, της Μακεδονίας» (σελ. 57).

Ειδικά για τις αιτιάσεις ότι η Εκκλησία ήταν σκοταδιστική τονίζει ότι «από τα χίλια πεντακόσια γνωστά ονόματα λογίων της περιόδου της Τουρκοκρατίας, πάνω από χίλιοι ήταν κληρικοί ενώ ο σημαντικότερος ‘διαφωτιστής’ του γένους υπήρξε εν τέλει ο Κοσμάς ο Αιτωλός, που θα ιδρύσει 200 ‘κατώτερα’ σχολεία και τουλάχιστον δέκα ‘ελληνικά’, σε μια δραστηριότητα χωρίς ιστορικό ανάλογο, στην οποία θα προσφέρει και την ίδια του τη ζωή» (σελ. 11).

Όσον αφορά στον επαναστατικό αγώνα αξίζει να αναφερθεί ότι από τα 911 μέλη της Φιλικής Εταιρείας «συμπεριλαμβάνονταν 85 κληρικοί κάθε βαθμίδας (9,5%) και ξεπερνούσαν σε αριθμό τους στρατιωτικούς (78 άτομα, 8,7% του συνόλου). Συμμετοχή τέτοιας έκτασης ανατρέπει ένα μανιχαϊκό σχήμα αντιπαράθεσης Εκκλησίας και επαναστατικού κινήματος, σύμφωνα με το οποίο η ορθόδοξη Εκκλησία εμφανίζεται ως το αντίστοιχο της καθολικής ιεραρχίας κατά τη γαλλική Επανάσταση!» (σελ. 109).

Την ταύτιση Ορθοδοξίας και Γένους αποδεικνύουν άλλωστε οι παρακάτω παράγραφοι του Συντάγματος της Τροιζήνας που παραθέτει: «Έλληνες είναι: α. Όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικρατείας πιστεύουσιν εις Χριστόν. β. Όσοι από τους υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν πιστεύοντες εις Χριστόν, ήλθαν και θα έλθωσιν εις την Ελληνική Επικράτειαν». Οι αναθεωρητές ιστορικοί παραγνωρίζουν αυτήν την πραγματικότητα «ώστε να μπορέσει να κατασκευαστεί το σχήμα μιας ελληνικής εθνικής συνείδησης που διαμορφώνεται μετά την γαλλική επανάσταση» (σελ. 116).

Ο Κ. αναλύει λεπτομερώς τα ιδεολογικά ρεύματα που επηρέασαν την επαναστατική σκέψη του ελληνισμού, καθώς και τα κοινωνικά στρώματα που έλαβαν μέρος και τις αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν μεταξύ τους για την πορεία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Απαντώντας σε όσους επιμένουν να κάνουν μια στείρα μεταφορά του γαλλικού διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης στα καθ’ ημάς, σημειώνει πως «στην Ελλάδα, το φαινόμενο του ελληνικού ‘φωτισμού’ όχι μόνο συνδέεται αναπόσπαστα με το αίτημα της απελευθέρωσης του γένους αλλά έχει ως βάση του, αρχικώς την Εκκλησία, εν συνεχεία τους Φαναριώτες και εν τέλει τους αστούς και κυρίως τους ‘μικροαστούς’ -εμπόρους» (σελ. 224). Και θα συμπληρώσει πως «το ιδιότυπο κράμα μιας δημοκρατικής ιδεολογίας, εμπνευσμένης από, ή τουλάχιστον συμπορευόμενης με, τη γαλλική Επανάσταση, και της ταυτόχρονης στήριξης στη Ρωσία, στο ξανθό γένος και στην ορθόδοξη παράδοση, αντανακλά την ιδιαιτερότητα του ελληνικού διαφωτιστικού, δημοκρατικού και επαναστατικού κινήματος∙ ιδιαιτερότητα που αναδεικνύεται σε όλη την νεώτερη ιστορία μας και θα εμφανιστεί ακόμα και στη Σεπτεμβριανή Επανάσταση του 1843, στην οποία θα συμμετέχουν οι οπαδοί τόσο του ρωσικού όσο και του γαλλικού κόμματος» (σελ. 151).



Φιλική Εταιρεία και Εταιρεία των Φιλομούσων – δύο γραμμές για το μέλλον του ελληνισμού

Σημαντικό τμήμα του βιβλίου αφιερώνεται στην παρουσία και δράση του προεπαναστατικού ελληνισμού στον άξονα που ξεκινούσε από το Παρίσι, τη Βιέννη, την Πίζα, τη Τεργέστη, περνούσε από τα Βαλκάνια και κατέληγε στην Οδησσό, στην Κριμαία και στην Μόσχα. Σε αυτά τα αστικά κέντρα μια νέα δυναμική γενιά Ελλήνων προόδευε οικονομικά και πνευματικά, και μετέτρεπε τις παροικίες σε εστίες επαναστατικού πυρετού. Καθόλου τυχαία, λοιπόν, σε ένα από αυτά ιδρύεται η Φιλική Εταιρεία, η επαναστατική οργάνωση κάποιων ταπεινών εμπόρων, που έμελλε να οδηγήσει στην μεγάλη ανάσταση του Γένους: «Χωρίς αμφιβολία η Νότιος Ρωσία, και κατ’ εξοχήν η Οδησσός, αποτέλεσε το λίκνο της Εταιρείας. Εδώ, οι Έλληνες ζούσαν όχι μόνο έξω από την οθωμανική επικράτεια και τους κατασταλτικούς της μηχανισμούς αλλά και κάτω από μια εξουσία -εκείνη των Ρώσων αυτοκρατόρων- ευνοϊκή και φιλική προς τους Έλληνες και ταυτόχρονα εχθρική προς τους Οθωμανούς. Η Φιλική θα γεννηθεί εδώ, στην Οδησσό, εδώ θα αποκτήσει τις πρώτες ρίζες της, από εδώ θα επεκταθεί κατ’ αρχάς στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου επίσης ήταν σημαντική και θεσμικά κατοχυρωμένη η ρωσική παρουσία και εδραιωμένη η ελληνική, και μόνο μετά θα επεκταθεί στην Κωνσταντινούπολη και τους ελληνικούς τόπους» (σελ. 91).

Ο συγγραφέας παραθέτει εξαντλητικά στοιχεία για το στελεχιακό δυναμικό της Εταιρείας, σύμφωνα με τα υπάρχοντα δημοσιευμένα αρχεία, όπου αποδεικνύεται η επαγγελματική και τοπική προέλευση του. Αναδεικνύει ταυτόχρονα σημαντικές μορφές που σχετίζονται με την Οργάνωση, όπως τον εμπνευστή του σχεδίου συγκρότησής της, αγνοημένο Ηπειρώτη καρμπονάρο Κωνσταντίνο Ράδο, ο οποίος, ζώντας στην Μόσχα, με την έλευση του Ναπολέοντα προσχώρησε στους Γάλλους, ενώ αργότερα αναδείχθηκε σε πολεμιστή της Επανάστασης και έμπιστο του Καποδίστρια. Ακόμη, λόγος γίνεται για τον σκοτωμένο από ελληνικά χέρια Υδραίο Αντώνη Οικονόμου, τους Σπετσιώτες Γιώργη Πάνου και Λασκαρίνα-Μπουμπουλίνα, τον μεγιστάνα των Ψαρών Ιωάννη Βαρβάκη, τον εκπρόσωπο των καρμανιόλων στη Σάμο Λυκούργο Λογοθέτη και άλλους πολλούς.

Την ίδια ώρα, όμως, όπως μας πληροφορεί ο Κ., ξεδιπλώνεται ένα παράλληλο σχέδιο για το μέλλον του ελληνισμού, μέσω της «Εταιρείας των Φιλομούσων», αυτών που έβλεπαν την επανάσταση ως πρώιμη και προωθούσαν την διαφωτιστική εργασία και την εκ των έσω κατάκτηση της παραπαίουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας. «Η Εταιρεία των Φιλομούσων, τόσο στην αθηναϊκή όσο και, προπαντός, στη βιεννέζικη εκδοχή της, αποτελούσε την έκφραση της στρατηγικής των ανώτερων στρωμάτων της ελληνικής ελίτ για ένα ‘εκπαιδευτικό-πολιτισμικό σχέδιο’ ενδυνάμωσης του ελληνισμού που θα τον καθιστούσε ικανό, την κατάλληλη στιγμή, διαθέτοντας τα ανάλογα στελέχη, να ανασυστήσει ένα ελληνικό βασίλειο ή μια ελληνική ‘Αυτοκρατορία’. Και σε μια τέτοια κατεύθυνση συναινούσαν τόσο ο Καποδίστριας όσο και  το Πατριαρχείο, ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Ιγνάτιος [Ουγγροβλαχίας] και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος» (σελ. 139).

Η Ιστορία, όμως, έδωσε την δική της απάντηση. Η επανάσταση εξερράγη και εξαπλώθηκε, γιατί οι συνθήκες ήταν ώριμες, ή τουλάχιστον ωρίμασαν από την ίδια την Επανάσταση. Εξάλλου, όπως υποστηρίζει ο Κ. η εσωτερική άλωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τον ελληνισμό δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα πραγματοποιείτο, ή ότι δεν θα είχαμε αρνητική κατάληξη.



Η Ελλάδα στη αγγλική σφαίρα επιρροής και οι εσωτερικές αντιθέσεις

Από την μελέτη του Κ. δεν θα έλειπε και μια ενδελεχής παρουσίαση του ανταγωνισμού των ξένων δυνάμεων στα ελληνικά πράγματα τόσο προεπαναστατικά, όσο και κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Ιδιαίτερα για την Αγγλία της εποχής εκείνης υποστηρίζει ότι «βλέπει στους Έλληνες τον μεγάλο δυνητικό ανταγωνιστή της στην Ανατολική Μεσόγειο, γι’ αυτό και θα κάνει ό,τι μπορεί για να εμποδίσει την παλιγγενεσία των Ελλήνων». (σελ. 155). Και συνεχίζει γράφοντας ότι «μια εθνική αποκατάσταση των Ελλήνων, λίγο πολύ στα όρια του ύστερου βυζαντινού κράτους, όπου συνέχιζαν να υπερέχουν πληθυσμιακά και να κυριαρχούν οικονομικά, οι ελληνικοί πληθυσμοί, θα δημιουργούσε στην Ανατολική Μεσόγειο έναν άμεσο ανταγωνιστή της Μεγάλης Βρετανία – αν μάλιστα συνυπολογιστεί και η σχέση των Ελλήνων με τους Ρώσους. Και δεν επρόκειτο για φαντασιώσεις, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο συνολικός πληθυσμός της Αγγλίας, γύρω στα εννέα εκατομμύρια εκείνη την εποχή ήταν ανάλογου μεγέθους με τον πληθυσμό των Ελλήνων στην καθ΄ ημάς Ανατολή» (σελ. 156). Τελικώς, την λύση θα την βρει ο «Έλληνας Ρισελιέ Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας», ο οποίος θα προτείνει, μέσω του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, στους Άγγλους να μετατραπεί το νέο ελληνικό κράτος σε βοηθητικό εργαλείο για τους Τούρκους ώστε αυτοί να συνεχίζουν να παίζουν τον ρόλο του φράκτη απέναντι στην Ρωσία (σελ. 197). Αυτή η ληξιαρχική πράξη γέννησης του νέου ελληνικού κράτους, μετά την τραγική κατάληξη της τεράστιας προσωπικότητας του πρώτου Κυβερνήτη Καποδίστρια – στον οποίο επίσης αφιερώνονται πολλές σελίδες- συνέχιζε να το ακολουθεί για πολύ καιρό, με σοβαρές αρνητικές συνέπειες κάθε φορά που απέκλινε από την αρχική γραμμή.

Οι εξωτερικές παρεμβάσεις, ωστόσο, δεν θα είναι η μοναδική πηγή των δυσκολιών της επίτευξης των στόχων της Επανάστασης, αυτό που αποκλήθηκε Μεγάλη Ιδέα, θα συνεχίζεται μέχρι και το 1922. Οι εσωτερικές διαφωνίες θα εκδηλώνονται πάντοτε έντονα, καταδεικνύοντας και διαφορές κοσμοαντίληψης. Ο Κ. αναφέρει το τεράστιο πλέγμα των αντιθέσεων: «Άβυσσος χώριζε τους αγρότες ραγιάδες της Θεσσαλίας, της Πελοποννήσου ή της Ηπείρου από τους πάμπλουτους δυτικοσπουδαγμένους Φαναριώτες, που εν μέρει διοικούσαν την Αυτοκρατορία» και «άβυσσος χώριζε τους σκληροτράχηλους Σουλιώτες και τους καπεταναίους του Μοριά από τους ‘δυτικόφρονες’ Σμυρνιούς και Χιώτες μεταξέμπορους» (σελ. 255). Και μπορεί «σε όλους [να] ήταν δεδομένη η αίσθηση της κοινής ταυτότητας απέναντι στον Τούρκο δυνάστη, γι’ αυτό και όλοι θα συμμετάσχουν λιγότερο ή περισσότερο στην Επανάσταση [...] αλλά αυτές οι βαθιές διαχωριστικές γραμμές δεν θα επιτρέψουν τη συγκρότηση ενός αρραγούς επαναστατικού μετώπου» (σελ. 255-256). Έτσι «ο γλωσσικός διχασμός, η σύγχυση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, η αντιπαράθεση μεταξύ της στρατηγικής της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της συγκέντρωσης των Ελλήνων σε ένα ενιαίο κρατικό σύνολο, και της τουρκο-βυζαντινής σύνθεσης θα υπονομεύουν την ολοκλήρωση» του εγχειρήματος της παλιγγενεσίας (σελ. 266).

Εν κατακλείδι, διαβάζοντας το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είναι απλά ιστορία αλλά ένας διάλογος με την Ιστορία, με σκοπό την ανασύνταξη της σκέψης, του λόγου και της δράσης για το σήμερα και το αύριο του ελληνισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου